Με κεντρικό μήνυμα «Έξω από τα μέτρα», που είναι και ο τίτλος του cd, ο Βαγγέλης Καζαντζής επανήλθε με την καινούργια του δουλειά, την οποία και παρουσιάζει τη Τρίτη 29 Απριλίου, στο «Σταυρό του Νότου». Όντως υπάρχουν αρκετά νέα στοιχεία σε αυτή τη δεύτερη δισκογραφική καταγραφή του Λαμιώτη τραγουδοποιού, τέτοια που να δικαιολογούν τη μετάβαση, που υπονοείται. Καταρχάς ο ήχος είναι πιο ηλεκτρικός, ενώ και ο στίχος (που είναι πιο πολυσυλλεκτικός) καταγράφει απαντήσεις με πιο άμεσο τρόπο, δίχως να έχει χαθεί τελείως το στοιχείο του συμβολισμού και της μεταφοράς. Ο ίδιος ο Βαγγέλης Καζαντζής ερμηνεύει τα οκτώ κομμάτια του δίσκου και εμπιστεύεται τα υπόλοιπα στους Γιάννη Χαρούλη, Φωτεινή Βελεσιώτου, Γρηγόρη Κλιούμη, Κωνσταντή Πιστιόλη και Μαρίνα Δακανάλη, ενώ για τους στίχους των τραγουδιών έχουν γράψει οι Γιώργος Γκώνιας, Βασίλης Μανέλας, Μιχάλης Μπουρμπούλης και Ασκληπιάδα Κυριάκου.

 

Ο τίτλος της καινούργιας σου δουλειάς είναι «Έξω από τα μέτρα». Το επιβάλει η ανάγκη να ξεπεράσουμε κάποια όρια ή να «βγάλουμε τις μάσκες»;
Σε αυτή τη φάση που βρισκόμαστε πρέπει επιτέλους να βγούμε «έξω από τα μέτρα μας». Έστω, κι αν και αυτό είναι κάπως σχετικό, αφού ζώντας μέσα στις πόλεις είμαστε καλουπωμένοι και μέσα στο σύστημα. Ας ξεκινήσουμε από το μέσα μας, να σπάσουμε πρώτα τα εσωτερικά μας δεσμά και μετά ας ασχοληθούμε και με τα εξωτερικά δεσμά που μας επιβάλλουν. Σε ό,τι αφορά το cd, είναι κι αυτό «έξω από τα μέτρα» της πρώτης δουλειάς, αφού ο ήχος ροκάρει περισσότερο, ενώ κι ο στίχος διαφοροποιείται και γίνεται πιο συγκεκριμένος σε κάποια κομμάτια, είναι πιο κοινωνικός. Στο «Της γης το Μυστικό» ήταν εξίσου ωραίος ο στίχος, αλλά με πιο συμβολικό χαρακτήρα και περισσότερες εικόνες από τη φύση.

 

Πως επιλέγεις τους στίχους των τραγουδιών σου;
Εδώ και χρόνια έχω στίχους από διάφορους φίλους και γνωστούς και τώρα διάλεξα αυτούς που μου ταίριαζαν στην τωρινή φάση της ζωής μου. Ο Βασίλης Μανέλας που μου έδωσε στίχους σε τέσσερα τραγούδια είναι Λαμιώτης και φίλος από τα παλιά, ενώ και ο Γιώργος Γκώνιας που έγραψε στίχους για άλλα τέσσερα κομμάτια ήταν ο βασικός στιχουργός της πρώτης μου δουλειάς. Η «Μάσκα» είναι τραγούδι του Μανέλα γραμμένο εδώ και δέκα χρόνια, γι’ αυτό και το «έξω από τα μέτρα» δεν σημαίνει πως το νιώσαμε τώρα. Από πιτσιρικάδες την είχαμε την ανησυχία. Προσωπικά, σαν πιτσιρικάς άκουγα ροκιές, μέταλ, πανκ. Τη βλέπαμε τη φάση, έστω κι αν δεν το περιμέναμε –τελικά- να συμβεί… Ο πρώτος ελληνικός στίχος που μελοποίησα ήταν του Βασίλη Μανέλα. Πιο πριν έπαιζα και τραγουδούσα πάνω σε ξένο στίχο, όντας μέλος γκρουπ στη Λαμία. Έπαιζα μόνο ηλεκτρική κιθάρα, μέταλ. Από πανκ το αγαπημένο μου συγκρότημα ήταν οι «Αδιέξοδο».

