Για κάποιους είναι ο Οδυσσέας και για κάποιους άλλους ο Ιωάννου. Ανήκει στην προμνημονιακή γενιά. Γράφει στίχους για τραγούδια. Γράφει κείμενα. Παλιότερα σε έντυπα τώρα στο διαδίκτυο. Έχει τον τρόπο του και το κοινό του. Πολλοί τον αγάπησαν με το «Θάλασσα στη Σκάλα». Στις περισσότερες συνεντεύξεις του όταν ήταν διευθυντής στον Μελωδία 99,2 έπρεπε διαρκώς να απολογείται από αυτούς που πήγαιναν με διάθεση για να τον «στριμώξουν» αγνοώντας την καλλιτεχνική του διάσταση. Θα μπορούσε να είναι ο άγνωστος της Πατησίων, ή ο γνωστός της διπλανής συναυλίας, η ψυχή του πάρτυ ή ο μοναχικός τύπος που βολτάρει στα λιμάνια. Καλλιτεχνικά διανύει την πιο παραγωγική του περίοδο και αυτό οδήγησε στις παρακάτω ερωτήσεις.

Από την αποχώρησή σου από τον Μελωδία και μετά έχεις ενεργοποιηθεί πολύ περισσότερο στιχουργικά. Είναι σα να σε κράταγε κάτι ή σαν κάτι να άλλαξε μέσα σου.
Αρκετοί είναι οι λόγοι. Ο ένας είναι πως από τα δέκα χρόνια που ήμουν διευθυντής στον Μελωδία, τα τελευταία τρία ζορίστηκα πολύ, κυρίως ψυχολογικά, παγιδευμένος σε μία θέση που ούτε την επεδίωξα, αλλά ούτε μπορούσα να απεγκλωβιστώ. Χαιρόμουν πολύ τη δημιουργική δουλειά που κάναμε -συναυλίες, εκπομπές, εκδόσεις και δισκογραφικές παραγωγές- όμως το πακέτο περιελάμβανε και τις αρμοδιότητες ενός manager, όχι απλά καλλιτεχνικού διευθυντή, για τις οποίες δεν ήμουν κατάλληλος, αν και έμεινα δέκα ολόκληρα χρόνια. Άρα, εκείνα τα χρόνια μόνο δημιουργικός δεν θα μπορούσα να είμαι στη στιχουργική. Έγραφα στα «κενά», στα μικρά  διαλείμματα από τα ζορίσματά μου. Ο δεύτερος ήταν πως είχα κάποια κρατήματα για το αν είναι σωστό να συμμετέχω στην δισκογραφία και να είμαι παραγωγός. Ο τρίτος, είναι πως φεύγοντας από τον Μελωδία πολλαπλασιάστηκαν οι προτάσεις δισκογραφικών συνεργασιών από ανθρώπους που εκτιμούσαν τον τρόπο μου αλλά δεν με προσέγγιζαν, όπως μου είπαν,  λόγω της θέσης μου στον Μελωδία. Ο τέταρτος λόγος είναι απλά η γέννηση της κόρης μου. Δεν θα σου το αναλύσω περισσότερο αυτό.

 

Εκτός από τους στίχους στο νέο δίσκο του Γιάννη Κότσιρα σε μουσική Θάνου Μικρούτσικου και εκτός από τα τραγούδια που ετοιμάζεις με τον Θέμη Καραμουρατίδη να περιμένουμε κάτι άλλο;
Κάναμε δύο τραγούδια με τον Θέμη Καραμουρατίδη για την Γιώτα Νέγκα, έχω  γράψει τέσσερα στον καινούργιο δίσκο του Φίλιππου Πλιάτσικα, εκ των οποίων τα δύο τα μοιράζονται στο δίσκο ο Φίλιππος με τους Γάλλους Nouvelle Vague, ένα τραγούδι με τον Γιάννη Χαρούλη που θα πει ο Γιώργος Μαργαρίτης, ένα για την Ελένη Τσαλιγοπούλου και δύο με τον Κώστα Μπουντούρη για την Ευτυχία Μητρίτσα. Όμως οι δύο δίσκοι που ανέφερες είναι δύο δουλειές που τις έχω χαρεί ιδιαίτερα και περιμένω σαν μικρό παιδί να μπούμε στο στούντιο. Θα είναι ο τρίτος μου ολόκληρος δίσκος με τον Θάνο Μικρούτσικο και ο πρώτος με τον Γιάννη Κότσιρα. Η άλλη δουλειά, μού έχει χαρίσει  ήδη έναν καινούριο πολύτιμο φίλο, που νομίζω πως έχουμε ακόμη πολύ κοινό δρόμο μπροστά μας, τον Θέμη Καραμουρατίδη.  Είναι η πρώτη φορά που κάνω κάτι ολοκληρωμένο με μικρότερό μου, -ίσως τον πλέον ταλαντούχο της γενιάς του- όλες μου οι συνεργασίες είναι με συνομήλικους ή αρκετά μεγαλύτερους,  χωρίς να υποστηρίζω βέβαια πως η ηλικία από μόνη της σημαίνει κάτι. Θα είναι ένας δίσκος που θα μοιραστούν ερμηνευτικά η Νατάσσα Μποφίλιου και ο Σωκράτης Μάλαμας. Παράξενη τετράδα, ε;. 

