Πριν από λίγο καιρό κυκλοφόρησε μια νέα δισκογραφική εργασία, ένα βιβλίο-cd με τον τίτλο: «Φυλάξου! Μύθοι και τραγούδια για ζόρικους καιρούς». Τη μουσική υπογράφει ένας συνθέτης με διακριτικά ευδόκιμη παρουσία στο χρόνο, ο Τάσος Γκρους και στιχουργός-συγγραφέας, ο Ιωάννης Πανουτσόπουλος, παλαιοβιβλιοπώλης στο επάγγελμα και μυθοπλάστης στην τέχνη... Δεκαπέντε τραγούδια με τη φωνή της Φωτεινής Βελεσιώτου, της Καλλιόπης Βέττα και του συνθέτη, με την ενορχήστρωση του Γιάννη Κ. Ιωάννου, συνοδευόμενα από δώδεκα σχετικούς μύθους οι οποίοι αφηγούνται με μυθικό τρόπο το ρεαλισμό της εποχής μας...

Η γνωριμία σας και ορισμένα τραγούδια από το δίσκο έχουν ιστορία είκοσι χρόνων, όπως γράφετε στο εισαγωγικό του σημείωμα. Ας ξεκινήσουμε από εκεί..
Τάσος Γκρους: Γνωριστήκαμε πριν είκοσι χρόνια, όταν πήρα στα χέρια μου ορισμένους στίχους του Γιάννη, από τους οποίους προέκυψαν τέσσερα, τουλάχιστον, από τα τραγούδια του δίσκου. Όπως γράφουμε και στο σημείωμα, κάπου στα ορεινά του Γκύζη αρχίσαμε πριν είκοσι περίπου χρόνια, να σχεδιάζουμε έναν κύκλο τραγουδιών ακατάλληλων για την εποχή που η Ελλάδα ετοιμαζόταν να αποκτήσει γήπεδο Tae Kwon Do και να ναυαγήσει στο κωπηλατοδρόμιο του Μαραθώνα... Τότε έμοιαζε δύσκολο να σιγοτραγουδήσει κάποιος: «Έχουμε έξοδα μεγάλα/ Αλλά όνειρα μικρά/ Πριν να βγει καλά ο μήνας/ Έχω πάρει δανεικά». Σήμερα, όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά...

Ιωάννης Πανουτσόπουλος: Από την αρχή διαμορφώθηκε μεταξύ μας μια σχέση που ένιωθες ότι ο Τάσος αντιμετωπίζει αυτά που γράφω με μια οπτική που μου άρεσε και εγώ έβλεπα οτι αυτό που γράφω εμπεριέχει κάτι από τον τρόπο που ο Τάσος θέλει να επικοινωνεί τα τραγούδια μου. Έτσι, η δουλειά αυτή, έπειτα από ένα διάλειμμα, ξεκίνησε και πάλι να δουλεύεται τα τελευταία τρία χρόνια.

 

panoutsopoulos-ioannisΟι μύθοι που συνοδεύουν τα τραγούδια ήρθαν μετά;
Τ.Γ.: Οι μύθοι ήταν ο συνεκτικός δεσμός για να φτιάξουμε τα τραγούδια. Ο δίσκος είναι ουσιαστικά μια παράσταση η οποία συνδέει το λόγο (στίχους και μύθους) με τη μουσική και με τη θεατροποίηση. Όλος ο δίσκος προέκυψε από τη ζύμωση που είχαμε με τον κόσμο στις διάφορες παραστάσεις που κάναμε όταν παίζαμε το υλικό πριν κυκλοφορήσει. Στην αρχή υπήρχε από τον Γιάννη μια εισαγωγή για το πώς γράφτηκε το κάθε τραγούδι η οποία στην πορεία οδήγησε στη δημιουργία των μύθων. Στόχος μας είναι η εμπλοκή του κόσμου με το υλικό, η δραστηριοποίηση ερασιτεχνικών ομάδων θεάτρου στο ανέβασμά του ως παράσταση, κάτι που έχουμε ήδη κάνει αλλά και εγώ έχω στο παρελθόν επιχειρήσει με το προηγούμενο έργο μου, το δίσκο με τα μελοποιημένα ποιήματα του Μπρεχτ.

Ι.Π.: Ο δίσκος έχει μια μορφή μυθιστορήματος. Ξεκινά με ένα τραγούδι που λέγεται «Παράσταση»: «Αν δεν ανέβεις στη σκηνή δεν ξέρεις τι θα χάσεις/ Μπορεί να είναι δάκρυα μπορεί και να γελάσεις» συνεχίζει με μύθους και τραγούδια και τελειώνει με το «Φυλάξου» που περιγράφει αυτό που πρέπει να κάνουμε να φυλαχτούμε από όσα συμβαίνουν γύρω μας, αλλά και από τον εαυτό μας, από την αδράνειά μας, από ό,τι αναστέλλει την προσπάθειά μας να ζήσουμε τα όνειρά μας: «Η χιονισμένη Πάρνηθα η ακριβή Πεντέλη/ Φυλάξου από τον μέσα μας τεμπέλη».

