«Έβαλε γκολ από τα αποδυτήρια» όπως αρέσκεται να λέει και ο άνθρωπος που πρώτος τον πίστεψε και τον στήριξε, ο στιχουργός Κώστας Φασουλάς. Ο Δημήτρης Κογιάννης, 25 μόλις χρόνων μάς συστήνεται με τον «Aldebaran»* (δίσκο παραγωγής και επιμέλειας του Μικρού Ήρωα, του Άγγελου Σφακιανάκη) ο οποίος περιέχει 12 μελοποιημένα ποιήματα ερμηνευμένα από μια πλειάδα γνωστών αλλά και νεότερων τραγουδιστών (Σκουλάς, Πασχαλίδης, Νέγκα, Αντωνοπούλου, Αλκαίου, Κουλιά, Ρίζος, Καρράς, Ramone, Φιλίππου, Κουταβά). Οι στίχοι ποιητών όπως ο Καρυωτάκης, ο Ουράνης, η Πολυδούρη, ο Λεοντάρης γίνονται καθαρόαιμα σύγχρονα μελωδικότατα τραγούδια αναμειγνύοντας μουσικές και ρυθμούς ανατολής και δύσης, βαλκανικούς ήχους και reggae μουσική, σκληρές κιθάρες και μπαγλαμά δημιουργώντας μιαν από τις πιο ενδιαφέρουσες δισκογραφικές προτάσεις στο χώρο της μελοποιημένης ποίησης -και όχι μόνο- των τελευταίων ετών.

 

Δημήτρη, πώς θα αυτοπαρουσιαζόσουν για να σε γνωρίσουμε...;
Ξεκίνησα πριν δέκα χρόνια παίζοντας τύμπανα σε διάφορα συγκροτήματα. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια άρχισα να μαθαίνω πιο ουσιαστικά τη μουσική, ως αυτοδίδακτος κιθάρα-πλήκτρα και να γράφω μελωδίες. Τα ακούσματά μου μέχρι τότε ήταν από τον χώρο του ξένου alternative ροκ. Όταν όμως άρχισα να δημιουργώ και μελωδίες είχα την ανάγκη να μελοποιήσω στίχους όχι όμως στην αγγλική γλώσσα, αλλά στα ελληνικά, διότι πιστεύω πως αν έχεις την ανάγκη να δημιουργήσεις κάτι ουσιαστικό, θα πρέπει να έχεις ελληνικό στίχο. Κι αυτό γιατί ναι μεν, η ξενόγλωσση ελληνική σκηνή γνωρίζει άνθιση, όμως το επίπεδο των αγγλικών στίχων παραμένει χαμηλό εξαιτίας και της τεχνοτροπίας της γλώσσας σε αντίθεση με τον ελληνικό της πλούτο. Έτσι, πριν τέσσερα χρόνια, αναζήτησα ποιήματα καθώς αγαπούσα την ποίηση από παλιά. Προέκυψαν, λοιπόν, τότε, εκτός από τραγούδια με δικούς μου στίχους και δύο τραγούδια που υπάρχουν στο δίσκο, «Ο κήπος είμαι» του Κώστα Καρυωτάκη και το «Ω, μη με βλέπετε που κλαίω» της Μαρίας Πολυδούρη.


* Aldebaran (Αλντεμπαράν) = Η αραβική ονομασία του αστέρα α του αστερισμού του Ταύρου. Η αρχαία ελληνική ονομασία ήταν "νότιος οφθαλμός του Ταύρου". Σήμερα σημαίνει "αυτός που ακολουθεί".


 