Υπάρχουν και κάποιες κουβέντες για το 2015, αλλά ποιος κάνει τόσο μακροπρόθεσμα σχέδια στην Ελλάδα σήμερα;

 

Θέλεις να περιγράφεις την εποχή και την εξέλιξή της γράφοντας ένα κείμενο ή ένα τραγούδι;
Η αλήθεια πως αυτή η ανάγκη μου προκύπτει συνειδητά, περισσότερο στα κείμενα και στην αρθρογραφία και όχι στα τραγούδια. Εννοώ πως στα τραγούδια όταν ξεκινάς να γράψεις με τόσο συγκεκριμένες και στοχευμένες προθέσεις, συνήθως το αποτέλεσμα έχει πολύ κοντά πόδια. Δεν μπορείς να αγνοήσεις την εποχή και θες δεν θες για αυτήν θα μιλήσεις και για τους ανθρώπους που πιάνεις, που φιλάς, που μιλάς, και όχι για φανταστικούς ήρωες, όμως στην τέχνη το ζητούμενο είναι το αειθαλές και όχι το βιαστικά επικαιροποιημένο. Είναι πολύ εύκολο να παρασυρθείς από θυμό ή από την ματαιοδοξία να γράψεις το τραγούδι που θα εκφράσει την εποχή και τελικά να φτιάξεις κάτι κακότεχνο που δεν μπορεί να σταθεί κρινόμενο με τους κώδικες της τέχνης και τελικά να μην έχει βοηθήσει κανέναν και τίποτα. Μακάρι να ήμουν πάντα σίγουρος πότε το καταφέρνω και πότε όχι. Αλλά δεν θα είμαι ποτέ, είναι μια διαρκής σπουδή και μια περιπέτεια. Έτσι κι αλλιώς, στα τραγούδια οι προθέσεις που δηλώνονται εκ των προτέρων δεν έχουν καμία αξία, παρά μόνο ό,τι σου αποδίδεται εκ των υστέρων.

 Odysseas Ioannou1

Πως βλέπεις το γεγονός ότι οι περισσότεροι ραδιοφωνικοί παραγωγοί στα μουσικά ραδιόφωνα εμπλέκονται στην προώθηση καλλιτεχνών είτε μέσω δισκογραφικών, είτε μέσω γραφείων παραγωγής συναυλιών, είτε ως μάνατζερ;
Δεν είναι η πλειονότητα των παραγωγών αυτή. Δεν είναι οι περισσότεροι υπάλληλοι δισκογραφικών ή managers συναυλιών. Όμως έχω μάθει να κρίνω τα πάντα εκ του αποτελέσματος. Το πόσο βοηθάει κάποιος άνθρωπος από διάφορες έστω θέσεις το ελληνικό τραγούδι. Ξέρω πως από μόνο του αυτό που περιγράφεις ακούγεται ασυμβίβαστο και εξόχως ύποπτο, όμως από την πείρα μου σου λέω πως γνώρισα και ανθρώπους που κρατήθηκαν «καθαροί» από κάθε είδους διασυνδέσεις με καλλιτέχνες και ακριβώς λόγω της απόστασης και μιας δήθεν αντικειμενικότητας, εκείνο που έκαναν στο ραδιόφωνο και στον τύπο ήταν άνευρο, άνυδρο και καθόλου γοητευτικό. Δεν είμαστε χωρισμένοι σε δύο γυάλες, από δω οι παραγωγοί και από κει οι καλλιτέχνες, είναι αστείο αυτό στην εποχή μας και στην χώρα μας, που είμαστε όλοι μέσα σε ένα κοφίνι. Δεν είμαστε στην Νέα Υόρκη και οι καλλιτέχνες έχουν τα ίδια στέκια και ενίοτε τους ίδιους φίλους με εμάς.  Όσον αφορά την επαγγελματική σχέση παραγωγών με τραγουδιστές πάλι θα σου πω πως ακόμη κι εκεί μπορείς να διακρίνεις εντιμότητα ή σκέτη συναλλαγή. Αλλά ανεξάρτητα αν είναι ασυμβίβαστο ή όχι, δεν ήταν ικανό αυτό να αλλοιώσει ιδιαίτερα την αξιοκρατία- όπως τουλάχιστον την είχαμε εμείς στο κεφάλι μας.