 

Οι μουσικές είναι ποικίλες, από λαϊκές μελωδίες μέχρι μπαλάντες και ροκ τραγούδια.
Τ.Γ.: Πάντα ως συνθέτης έχω στο μυαλό μου το «Εν αρχή ην ο λόγος». Οι στίχοι με οδήγησαν στις διάφορες μουσικές. Έτσι κι αλλιώς, δεν με φοβίζει η ανομοιογένεια. Η ομοιογένεια με φοβίζει...
Ι.Π.: Από τη στιγμή που ο δίσκος θεματολογικά είναι ένα ταξίδι μέσα στο χρόνο δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει διαφορετικά και η μουσική.

 

Η φωνή της Βελεσιώτου, στα 11 από τα 15 τραγούδια του δίσκου, πώς προέκυψε;
Τ.Γ.: Η ίδια η χροιά της φωνής της Βελεσιώτου μάς οδήγησε να της ζητήσουμε να τραγουδήσει στο δίσκο. Η Βελεσιώτου εκτός από το λαϊκό ηχόχρωμά της, έχει και άλλες φωνητικές δυνατότητες και αυτό φαίνεται στις μπαλάντες. Είναι μια αυθεντική φωνή.
Ι.Π.: Ακριβώς. Η φωνή της Βελεσιώτου εκφράζει την αλήθεια των τραγουδιών. Καταφέρνει να σμίγει με τις μνήμες μας και να εκφράσει αυτό που ονειρευόμαστε σήμερα. Πατάει, δηλαδή, στο παρελθόν μας, αλλά είναι και μια φωνή σημερινή.

 

grousΟρισμένες μελωδίες μάς παραπέμπουν στα λαϊκά τραγούδια του Ανδριόπουλου και του Μούτση με τη φωνή της Μπέλλου.
Τ.Γ.: Ορισμένες μελωδίες, ναι, μπορεί να παραπέμπουν στο παρελθόν, έχουν όμως και μια καινούρια οπτική. Η Βελεσιώτου δεν μιμείται την Μπέλλου ώστε να γίνει αναπαλαίωση πραγμάτων. Η Βελεσιώτου, όπως είπε και ο Γιάννης, μεταφέρει τον λαϊκό τρόπο σκέψης και έκφρασης στις σημερινές συνθήκες. Η φωνή της συγκινεί ακριβώς για αυτή τη σύνδεση που κάνει. Εκφράζει το γνήσιο λαϊκό τραγούδι.

 

Μου θυμίσατε μια φράση που είπε σε μια πρόσφατη συνέντευξή του ο Δήμος Μούτσης: «Δεν πηγαίνω ποτέ στα μπουζούκια γιατί δεν αντέχω να ακούω τα τραγούδια μου από δημοσίους υπαλλήλους»
Ι.Π.: Έτσι, είναι. Και το κοινό όμως έχει βολευτεί σε έναν τρόπο ακρόασης των τραγουδιών που μπορεί να εξυπηρετηθεί και από «δημοσίους υπαλλήλους» τραγουδιστές. Την αγορά δεν τη δημιουργούν μόνο οι καταστηματάρχες. Τη δημιουργεί και το κοινό.

 

Ως στιχουργός, κ. Πανουτσόπουλε, δεν είναι η πρώτη φορά που εμφανίζεστε. Έχετε συνεργαστεί με διάφορους συνθέτες. Ας μιλήσουμε για αυτήν την πορεία.
Ι.Π.: Τους πρώτους μου στίχους τούς μελοποίησε ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, πριν από είκοσι χρόνια. Ήταν το «Όλα με το χέρι» και το «Από τα Εξάρχεια ως το Πεκίνο». Κατά σύμπτωση, το τραγούδι αυτό γράφτηκε την ίδια μέρα με το «Ένα παρελθόν σαν περισπωμένη» που υπάρχει σε αυτόν το δίσκο. «Γεννήθηκαν» και τα δύο κατά τη διάρκεια μιας διαδρομής που έκανα από τον Κολωνό στον Πειραιά... Έχω περίπου σαράντα δισκογραφημένα τραγούδια από τις συνεργασίες μου με συνθέτες όπως ο Μαυρουδής, ο Μιτζέλος, ο Μάργαρης κ.ά. Δεν έχω περισσότερα τραγούδια στη δισκογραφία γιατί από ένα σημείο και μετά οι δισκογραφικές δεν ενδιαφέρονταν για αυτά που γράφω. Θυμάμαι έναν πολύ σημαντικό παραγωγό που μου είχε πει κάποτε: «Γράφεις πάρα πολύ ωραία, αλλά αυτά αφορούν κανέναν άλλο εκτός από εσένα;». Εγώ βέβαια δεν σταμάτησα να γράφω. Δεν ήμουν σε καμία περίπτωση διατεθειμένος να διαπραγματευτώ το περιεχόμενο της δουλειάς μου.