Μου κάνει εντύπωση πως οι πρώτες μελωδίες που γράφεις δεν είχαν σχέση με το μουσικό σου παρελθόν. Το ποίημα της Πολυδούρη, που ερμηνεύει η Νέγκα, είναι ένα μεταμορφωμένο μεν πλην όμως ζεϊμπέκικο.
Ναι, είναι ένα μυσταγωγικό ζεϊμπέκικο, όπως μου αρέσει να το αποκαλώ... Όταν πήρα την απόφαση να μελοποιήσω ποιήματα απενεχοποίησα ασυνείδητα την ελληνική μουσική. Πράγματα από το χώρο του έντεχνου ελληνικού τραγουδιού που μου άρεσαν, αλλά λόγω ηλικίας και μουσικών ακουσμάτων δεν ήθελα να τα αποδεχτώ, άρχισα να αποδέχομαι ότι μου αρέσουν! Έτσι ξαναάκουσα πιο προσεκτικά τον «Σταυρό του Νότου» του Θάνου Μικρούτσικου και αυτός ο δίσκος, οφείλω να πω, οτι στάθηκε ως μια νέα αφετηρία στις επιλογές μου. Αυτός όμως που με βοήθησε ουσιαστικά στην νέα αυτή κατεύθυνση ήταν ο Κώστας Φασουλάς, με τον αδελφό του οποίου ο πατέρας μου ήταν συνάδελφος στην πρώην ΕΡΤ. Γνώρισα τον Φασουλά, του πήγα το ντέμο με τα δύο μελοποιήμενα ποιήματα και με δικά μου τραγούδια και με παρότρυνε να προχωρήσω στις μελοποίησεις και άλλων ποιημάτων. Ήταν και εξακολουθεί να είναι, μάλιστα περισσότερο από μένα, ενθουσιώδης για αυτά που άκουσε. Από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησα να μελοποιώ ποιήματα, δεν θεώρησα ότι κάνω κάτι παράτολμο και υπέρμετρα φιλόδοξο. Αντιμετώπισα το γεγονός θα έλεγα με μια αφέλεια, σαν να μελοποιώ απλώς κείμενα που αγαπώ. Ο μοναδικός μου στόχος ήταν να μελοποιήσω ποιήματα με έναν τρόπο που να λειτουργήσουν καθαρά ως τραγούδια και να εκφράζουν το σήμερα και τη γενιά μου. Είναι εκπληκτικό ότι ποιήματα γραμμένα, για παράδειγμα, τη δεκαετία του '20, περιγράφουν επακριβώς το σήμερα: «Απ΄τα περίσσια χρέη μου δίκαια να απαλλαγώ..», από το ποίημα της Πολυδούρη που τραγουδάει στον δίσκο η Ρίτα Αντωνοπούλου.

 

Οι μελωδίες σου είναι ποικιλόμορφες. Τα ποιήματα σε οδήγησαν σε αυτές ή το αντίστροφο;
Συνέβησαν και τα δύο. Για παράδειγμα όταν διάβασα το «Ω, μη με βλέπετε που κλαίω», είπα: «αυτό είναι καθαρά λαϊκό». Δεν ήθελα να το προσεγγίσω με τον λυρικό-γλυκο-ρομαντικό τρόπο που συνηθίζουμε να «διαβάζουμε» την Πολυδούρη. Γιατί άλλωστε δεν ήταν μόνο μια ρομαντική ποιήτρια. Ήταν μια φεμινίστρια, προχωρημένη, μάλιστα για την εποχή της. Να θυμίσω, για παράδειγμα, οτι πήγε σε ένα μεγάλο καφενείο της Αθήνας όπου πήγαιναν μόνο άνδρες και απαίτησε να της σερβίρουν... Το ποίημα του Βάρναλη, «Εθνική Πρωτομαγιά», που ερμηνεύει ο Βασίλης Σκουλάς είναι ένα πειραγμένο ηπειρώτικο με σκληρές παραμορφωτικές ξεκούρδιστες κιθάρες. Όπως ανέφερα, λοιπόν, και πριν, όταν απενοχοποίησα την ελληνική μουσική, άρχισα να ανοίγομαι στα διάφορα είδη της. Άρχισα να ανακαλύπτω τα ρεμπέτικα, τα παραδοσιακά παράλληλα με τη ροκ και τη φανκ που γνώριζα μέχρι τότε. Ανακάλυψα και τα βαλκανικά που τα θεωρώ το ροκ εν ρολ των σημερινών νέων. Έτσι, μελοποίησα ως balkan-με επιρροή και από ManuChaoαν ακούσεις προσεκτικά τα τύμπανα-, το «βαρύ» ποίημα του Κλείτου Κύρου, «Ώρα βουβή» που τραγουδά ο Δημήτρης Καρράς. Κι αυτό γιατί ο βαλκανικός ρυθμός δεν είναι μόνο «το πάρτυ» που γνωρίζουμε. Αν δουμε τους στίχους στα βαλκανικά τραγούδια δεν είναι απλώς εύθυμα στιχουργήματα. Η χήρα, μάλιστα, του Κύρου, όταν άκουσε το τραγούδι, μου είπε ότι ο Κλείτος θα χαιρόταν που το κομμάτι έγινε επαναστατικό και νεανικό. Γενικότερα, προσπάθησα να πλησιάσω, τη μελωδικότητα του Χατζιδάκι, την καλαισθησία του Καλαντζόπουλου, τη δυναμικότητα του Μικρούτσικου και την Ανατολή του Παπαδημητρίου και να «παντρέψω» αυτές τις επιρροές και τα είδη. Να συνταιριάξω, για παράδειγμα τη ρέγγε με τον μπαγλαμά όπως έκανα στο ποίημα του Ρώμου Φιλύρα, «Δεν ήτανε να γίνω» που τραγουδά η Βιολέτα Φιλίππου. Υπάρχουν όμως στο δίσκο και πιο παραδοσιακά τραγούδια όπως το «Έχω ένα αηδόνι» του Λαπαθιώτη με την ερμηνεία της Καίτης Κουλιά, τραγούδι επηρεασμένο από έναν συνθέτη που επίσης αγαπώ, τον Πέτρο Δουρδουμπάκη.

