Ο Γιάννης Κυριακίδης είναι ένας συνθέτης που γεννήθηκε στην Κύπρο, μεγάλωσε και σπούδασε στην Αγγλία αλλά εδώ και χρόνια έχει εγκατασταθεί και εργάζεται στην Ολλανδία. Η συναυλία του με τους Maze Ensemble στα πλαίσια του Update Festival που πραγματοποιήθηκε στην Στέγη Γραμμάτων Και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση τον Φεβρουάριο ήταν από τις πιο ενδιαφέρουσες που παρακολούθησα μέχρι στιγμής εφέτος (περισσότερα εδώ) και όχι συμπτωματικά. Όπως φαίνεται από αυτήν την –έστω και αρκετά ετεροχρονισμένη– συνέντευξη του είναι ένας από τους λίγους δημιουργούς που έχουν τόσο βασανισμένη και γι’ αυτό απολύτως συγκροτημένη θέση για το τι ακριβώς σημαίνει «σύγχρονη μουσική» τον εικοστό πρώτο αιώνα.

Η κυπριακή μουσική παράδοση –αλλά ίσως και η ελληνική– έπαιξαν κάποιον ρόλο στην διαμόρφωση της συνθετικής σου προσωπικότητας;

Ναι, πάντα αγαπούσα την παραδοσιακή μουσική αφενός για λόγους εθνικής ταυτότητας –ως «εξόριστος» Έλληνας– και αφετέρου επειδή με ελκύει ο τρόπος που αφήνει πολλά ίχνη του πολιτισμού αλλά και της Ιστορίας. Η ελληνική μουσική έχει μια τέτοια πλούσια παράδοση. Περιηγήθηκα στην Ελλάδα με το βιολί μου όταν ήμουν δέκα οκτώ ετών μαθαίνοντας την παραδοσιακή μουσική ενώ την ίδια εποχή είχα την ευκαιρία να την μελετήσω με τον Ross Daly.

 

Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι αν και σπούδασες στην Αγγλία το έργο σου παρουσιάζει αρκετές εκλεκτικές συγγένειες με εκείνο συνθετών που εργάζονται στο γαλλικό IRCAM όπως –για να αναφέρω μόνο δύο παραδείγματα από την Ελλάδα– η Γεωργία Σπυροπούλου και ο Γιώργος Απέργης που έκλεισε το Update Festival μία ημέρα μετά από εσένα. Πώς το εξηγείς ο ίδιος αυτό;

Αν και όντως μεγάλωσα και σπούδασα στην Αγγλία πάντα αισθανόμουν πιο κοντά στην ευρωπαϊκή όπως επίσης και στην αμερικανική πειραματική μουσική παράδοση. Συχνά δουλεύω και στη Γαλλία και βλέπω μια συγγένεια και με αρκετούς από τους μουσικούς εκεί. Γνωρίζω και εκτιμώ το έργο του Γιώργου Απέργη αν και θεωρώ ότι –όπως άλλωστε και το δικό μου– δε βρίσκεται στο επίκεντρο μίας συγκεκριμένης κουλτούρας αλλά στο μεταίχμιο πολλών.

 

Γιατί δεν παρέμεινες και μετά τις σπουδές σου σε μια χώρα με μακρά παράδοση στον μουσικό πειραματισμό όπως η Αγγλία; Και αντίστοιχα, τι σε έκανε να επιλέξεις ως χώρα διαμονής και κυρίως εργασίας την Ολλανδία;

Αυτό που με προσέλκυσε στην Ολλανδία ήταν η μουσική του Louis Andriessen ο οποίος τελικά έγινε δάσκαλος μου. Η Ολλανδία ήταν και παραμένει ένα σπουδαίο μέρος για την πειραματική μουσική εξαιτίας μιας ανοιχτής προσέγγισης στην ανανέωση της παράδοσης την οποία διαθέτει. Το πρόβλημα μερικές φορές σε χώρες με μιαν ισχυρή ακαδημαϊκή παράδοση όπως η Αγγλία και η Γαλλία είναι ότι υπάρχει περισσότερος πολιτισμικός συντηρητισμός. Ένας από τους λόγους που έμεινα στην Ολλανδία είναι η υποστήριξη στον πειραματισμό και η ανατροπή πολλών συμβατικοτήτων ενός μεγάλου μέρους της avant garde οι οποίες υπάρχουν εκεί.