 

Εκτός από στιχουργικό έχετε όμως και ποιητικό έργο, αλλά και μια καθημερινή επαφή με το βιβλίο ως παλαιοβιβλιοπώλης.
Ι.Π.:
Ναι, το 2010 κυκλοφόρησε το πρώτο μου βιβλίο, ένα παραμύθι με τίτλο «Τη νύχτα που ξυπνούσε η Αγνωστούπολη» και το 2012 οι ποιητικές συλλογές «Η Ωραία Κοιμωμένη/ δύο μονόλογοι σε ένα όνειρο« και οι «Επτά συμβάσεις εργασίας», η οποία ήταν στην πραγματικότητα ένα μέρος μιας ποιητικής συλλογής που σκοπεύω να κυκλοφορήσω με τίτλο «Επαγγελματικός προσανατολισμός». Το παλαιοβιβλιοπωλείο το έχω εδώ και δεκαοχτώ χρόνια και αποτελεί πολύ σημαντικό κομμάτι της ζωής μου γιατί μου επιτρέπει όχι μόνο να βιοπορίζομαι αλλά και να έχω έναν χώρο κοινωνικής συνάντησης μέσα στον οποίο μπορώ να μοιράζομαι σκέψεις και ιδέες με τον κόσμο. Δυστυχώς, ομως, στην Ελλάδα δεν γνωρίζει ο πολύς κόσμος τι σημαίνει και πώς λειτουργεί ένα παλαιοβιβλιοπωλείο, πώς μπορεί να βρει ένα παλαιό βιβλίο. Επειδή είμαι πολλά χρόνια στον χώρο, από δεκατεσσάρων ετών, γνωρίζω και αγαπώ τη δουλειά μου και έχω δημιουργήσει σχέσεις με το κοινό μου.

 

κ. Γκρους, πριν τρία χρόνια, κυκλοφορήσατε το δίσκο με τις συνθέσεις σας στα ποιήματα του Μπρεχτ. Πώς είδατε να «λειτουργεί» αυτή η ιδιαίτερη δουλειά, στον κόσμο;
Τ.Γ.: Στο κοινό που κατάφερε να φτάσει το έργο, γιατί έχουμε και αυτό το γεγονός, έναν αποκλεισμό στην ουσία τέτοιων έργων, πιστεύω οτι είχε καλή απήχηση. Κατάφερα μάλιστα να παρουσιάσω το έργο δυο φορές ζωντανά, με τη μορφή ροκ όπερας. Το σημαντικό είναι, εκτός της όποιας απήχησης είχε στον κόσμο, οτι το έργο αυτό δεν παρουσιάστηκε εκτός εποχής. Δηλαδή, αν το κυκλοφορούσα πριν δέκα, ας πούμε, χρόνια, θα είχε για ορισμένους απλώς έναν «φιλολογικό» χαρακτήρα παρόλο που και τότε η ίδια εποχή ήταν στην ουσία.

 

Αναφέρατε τη λέξη «αποκλεισμός». Θα ήθελα να μείνουμε σε αυτό το θέμα.
Τ.Γ.: Όταν δεν ανήκεις στο χώρο της εμπορευματικής τέχνης, αντικειμενικά είσαι έξω από το παιχνίδι, αφού είναι ελάχιστοι οι εξειδικευμένοι άνθρωποι, δημοσιογράφοι και ραδιοφωνικοί παραγωγοί οι οποίοι μπορούν να παρουσιάσουν τη δουλειά σου. Το διαδίκτυο σήμερα αφήνει μεν περισσότερα περιθώρια σε κάποιον καλλιτέχνη να παρουσιάσει το έργο του, ωστόσο και εκεί υπάρχουν προβλήματα εξαιτίας του χάους που επικρατεί. Βεβαίως να θυμίσω ότι και ο Θεοδωράκης αποκλεισμένος ήταν, όμως υπήρχε ένα κόμμα, η ΕΔΑ, που του δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για να παρουσιάζεται το έργο του διοργανώνοντας εκδηλώσεις, συναυλίες κ.ά. Σήμερα, ακόμα και τα λεγόμενα «προοδευτικά κόμματα» δεν λειτουργούν, θα έλεγα, σε μια τέτοια κατεύθυνση. Περισσότερο φωνάζουν τους καταξιωμένους δημιουργούς ώστε να προσελκύσουν περισσότερο κόσμο.
Ι.Π.: Πρόσφατα διάβασα για ένα μπουκάλι με ένα μήνυμα που είχε ριχτεί στον ωκεανό και έφτασε στον προορισμό του μετά από εκατό χρόνια. Εγώ με αυτή τη δουλειά μας αισθάνομαι το ίδιο. Ότι ρίξαμε ένα μπουκάλι στη θάλασσα το οποίο αργά ή γρήγορα θα φτάσει στον προορισμό του. Γενικά πιστεύω ότι τα πράγματα που κουβαλάνε μέσα τους μιαν αλήθεια είναι «καταδικασμένα» να βρουν το ακροατήριό τους.

 

Θα παρουσιαστεί άμεσα κάπου ζωντανά ο δίσκος;
Τ.Γ.: Προς το παρόν ανακοινώσιμη είναι η παρουσίασή του στο Φεστιβάλ «Αναιρέσεις» στις 7 Ιουνίου.