Ο δίσκος φέρει και την υπογραφή του Ανδριανού Παπαμάρκου. Πώς συνεργαστήκατε;
Ο Ανδριανός είναι ηχολήπτης και έχει ένα στούντιο ηχογραφήσεων στην περιοχή όπου μένω. Ξεκίνησα να πηγαίνω εκεί για να γράφω τις ιδέες μου και είδα οτι ταιριάζουμε στις μουσικές μας και ότι μπορεί να με βοηθήσει τεχνικά σε αυτά που υστερώ. Μέσα στον δίσκο υπογράφει τη μουσική σε δύο τραγούδια, στα δύο ποιήματα του Ουράνη, «Τα φορτηγά καράβια συλλογίζομαι» που ερμηνεύει ο Μίλτος Πασχαλίδης και το «Fontainedemedicis», ένα progressiveροκ κομμάτι, που τραγουδά ο ίδιος. Θεωρώ ότι αν δεν υπήρχε ο Ανδριανός σίγουρα αυτός ο δίσκος δεν θα είχε αυτή τη μορφή στο σύνολο των μελοποιήσεών του. Ο ρόλος του ήταν καταλυτικός.

 

Ο έτερος συνδημιουργός, θα έλεγα, του δίσκου, κρίνοντας από το εισαγωγικό του κείμενο, είναι ο παραγωγός της δουλειάς, ο Άγγελος Σφακιανάκης.
Με τον Σφακιανάκη μάς έφερε σε επαφή ο Φασουλάς. Δεν τον ήξερα για να σου πω την αλήθεια. Στην πορεία ανακάλυψα πόσο τρανός είναι. Λειτούργησε κυριολεκτικά ως παραγωγός φέρνοντας φοβερές ιδέες. Έπαιξε μάλιστα και κρουστά στον δίσκο, κάτι που είχε να κάνει πολλά χρόνια.

 

Τον δίσκο προλογίζει με ένα ιδιαίτερα εύστοχο και μεταφορικό τρόπο ο Δημήτρης Παπαδημητρίου γράφοντας: «Η εικόνα που μου δίνεται με το έργο αυτό είναι διπλή. Είναι φορές που βλέπω ένα παλαιό αναπαλαιωμένο αρχοντικό όπου διατηρήθηκε μεν η πρόσοψη αλλά τα ενδότερα τα συνέχει ξεκάθαρα η εξυπηρέτηση ενός σύγχρονου κατοίκου. Άλλες πάλι στιγμές προβάλλει ένας σοφός γέρος, κάτοικος σε ένα λοφτ, σου ανοίγει απρόσμενα μια μοντέρνα πόρτα».
Τον Παπαδημητρίου, επίσης, μου τον γνώρισε από κοντά ο Φασουλάς. Είναι, όπως είπα και πριν, ένας από τους αγαπημένους μου συνθέτες και μια από τις βασικές επιρροές μου. Του άρεσε πολύ η φρέσκια ματιά των τραγουδιών, όπως μου είπε, και τον ευχαριστώ πολύ για τη γενναιόδωρη χειρονομία του.