 

Και αυτό γιατί το ενενήντα τοις εκατό του ελληνικού τραγουδιού τα τελευταία εβδομήντα χρόνια κυκλοφόρησε από δυόμισι όλες κι όλες δισκογραφικές! Τι άλλο να παίξεις, είτε δουλεύεις είτε δεν δουλεύεις σε δισκογραφική; Από το 2005 μέχρι το 2010, και με την γιγάντωση της  LYRA- LEGEND, το ογδόντα τοις εκατό του ρεπερτορίου που έπαιζε ο Μελωδία ήταν LYRA ή MINOS και κάτι λίγα από SONY και POLYGRAM. Εμείς αναγκάζαμε όλους τους καλλιτέχνες που ήταν μέσα στην φυσιογνωμία του σταθμού μας να υπογράφουν σε αυτές τις εταιρείες; Μάλλον όχι. Αλλά, εν κατακλείδι, από όσους εργάζονταν σε εταιρίες κι έκαναν και ραδιόφωνο ή έγραφαν στον Τύπο, κάποιοι κράτησαν ισορροπίες και κάποιοι άλλοι όχι, ανάλογα με τα ηθικά αντίβαρα του καθενός. Κατά περίπτωση κρινόμαστε όλοι. Ας μην αποδεχόμαστε επικίνδυνες θεωρίες περί συλλογικής ευθύνης.

 

Είναι αυτό ένας λόγος που τα μουσικά ραδιόφωνα παίζουν πολύ συγκεκριμένα πράγματα και συνήθως προτείνουν τους νέους καλλιτέχνες με τους οποίους εμπλέκονται οικονομικά οι παραγωγοί τους με τον έναν ή τον άλλο τρόπο;
Παραγοντισμός υπήρχε πάντα και πάντα θα υπάρχει. Όμως δεν είναι ίδιο το αποτύπωμα που άφησαν όλοι. Κάποιοι παραγόντισαν κι άφησαν πράγματα πίσω τους, και πήραν μια γενιά από το χέρι και την έκαναν μια ωραία βόλτα στον κήπο του καλού τραγουδιού, και τους το πιστώνει ο κόσμος ακόμη, και άλλοι  παραγόντισαν και κάπου το έχασαν πιστεύοντας πως οι ίδιοι ήταν σημαντικότεροι από τα τραγούδια που έπαιζαν ή από τα τραγούδια για τα οποία έγραφαν κριτικές. Θα τολμήσει κανείς να προσάψει το παραμικρό στον Γιάννη Πετρίδη που ενώ ήταν παραγωγός στο κρατικό ραδιόφωνο ήταν και διευθυντής του ελληνικού παραρτήματος μεγάλης πολυεθνικής δισκογραφικής εταιρίας;


Πίσω από τέτοιες επιθέσεις, το κίνητρο είναι συνήθως προσωπικό κι ας ντύνεται με τον μανδύα της έντιμης διάκρισης ανάμεσα στο ηθικό και μη ηθικό.
Από την άλλη δυσκολεύομαι πολύ –ειδικά σήμερα-να κάνω μάθημα περί ηθικής σε ανθρώπους που βιώνουν την απόλυτη ανηθικότητα της ένδειας της οικογένειάς τους. Ξέρω πως αυτό δεν είναι δικαιολογία, στα δύσκολα είναι που πρέπει να κρατιέσαι, αλλά είναι μία πραγματικότητα τόσο ωμή και βίαιη που δεν ξέρω πώς την παλεύεις.