 

Τι ερμηνεία δίνεις στον όρο «τραγουδοποιός»;
Είναι κάποιους που φτιάχνει τα τραγούδια του και τα τραγουδάει κιόλας. Δεν ξέρω εάν είναι πλέον ντεμοντέ, αλλά εγώ αυτό είμαι. Από τη γενιά που «έχτισε» αυτό τον όρο, εκτιμώ τον Θανάση Παπακωνσταντίνου και τον Σωκράτη Μάλαμα. Είναι οι κορυφαίοι και κοντά σε αυτούς άρχισα να εκτιμώ αυτού του είδους τη μουσική. Εννοείται πως εκτιμώ και παλιότερους όπως ο Σαββόπουλος ή και άλλους όπως ο Δημήτρης Ζερβουδάκης, οι Χειμερινοί Κολυμβητές και οι Συνήθεις Ύποπτοι.

Τι έχει αφήσει στη μουσική σου η «θητεία» στο metal;
Σίγουρα, βγαίνουν στοιχεία. Δεν ξέρω εάν γίνονται πάντα αντιληπτά. Τώρα στο δεύτερο cdόμως βγήκε αρκετά το ροκ στοιχείο. Αυτή η αλλαγή που έγινε μέσα μου, ήρθε φυσικά. Από μικρός άκουγα μέταλ, ήθελα ένταση, αλλά μεγαλώνοντας γνώρισα την ελληνική και την ανατολίτικη μουσική. Άλλωστε εδώ που βρισκόμαστε, είμαστε στη μέση Δύσης και Ανατολής και σιγά – σιγά γύρισε αυτό μέσα μου. Πλέον με κουράζει ο ηλεκτρικός ήχος από μόνος του και έγιναν οι ζυμώσεις με στοιχεία τη μπαλάντα, το ροκ, την ψυχεδέλεια, το ρεμπέτικο, το παραδοσιακό, αλλά και την τούρκικη μουσική, διότι το σάζι που παίζω είναι τούρκικο όργανο. Βέβαια, όπως το χρησιμοποιώ στα τραγούδια μου δεν είναι κοντά στο τούρκικο παίξιμο, αλλά στα καινούργια κομμάτια υπάρχουν και τέτοια στοιχεία. Έχω προσαρμόσει τον ήχο του στα τραγούδια μου και το έχω φέρει πιο κοντά στη χρήση ενός λαούτου ή μιας κιθάρας. Σε ένα πιο δυτικό παίξιμο. Κανονικά το σάζι είναι για μόνο του, για πιο μοναχικό παίξιμο, αφού είναι σαν ηλεκτρική κιθάρα. Όταν ήμουν στη Γυμναστική Ακαδημία είχα ένα μπαγλαμαδάκι και μέσω κάποιων γνωστών γνώρισα το ούτι. Όταν πήγα αργότερα στη Θεσσαλονίκη έψαξα για ούτι, αλλά όταν είδα το σάζι «κόλλησα». Αγόρασα αμέσως ένα κι αυτό ήταν. Μετά έμαθα και για το ΤΕΙ Παραδοσιακής Μουσικής στην Άρτα, πήγα και κάπως έτσι όλα πήραν το δρόμο τους.

 

Βασίζεσαι πολύ σε συγκεκριμένους ανθρώπους, φαίνεται πως εκτιμάς ιδιαίτερα την έννοια της παρέας…
Εν μέρει ισχύει. Το πρώτο και πιο σημαντικό μέλος της παρέας είναι ο Γιώργος Γκώνιας, που είναι το αντίθετο από εμένα. Εγώ δεν κινούμαι και πολύ, ενώ ο Γιώργος είναι που βάζει τη σπίθα. Όταν τον γνώρισα έμαθα ότι από τα χειρότερα μπορεί να βγει το καλύτερο. Ήταν στον Έβρο, στο στρατό που γνωριστήκαμε, λόγω της μουσικής. Πάνω στην κουβέντα μου είπε πως γράφει στίχους κι έτσι ξεκινήσαμε. Εκεί είχα μπαγλαμά μαζί μου και μελοποίησα το πρώτο τραγούδι του, «Το αύριο που χάνεται». Μέσα σε μία σκοπιά με το μπαγλαμαδάκι. Συνήθως ο Γιώργος μου δίνει τους στίχους και εγώ γράφω μουσική πάνω στο στίχο. Κάποια πράγματα φυσικά τα δουλεύουμε και μαζί όταν π.χ. χρειάζομαι ένα συγκεκριμένο μέτρο, αλλά γενικά ο ίδιος είναι οργανωτικός, κανονίζει πολλά πράγματα. Με τον Μπουρμπούλη γνωρίστηκα διότι ο Γιώργος έκανε κάποια μαθήματα σε σεμινάρια στιχουργικής όπου δίδασκε και ο Μπουρμπούλης. Με παρακίνησε, πήγα, τον γνώρισα και μου έδωσε ένα τραγούδι που αρχικά ήταν να συμπεριληφθεί σε μία συλλογή, το «Λεξικό η Φύση», το οποίο κλείνει και τον καινούργιο δίσκο. Σε ό,τι αφορά τους μουσικούς συνεργάτες, ο Διονύσης Μακρής που παίζει κοντραμπάσο, είναι «δεξί χέρι», ο Γιώργος Μαγαλιός στα κρουστά είναι από τους πρώτους που παίξαμε μαζί και ξαναβρεθήκαμε τώρα πάλι, ενώ καινούργιο μέλος είναι ο Δημήτρης Μπρέντας στα πνευστά (Κλαρίνο, γκάιντα, καβάλ). Σε ένα σχήμα έχει σημασία να ταιριάξεις με τα υπόλοιπα μέλη στο μουσικό πεδίο, ωστόσο πρώτα έρχεται ο ανθρώπινος παράγοντας. Πιστεύω πως μεταξύ μας το έχουμε καταφέρει. Και τέλεια να μην παίζουμε πάνω στη σκηνή, πάλι βγαίνει το κοινό μας αίσθημα, η καλή σχέση μεταξύ μας.  