 

Εξακολουθείς να θεωρείς τον εαυτό σου συνθέτη/μουσικό ή πλέον προτιμάς να αποκαλείσαι multimedia δημιουργός;

Μερικές φορές διστάζω να χρησιμοποιήσω τον όρο multimedia αν και διδάσκω ένα μάθημα που λέγεται «μουσικά multimedia» στο Βασιλικό Ωδείο της Χάγης. Ο λόγος είναι ότι πιστεύω πως η ίδια η μουσική είναι ήδη «multimedia» και δε δέχομαι ότι ήταν ποτέ μια «καθαρή» και «αφηρημένη» δημιουργική έκφραση, ειδικά καθώς διάφορα «μέσα» συχνά καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο την ακούμε.

 

Τι σε έκανε να αρχίσεις να χρησιμοποιείς οπτικά και άλλα μη ηχητικά στοιχεία; Θεωρείς αυτά τα multimedia στοιχεία τμήμα της συνθετικής σου παλέτας ή είναι κάτι άλλο, ανεξάρτητο που λειτουργεί συμπληρωματικά ως προς το καθαρά μουσικό σου έργο;

Άρχισα να σκέφτομαι να χρησιμοποιήσω άλλα μέσα σαν ένα τρόπο για να «επανανοημαδοτήσω» τη μουσική. Τότε άρχισα να ενδιαφέρομαι για το ποια είναι τα όρια της μουσικής έκφρασης, τι ακριβώς είναι αυτό που επικοινωνεί η μουσική και επίσης τι είναι εκείνο το οποίο τα συμπαρομαρυτούντα μίας σύνθεσης –ο χώρος στον οποία παίζεται, οι τίτλοι, ο ενδυματολογικός κώδικας, η προέλευση και το υπόβαθρο των μουσικών– επικοινωνούν. Μετά σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να παίξω με όλες αυτές τις παραμέτρους, να υπονομεύσω τις προσδοκίες του κοινού από αυτό που ακούει θεωρώντας ότι είναι μέσα στο πεδίο του συνθέτη να σκεφτεί για όλους αυτούς τους παράγοντες που σχετίζονται με τη μουσική και ίσως και να συνθέσει χρησιμοποιώντας τους, κατά κάποιο τρόπο να ασχοληθώ και με την κορνίζα γύρω από τον πίνακα.

 

Βρίσκω πολύ ενδιαφέρον το ότι έχεις συνεργαστεί έστω και με ένα μέλος ενός τόσο πολιτικοποιημένου αλλά και διαφορετικού, ακόμα και πρωτοποριακού ως προς τη χρήση της ηλεκτρικής κιθάρας, rock συγκροτήματος όπως οι Ex. Πώς και γιατί προέκυψε αυτή η συνεργασία;

Η συνεργασία μου με τους Ex –και πιο συγκεκριμένα με τον Andy Moor– απλά ήρθε μέσα από την φιλία μας. Την δεκαετία του ’90 έπαιζα συχνά ως αυτοσχεδίαστης σε μερικούς χώρους υπό κατάληψη στο Άμστερνταμ και εκεί γνώρισα τον Andy, γίναμε πολύ στενοί φίλοι κατ' αρχήν εξαιτίας της κοινής μας αγάπης για τα ρεμπέτικα (!) αλλά επίσης και εξαιτίας του κοινού μας παρελθόντος, έχουμε και οι δύο μεγαλώσει στο Λονδίνο και αμφότεροι έχουμε μεσογειακές ρίζες καθώς η μητέρα του είναι Ιταλίδα. Αρχίσαμε να παίζουμε μαζί και εξακολουθούμε να το κάνουμε και επίσης συνιδρύσαμε μια δισκογραφική εταιρεία, την Unsounds, η οποία υπάρχει ακόμα και τα πηγαίνει πολύ καλά. Αναμφίβολα με επηρέασε πολύ ως προς το πως αντιλαμβάνομαι τον ήχο, την σωματικότητα του και την πλευρά της ζωντανής εκτέλεσης όπως επίσης και σχετικά με το κοινωνικό περιεχόμενο της μουσικής.