 

Υπάρχει σοβαρή δημοσιογραφική καταγραφή των μουσικών γεγονότων γύρω μας ή τα περισσότερα σημαντικά πράγματα πια μας ξεφεύγουν;
Αν μου έκανες αυτήν την ερώτηση πριν δυο τρία χρόνια θα ακουγόμουν σαν γκρινιάρης γεράκος που δεν βλέπει άξιους συνεχιστές της δικής μας φουρνιάς. Απλά, δεν ήμουν ενημερωμένος. Έχω αρχίσει να διαβάζω εξαιρετικά κείμενα, άποψης, εμβάθυνσης και κυρίως -γιατί είναι πρωτεύον αυτό για μένα- κείμενα από ανθρώπους που με πείθουν πως το ελληνικό τραγούδι το αγαπάνε πραγματικά, είναι πάθος και δεν έγιναν γραφιάδες από επιδειξιομανία, περιφέροντας την αμετροέπειά τους, τις χολές τους και εν τέλει την ανεπάρκειά τους, βαφτίζοντάς τες αυθεντία και «αντικειμενικότητα». Ποτέ δεν θα μάθω τι ακριβώς σημαίνει αντικειμενικότητα όταν μιλάς για τα πάθη σου και πώς τα ρεγουλάρεις. Και επειδή οφείλω να μιλάω με ονόματα, όσον αφορά τις καλές υπογραφές που έχω διακρίνει, αναφέρομαι στην αφεντιά σου Μιχάλη, και στο Μusicpaper, στον Σπύρο Αραβανή, στον Γιώργο Μυζάλη, σε συντάκτες του Όγδοο, του Avopolis, και αρκετών άλλων μουσικών sites που έχουν ξεπηδήσει τον τελευταίο καιρό και συγγνώμη από όσους ξεχνάω ή δεν τους έχω ανακαλύψει ακόμα.  Υπάρχει μια μεγάλη ομάδα τριαντάρηδων που έχει πάρει στα χέρια της μια ακριβή ιστορία και την συνεχίζει με σεβασμό, γνώση και αγάπη. Μακάρι να αποφύγετε τις φτήνιες και τις παγίδες των προσωπικών ανταγωνισμών, των πικρών χολών μόνο και μόνο για να συζητηθούν τα κείμενα και το όνομά σας, και της «εκτέλεσης συμβολαίων», αλλά ακόμη κι αν δεν γίνει αυτό –γιατί είμαστε όλοι ατελείς φύσεις- τουλάχιστον να μην παραδώστε κάτι λιγότερο από ό,τι παραλάβατε.

 

Πως σου φαίνεται το γεγονός ότι ο καθένας μπορεί πια να σχολιάσει τους στίχους σου και τη δουλειά σου δημόσια στο facebook;
Μια χαρά. Αλλά και να με πείραζε, το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Απλά έχει μικρότερο ειδικό βάρος πια. Εννοώ πως όταν σου έγραφαν κάποτε κάτι τα Νέα ή η Ελευθεροτυπία, το διάβαζε όλη η Ελλάδα και ήταν και αντικείμενο συζήτησης.  Λέγαμε: «διάβασε τι γράφτηκε!» Τώρα, με όλη την Ελλάδα να γράφει στο facebook, η αξία του κάθε post έχει την αξία μιας  συζήτησης παρέας σε ένα μπαρ, ακόμη κι αν το διαβάσουν δέκα χιλιάδες. Έχουν γραφτεί τα πάντα για όλους. Όλη η βεντάλια της υπερβολής είναι ορθάνοιχτη. Μπορείς να διαβάσεις από το ότι είσαι ο Έλληνας Προυστ μέχρι πως είσαι ό,τι πιο ατάλαντο φύτρωσε ποτέ σε αυτήν την χώρα. Εδώ, είχα διαβάσει σε ημιεπίσημο δεξιόστροφο site : “Σιγά μωρέ, τι θα ήταν ο Μίκης Θεοδωράκης αν δεν τον προωθούσε το ΚΚΕ; Ένας μέτριος συνθέτης” (!!!).  Έχουν γραφτεί απίθανοι διθύραμβοι για τραγούδια μου τα οποία αντικειμενικά είναι μέτρια και δεν ακούγονται πουθενά πια, και πολύ ειρωνικά σχόλια για τραγούδια που δείχνουν πως «καβαλάνε» ήδη μια γενιά και συνεχίζουν. Έτσι κι αλλιώς και η καλύτερη κριτική αλλά και η πιο μικρόψυχη θα ζήσουν πολύ λιγότερο ακόμη και από το πιο κακό τραγούδι. Όμως ό,τι και να σου γράψουν, όσο άσχημο και να είναι, όταν έχεις διαβάσει κάτι τέτοιο για τον Μίκη λες «Θεούλη μου, μια χαρά είμαστε εμείς!»