 

vagelis kazantzis2Πόσο και πως σε βοηθάει το ότι είσαι και εσύ ο ίδιος μουσικός και μάλιστα παίζεις πολλά όργανα;
Τα πολλά όργανα βοηθάνε στο να ενορχηστρώσω τα κομμάτια, κάτι που γίνεται από εμένα. Κάθε όργανο μου ανοίγει ένα καινούργιο δρόμο. Στο «Ριζιμιό», από τον πρώτο δίσκο, εάν έπαιζα κιθάρα δεν θα είχα βγει αυτό το τραγούδι. Παίζει σημαντικό ρόλο το να έχεις άποψη για την ενορχήστρωση. Δεν θα έβγαινε κάτι δικό μου, ενώ τώρα είναι. Σίγουρα και οι μουσικοί βάζουν τις πινελιές τους, αλλά το μεγαλύτερο ποσοστό είναι κοντά σε αυτό που θέλω προσωπικά εγώ.

 

Τόσο στον πρώτο, όσο και τώρα στο δεύτερο δίσκο συμπεριλαμβάνονται πολύ όμορφες εικονογραφήσεις, ενώ στο κανάλι σου στο youtube τα καινούργια κομμάτια συνοδεύονται από βίντεο – animation
Ναι, γιατί το υλικό μας είναι κάτι που το βλέπουμε σαν ενότητα. Προηγείται η μουσική, αλλά πρέπει κάπως να επικοινωνηθεί σωστά όλο αυτό το υλικό. Σε αυτό συνέβαλαν –και τους υπερευχαριστώ- η Δήμητρα Ψυχογιού που έκανε μία καταπληκτική εικονογράφηση στο πρώτο cd, έκανε καταπληκτικά πράγματα. Μία ζωγραφιά για κάθε τραγούδι. Είχε μπροστά της τους στίχους και πάνω σε αυτούς δούλεψε. Μας έδωσε ένα αποτέλεσμα με το ελληνικό, βυζαντινό στοιχείο που έχει από την αγιογραφία σε συνδυασμό με τα έντονα χρώματα, που είναι ένα πιο δυτικό στοιχείο. Η Δήμητρα ταίριαξε πολύ όμορφα τους δύο κόσμους.


Στο δεύτερο cd την εικονογράφηση έκανε ο Κώστας Σταύρου, που ζωγράφισε κι αυτός πολύ ωραία. Του έστειλα τους στίχους, του επεσήμανα λέξεις – κλειδιά που «δίνουν» εικόνες και κάναμε το αντίθετο, αφού αποτύπωσε όλα τα τραγούδια σε μία ζωγραφιά, όπως αυτή βρίσκεται στο εξώφυλλο του δίσκου. Εξίσου πολύ δύσκολη δουλειά.

 

Τα animationτα επιλέξαμε μαζί με τον Κωνσταντίνο Πιστιόλη, με τον οποίο παίζαμε μαζί μέχρι πολύ πρόσφατα. Επιλέξαμε μαζί animation από διάφορους δημιουργούς από όλο τον κόσμο, ο Κωνσταντής έκανε μοντάζ και editingμε βάση το θέμα του τραγουδιού και τα «ανεβάσαμε» στο youtube. Επειδή, ανήκουν σε επώνυμους δημιουργούς, αναφέρουμε ξεκάθαρα τα στοιχεία τους. Σκέφτομαι να τα παρουσιάσουμε –ίσως- και σε κάποιο live.