 

Υπάρχει μια πλειάδα τραγουδιστών στο δίσκο. Η επιλογή τους έγινε με βάση την ατμόσφαιρα του κάθε τραγουδιού;
Εν μέρει ναι. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις ήθελα να πετύχω αυτό το contrast που σου έλεγα. Για παράδειγμα να ακούσω τη φωνή της Λένας Αλκαίου στο «Κοντά σου» της Πολυδούρη με μαντολίνο και γιουκαλίλι. Οφείλω να πω ότι οι τραγουδιστές που επικοινωνήσαμε για να τραγουδήσουν ήρθαν με ιδιαίτερη προθυμία και είχαμε μια πολύ όμορφη συνεργασία. Μερικούς δεν τους γνώριζα, αλλά με άλλους είμαστε φίλοι, όπως με τον Απόστολο Ρίζο, τον οποίο τον θεωρώ εξαιρετικά ταλαντούχο όπως και τον Δημήτρη Καρρά, του οποίου η επανεκτέλεσή του στον «Ηλεκτρικό Θησέα» του Μαρκόπουλου πριν χρόνια, με οδήγησε να του προτείνω να συμμετέχει στο ποίημα του Κύρου. Η Μαρία Πισίνα είναι μαζί μου από την αρχή. Μια πολύ ταλαντούχα κοπέλα η οποία μου έφερε την πρωτογενή μελωδία για την «Εθνική Πρωτομαγιά» απλώς σιγοψιθυρίζοντάς την καθώς δεν γνωρίζει κανένα μουσικό όργανο! Φίλος και συνεργάτης μου και μεγάλο ταλέντο είναι και ο Δημητράκης Ramoneόπως και η Βιολέτα Φιλίππου, που τη θεωρώ μια νέα ακατέργαστη φωνή από τα παλιά με ένα ιδιαίτερο μέταλλο στη φωνή της. Τέλος, συμμετέχει και η Μαρία Κουταβα, μια εξίσου καλή τραγουδίστρια, η οποία με βοήθησε από την αρχή.

Ο δίσκος κυκλοφορεί ως βιβλίο-cdφαντάζομαι όχι μόνο γιατί έτσι έχει μικρότερο Φ.Π.Α..;
Παρόλο που και αυτό είναι βασικό στην εποχή μας, είδαμε τον δίσκο μαζί με τον Σφακιανάκη ως ένα μικρό έργο. Θέλαμε να συνταιριάσουμε τα κείμενα με την ακρόαση. Ήθελα όμως να υπάρχει ως έντυπη μορφή γιατί ένας δίσκος σήμερα είναι η επαγγελματική σου κάρτα, η ταυτότητα με την οποία συστήνεσαι. Αυτή είναι σημερινή του χρησιμότητα.

 

Πώς σκέφτεσαι να παρουσιάσεις ζωντανά τη δουλειά σου;
Δεν το γνωρίζω ακόμα. Ίσως ως ένα μικρό σύνολο από έγχορδα και κρουστά με τις φωνές του Δημητράκη και της Βιολέτας. Με ένα, δηλαδή, ευέλικτο σχήμα τεσσάρων ατόμων.

 

Σε μια εποχή που οι ζωντανές εμφανίσεις συντηρούν οικονομικά τους τραγουδιστές πώς επιβιώνει ένας νέος συνθέτης;
Γνωρίζω ότι δεν πρόκειται να κερδίσω χρήματα από τις πωλήσεις του δίσκου. Αυτό που θέλω είναι να ακουστώ, έτσι ώστε να μου δοθεί μακροπρόθεσμα η δυνατότητα να καταφέρω να υπάρξω γράφοντας μουσική. Όχι μόνο μουσική για τραγούδια αλλά και για θέατρο και για ταινίες. Σήμερα βιοπορίζομαι ωστόσο από τη μουσική παίζοντας liveμαζί με την μπάντα μου, τους What the Funk, στους ρυθμούς, Reggae-Ska-Dub και κάνοντας μαθήματα drumsαλλά και ως session μουσικός σε ηχογραφήσεις. Αυτό όμως που έχω πάντα στο μυαλό μου σε αυτές τις εποχές που ζούμε σχετικά με το πώς πρέπει να κινούνται οι δημιουργοί, είναι τα λόγια του Μάνου Χατζιδάκι όταν τον ρωτούσαν «τι έκανες Χατζιδάκι την εποχή της Χούντας που είχες φύγει στην Αμερική και δεν ήσουν εδώ; «Έκανα τον «Μεγάλο Ερωτικό», απαντούσε...