 

Υπάρχουν φορές που δέχεσαι επιθετικές συμπεριφορές από καλλιτέχνες ή ακροατές επειδή σε θεωρούν μέρος ενός κατεστημένου συστήματος;
Όχι, δεν μου έχει συμβεί από ακροατές. Αυτές είναι συντεχνιακές, «εσωτερικές» μας υποθέσεις και έχθρες. Φαντάζεσαι πως υπάρχει έστω και ένας άνθρωπος που έχει αγαπήσει κάποιο τραγούδι μου, ο οποίος θα σκεφτεί πως την εποχή που το έγραψα ήμουν διευθυντής σε ραδιοφωνικό σταθμό και θα το ξεαγαπήσει; Φυσικά έχω γίνει αποδέχτης παραπόνων από καλλιτέχνες που θεωρούσαν -δικαίως ή αδίκως δεν έχει σημασία- πως δεν τους δίναμε στον Μελωδία το χώρο που τους αναλογούσε, όμως αυτό είναι απόλυτα λογικό και ανθρώπινο. Όταν αισθάνεσαι πως αδικείσαι θα αντιδράσεις. Είπαμε, όλοι είμαστε ατελείς, με αδυναμίες και πολλές φορές πρέπει να δώσεις μάχη για να πείσεις πως τα λάθη σου δεν είχαν τα ταπεινά ελατήρια που σου προσάπτουν. Κάποιες φορές έρχεται η ζωή και απαντάει και συνήθως αποστομωτικά, αλλά αργεί... Φυσικά και έχω ακούσει και έχω διαβάσει πως έπαιρναν τους στίχους μου μόνο και μόνο επειδή ήμουν στον Μελωδια. Βέβαια, ένας λιγάκι ικανός δημοσιογράφος θα μπορούσε να βρει πως όσο ήμουν στον Μελωδία ο μέσος όρος των δισκογραφημένων τραγουδιών μου από το 1992 έως το 2008 -πλην του 1999 που έγινε ο δίσκος με τον Θάνο και τον Βασίλη-  ήταν κάτι λιγότερο από τρία τραγούδια τον χρόνο! Μετά τον Μελωδία, είναι περίπου είκοσι πέντε με τριάντα.

 

Όμως, υπάρχει κάποιος που κατηγορεί σήμερα τον Γιώργο Παπαστεφάνου πως όταν έγραφε τους στίχους στα υπέροχα τραγούδια τους με τον Γιάννη Σπανό ήταν ταυτόχρονα και παραγωγός στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση; Ή πως όταν έγραφε τις τραγουδάρες του ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, αρθρογραφούσε και στα Νέα; Θα καθίσουμε να μετρήσουμε πόσο Γιάννη Σπανό έπαιζε άραγε στις εκπομπές του ο Παπαστεφάνου ή αν ο Σπανός σκέφτηκε ιδιοτελώς παίρνοντας στίχους του ή αν έγραφε καλά λόγια για τον Ξαρχάκο, τον Πλέσσα και τον Καλδάρα στην στήλη του Λευτέρης; Ακούγεται αστείο πια, όταν έχουν μιλήσει πια τελεσίδικα όλα αυτά τα σπουδαία τραγούδια.  Όλα εκεί θα κριθούν. Πουθενά αλλού. Στα τραγούδια που θα μείνουν ή δεν θα μείνουν. Για όσο...