 

Πέραν από το εύλογο γεγονός του ότι σχεδόν η μισή από την χώρα καταγωγής σου τελεί υπό ξένη κατοχή επί σαράντα ολόκληρα χρόνια θα έλεγες ότι υπάρχουν άλλες πολιτικές αναφορές στην δουλειά σου; Ή μήπως το πολιτικό στοιχείο είναι νομοτελειακά σύμφυτο με μουσική τόσο πρωτοποριακή και η οποία εκ φύσεως διαρρηγνύει τα όρια όπως η δική σου;

Κατ' αρχήν ας ξεκαθαρίσω ότι δε θεωρώ ότι η Κύπρος τελεί υπό ξένη κατοχή καθώς δεν πιστεύω ότι οι Τουρκοκύπριοι είναι ξένοι στο νησί. Η πολιτική κατάσταση όμως που οδήγησε στην τραγική Ιστορία της χώρας είναι μια εμμονή μου, κατά ένα μέρος προσπαθώντας να την καταλάβω και κατά ένα άλλο επειδή η μουσική και η πολιτική είναι πάντα πολύ στενά συνδεδεμένες. Αν και θα ήταν φυσικά πολύ απλοϊκό να σκεφτεί κανείς ότι μπορεί να αλλάξει την πολιτική διαμέσου της μουσικής μπορεί πάντα να έχει υπόψη την πολιτική διάσταση της μουσικής και να έχει γνώμη για την πολιτική ιδεολογία από την οποία εμφορείται η μουσική κάποιου. Για εμένα αυτό εκφράζεται με το να θέτω ερωτήματα επί της φόρμας αλλά και της ακρόασης γιατί η μουσική τελικά έχει να κάνει με το πως επικοινωνούν οι άνθρωποι και με το πως αυτοοργανώνεται η κοινωνία.

 

Οι Maze είναι προσωπικό σου σχήμα που έχεις σχηματίσει και διευθύνεις ο ίδιος ή απλά το σύνολο το οποίο προτιμάς να εκτελεί τη μουσική σου;

Οι Maze προέκυψαν από ένα μεγαλύτερο σχήμα το οποίο διεύθυνα, τους Ensemble Mae. Σε κάποιο σημείο αισθανθήκαμε την ανάγκη να επικεντρωθούμε σε ένα συγκεκριμένο μουσικό ύφος, ημι-αυτοσχεδιαστικό και με μη τελικά γραμμένη παρτιτούρα, το οποίο δεν ήταν απαραίτητα αυτό που έκανα ως συνθέτης αλλά με ενδιέφερε πολύ σαν εκτελεστή. Ο σχηματισμός των Maze πέρυσι όμως μου έδωσε τη δυνατότητα να εξερευνήσω αυτές τις ιδέες και στη δική μου μουσική, κάτι που βρίσκω πολύ συναρπαστικό. Στην πραγματικότητα πάντως το μεγαλύτερο μέρος της μουσικής που παίχτηκε στην Στέγη είχε γραφτεί πριν τον σχηματισμό των Maze αν και οι συγκεκριμένοι μουσικοί το έχουν ξαναπαίξει. Αυτή την εποχή γράφω ένα νέο έργο για τους Maze με τίτλο «Trackers» του οποίου η παρτιτούρα θα είναι μία διαδραστική App για tablet και, εκτός από αυτό, θα χρησιμοποιηθεί επίσης σαν όργανο αλλά και σαν οθόνη για το κοινό! Θα το παρουσιάσουμε για πρώτη φορά τον Μάιο στην Ιταλία, στο Angelica Festival της Μπολόνια.

 

Και ποια είναι τα πιο άμεσα σχέδια σου μετά από αυτή την συναυλία στην Στέγη; Υπάρχει στα πλάνα σου, έστω και μακροπρόθεσμα και μια επόμενη εμφάνιση στην Ελλάδα;

Εργάζομαι ταυτόχρονα επάνω σε αρκετά νέα έργα και μερικά από αυτά φυσικά και θα παιχτούν και στην Ελλάδα, το ελπίζω τουλάχιστον γιατί πάντα απολαμβάνω το να βρίσκομαι εδώ. Θα έλεγα ότι σχεδόν είναι το σπίτι μου...

 

Και καθώς κάθε χώρα και όχι μόνον η Κύπρος ή και η Ελλάδα θα ήθελαν να διαθέτουν έναν συνθέτη σαν τον Γιάννη Κυριακίδη θα χαρούμε πολύ και εμείς να τον ξαναδούμε και κυρίως να ακούσουμε περισσότερα από τα τόσο ριζοσπαστικά έργα του...