 

Πως διαλέγεις τους «συνερμηνευτές» στους δίσκους σου; Έχει να κάνει και με την καλύτερη επικοινωνία του υλικού;
Σε κάποια τραγούδια όταν πάω να κάνω τη μουσική το μυαλό μου πάει κατευθείαν σε μία συγκεκριμένη φωνή. Αυτό έγινε με τον Ψαραντώνη και τη «Φαντασία». Είχα γράψει τη μουσική στο στρατό. Αμέσως μόλις έφτιαξα το τραγούδι σκέφτηκα τον Ψαραντώνη και στη συνέχεια έγιναν όλα πολύ απλά. Πήγα τον βρήκα και τον ρώτησα εάν θέλει να το τραγουδήσει. Ούτε που φανταζόμουν αυτή την εξέλιξη. Είναι μεγάλη μου τιμή. Σε κάποια άλλα κομμάτια καταλαβαίνω πως δεν κάθονται καλά για εμένα, οπότε και πάλι σκέφτομαι το ποιος θα μπορούσε να τα πει. Από την άλλη, εννοείται πως όλη αυτή η διαδικασία λειτουργεί θετικά ως προς το να μάθει ο κόσμος πιο εύκολα ένα τραγούδι. Είναι πολύ καλό να έχεις μία βοήθεια, από ανθρώπους σαν τον Ψαραντώνη, ώστε να σε γνωρίσουν και περισσότεροι. Επίσης, μου αρέσει να σπάει η μονοτονία, το να μην τραγουδάω μόνος μου σε όλο το cd, αλλά να συμμετέχουν και άλλοι, άνθρωποι που εκτιμώ και να ερμηνεύουν από ένα τραγούδι.  

 

Σε μία εποχή «σκληρού» ρεαλισμού από τον πρώτο κιόλας δίσκο, βασίζεσαι σε στίχο με έντονο το στοιχείο του συμβολισμού και του φαντασιακού…
Αν ο στίχος ήταν ωμός, θα πήγαινε σε άλλες κατευθύνσεις. Στη μουσική που παίζω ταιριάζει και μου αρέσει το στοιχείο του «ταξιδιού» στο στίχο, το να μένουν κάποια πράγματα πιο ανοιχτά στην προσωπική ερμηνεία του καθενός. Να υπάρχει αυτή η ελευθερία και να σου δημιουργούνται εικόνες, που και πάλι επικοινωνούν κοινωνικά μηνύματα. Ιδίως τώρα στο δεύτερο cd, όπου υπάρχουν κομμάτια όπως το «Πρέπει να αρπάξουμε φωτιά». Όταν διάβασα το στίχο του Μανέλα μου ήρθε κατευθείαν η μουσική, αφού ο στίχος είναι πολύ άμεσος, θέλει κάτι απλό και με στοιχεία πανκ – ροκ. Δεν έχει κάποια ευρεσιτεχνία, επί τούτου. Στο «Έξω από τα μέτρα» υπάρχουν πιο «άμεσα» κομμάτια, ως προς το νόημα.

 

«Πρέπει να αρπάξουμε φωτιά» για να ξεφύγουμε από το επικίνδυνο σταυροδρόμι των όσων ζούμε με την άνοδο του φασισμού, τη χειραγώγηση της κοινωνίας και της πληροφορίας;
Το «πρέπει να αρπάξουμε φωτιά» το λέμε μεταφορικά, αλλά ας το πάρει κανείς όπως θέλει. Να «αρπάξουμε φωτιά» μέσα μας, να ξεκουνηθούμε λιγάκι. Πόσο ακόμη θα συμβαίνουν όλα αυτά; Να τελειώνει αυτή η ιστορία, επιτέλους. Να βγούμε και στους δρόμους, ναι. Αυτό που περνάμε τώρα δεν μας αξίζει και νομίζω ότι σαν γενιά δεν ευθυνόμαστε. Ωστόσο, δεν έχω καταλάβει εάν είμαστε τελείως εντάξει ή μεγαλώνοντας μπαίνουμε στο ίδιο «τρυπάκι» με τους παλιότερους. Όμως μέσα μου αισθάνομαι πως σιγά – σιγά «ξυπνάει» ο κόσμος και αργά ή γρήγορα κάτι θα γίνει.