Καταλαβαίνω απόλυτα τις κατηγορίες περί συστήματος και κατεστημένου, και τις δικαιολογώ. Πολλές φορές τα πράγματα ακόμη κι αν ήταν καθαρά δεν φαίνονταν καθαρά προς τα έξω, κι αυτό δημιούργησε έλλειμμα εμπιστοσύνης.


Δεν αδικώ την γνήσια και ειλικρινή καχυποψία, ήταν και είναι λογικός και χρήσιμος αυτός ο σκεπτικισμός. Κάποιες φορές βέβαια ξέφυγαν τα πράγματα και στήθηκαν απίστευτες συνομωσιολογικές θεωρίες, για γεγονότα και προθέσεις που ξεπερνούσαν την επιστημονική φαντασία. Υπάρχει γνωστός συνθέτης, μόνιμος κάτοικος επαρχίας που διακίνησε θεωρία πως εμείς οι «Αθηναίοι» μαζευόμασταν τα βράδια και κουβεντιάζαμε πώς θα τον θάψουμε, μόνο και μόνο γιατί ήταν επαρχιώτης! Ας πούμε πως δίχως μεγάλη φαντασία δεν γίνεσαι και μεγάλος καλλιτέχνης και ας το κλείσουμε εκεί.

 

Από όταν ξεκίνησες να κάνεις ραδιόφωνο και να καταγράφεις ή να συμμετέχεις στο ελληνικό τραγούδι τι είναι αυτό που δεν υπάρχει πια και θα το ήθελες;
Μου έχει λείψει το «γεγονός» της κυκλοφορίας ενός δίσκου. Σήμερα οι δίσκοι βγαίνουν στα μουγκά, απόλυτα εχέμυθα... Οι συνεντεύξεις Τύπου και οι παρουσιάσεις που γίνονταν στην δεκαετία του 80 και του 90, ήταν γεγονότα. Μαζευόμασταν, ακούγαμε, γίνονταν γερές συζητήσεις. Ήταν άλλη η θέση του τραγουδιού στην ζωή μας. Κάτι πολύ περισσότερο από προϊόν και κατανάλωση. Θυμάμαι και ιδιαίτερα «ζωηρούς» διαλόγους μέσα από τα περιοδικά - Μουσική, Ήχος, Ποπ και Ροκ- μεταξύ συντακτών ή μέσα στη στήλη των αναγνωστών. Δεν έλειπαν βέβαια και οι χαριτωμένες υπερβολές, θυμάμαι απίστευτες κόντρες ανάμεσα σε αναγνώστες και συντάκτες για ένα ρίφ στην κιθάρα σε κάποιο ελληνικό τραγούδι το όποιο παρέπεμπε ευθέως στο ρίφ ενός βρετανού κιθαρίστα -που τον ήξεραν μόνο πέντε άνθρωποι- κάποιου τάδε συγκροτήματος που ηχογραφούσε σε ένα υπόγειο στο Λίβερπουλ, δίπλα σε έναν φούρνο που σύχναζαν Έλληνες το πρωί για τυρόπιττες, και το άκουσαν και το έκλεψαν... Παρανοϊκές καταστάσεις, αλλά γοητευτικές, γαμώτο!


Τι θετικό βλέπεις να έρχεται;
Πραγματικά, εμένα βρήκες να ρωτήσεις; Δεν έχω ιδέα τι έρχεται. Θα σου απαντήσω όπως απαντάω συνήθως σε αυτήν την ερώτηση. Δεν έχει την παραμικρή σημασία τι προβλέπει ο καθένας. Η διαφορά του αισιόδοξου από τον απαισιόδοξο δεν βρίσκεται στην πρόβλεψη για το μέλλον, αλλά τι κάνει στο παρόν του. Αν είσαι δημιουργικός, παράγεις ομορφιά, συμμετέχεις, δεν έχεις παραλύσει, δεν έχεις πετάξει λευκή πετσέτα, τότε είσαι αισιόδοξος ανεξάρτητα αν προβλέπεις πως όλα θα πάνε χάλια. Αν πάλι είσαι από εκείνους που παπαγαλίζουν την εμφιαλωμένη ατάκα “ όλα καλά θα πάνε” αλλά δεν σε βλέπω και ιδιαίτερα ζωηρό σε κάτι, τότε είσαι η φατσούλα δίπλα στο λήμμα της απαισιοδοξίας.