altΕίναι ένας από τους ακριβοθώρητους συνθέτες, γιος του σκηνοθέτη Γρηγόρη Γρηγορίου και της ποιήτριας Μαρίας Παπαλεονάρδου, με πλούσιο έργο (περιλαμβάνει έργα για ορχήστρα, για χορωδία και σολίστες, έργα μουσικής δωματίου, έργα για πιάνο, κύκλους τραγουδιών, έργα για συνθεσάιζερ, μουσική για κινηματογράφο και θέατρο κ.ά.). Μεταξύ των άλλων από το 1985 μέχρι το 1994 συνεργάστηκε και ως παραγωγός της σειράς εκπομπών «Το μουσικό εργαστήρι του Τρίτου», με σκοπό την προώθηση της σύγχρονης μουσικής δημιουργίας. Με αφορμή τις δύο συναυλίες του, με νέους και παλαιότερους κύκλους τραγουδιών, στις  9 Ιανουαρίου και στις 6 Φεβρουαρίου, στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, συζητήσαμε στην πρώτη του διαδικτυακή συνέντευξη, για τα χρόνια της παρουσίας αλλά και της αποχής του από τα μουσικά δρώμενα.

 

Κύριε Γρηγορίου, τα χρόνια της απουσίας σας είναι αρκετά. Πού οφείλεται αυτό; Σε προσωπικούς λόγους ή εξαιτίας της πορείας που πήρε ο χώρος της μουσικής τα τελευταία χρόνια;
Υπήρξε σίγουρα ένας πολύ σοβαρός προσωπικός λόγος που τα τελευταία χρόνια με είχε απομακρύνει εντελώς από κάθε δραστηριότητα Αλλά, πέρα από τα προσωπικά  που δεν αφορούν τους τρίτους, δεν θα έλεγα ότι η “απουσία” μου, όπως την χαρακτηρίζετε, οφείλεται σε κάποια ιδιαίτερη απογοήτευση από την πορεία του μουσικού χώρου στην Ελλάδα, ο οποίος ουδέποτε υπήρξε ιδιαίτερα φιλικός σε ορισμένα καλλιτεχνικά εγχειρήματα Με άλλα λόγια, “ο πνιγμένος δεν φοβάται το νερό”! Όπως ξέρετε άλλωστε, εγώ ποτέ δεν είχα κάποια ιδιαίτερη “παρουσία” στον δημόσιο χώρο Ανέκαθεν οι δυνατότητες που είχα να παρουσιάσω μουσική μου σε συναυλίες ή στη δισκογραφία ήσαν περιορισμένες, γιατί ποτέ δεν κατάφερνα –ούτε και επεχείρησα άλλωστε να κινηθώ στους χώρους μιας περισσότερο “εμπορικής” μουσικής Γι’ αυτό, ανάμεσα στις διάφορες συναυλίες ή στις διάφορες δισκογραφικές μου δουλείες μεσολαβούσαν πάντοτε, χωρίς να το θέλω, μεγάλα χρονικά διαστήματα

Γιατί συνέβαινε αυτό;
Νομίζω βέβαια πως υπάρχει κάποια εξήγηση. Από τα νεανικά μου χρόνια, ίσως και λόγω της παιδείας μου, εγώ έθετα διάφορα προσωπικά –ίσως, φαντασιωσικά ή και εγωϊστικά- στοιχήματα στη μουσική, στοιχήματα τεχνικής και εκφραστικής αρτιότητας, που από τη φύση τους δεν μπορούσαν να ενδιαφέρουν ένα ευρύτερο ακροατήριο. Σε ο,τι αφορά λοιπόν στην οποία έλλειψη “δημοσιότητας”, δεν μπορώ να παραπονιέμαι επειδή δεν κατέκτησα ποτέ κάτι που ποτέ δεν διεκδίκησα. Πρέπει να προσθέσω επίσης ότι αυτά τα μεγαλεπήβολα ίσως στοιχήματα σίγουρα δεν τα κέρδισα  έτσι όπως θα ήθελα. Γνωρίζω πάρα πολύ καλά τι έχει προηγηθεί ιστορικά από ένα σωρό καταπληκτικούς δημιουργούς ώστε να συνειδητοποιώ πόσο πολύ απέχω από το να έφτιαχνα μουσική όπως θα το ήθελα. Αρκετές φορές μάλιστα με έχω πιάσει να σκέφτομαι ότι θα ήθελα να είμαι ακόμα 15 χρονών και να άρχιζα να μαθαίνω τώρα πως πρέπει να συνθέτει κανείς. Τι να κάνουμε, σε μια άλλη ζωή ίσως.

Τι ακριβώς θα ακούσουμε στις δύο συναυλίες;
Στην πρώτη συναυλία που δίνεται στις 9 Ιανουαρίου θα παρουσιαστούν τα Έξη τραγούδια χωρίς λόγια” για πιάνο και φωνή, γραμμένα το 1983 ειδικά για την Σαβίνα Γιαννάτου, ο κύκλος τραγουδιών “Η Λήδα και ο Κύκνος” για πιάνο και δυο φωνές, έργο του 2003, πάνω σε ποίηση της Κατερίνας Καριώνη, με την Σαβίνα και τον Δώρο Δημοσθένους, ο κύκλος Μωβ για πιάνο τρίο και τενόρο, πάνω σε ποίηση Σικελιανού, Βαλαώριτη και Μαβίλη, που έγραψα το 1999 και ο κύκλος Purple”, έργο του 2000, πάλι για πιάνο τρίο και τενόρο, πάνω σε 8 σονέτα του Σαίξπηρ, που είναι και η πρώτη απόπειρα μου να μελοποιήσω αγγλική ποίηση (και μάλιστα σε αρχαία αγγλικά!). Στη συναυλία, εκτός από μένα στο πιάνο, συμμετέχουν ο Διονύσης Βερβιτσιώτης (βιολί)  και ο Βαγγέλης Νίνα (τσέλο).
Στη δεύτερη συναυλία που έχει προγραμματιστεί για τις 6 Φεβρουαρίου θα παρουσιαστεί κύκλος “Μεσούρανα του Αυγούστου” σε ποίηση Άρη Αλεξάνδρου, γραμμένος το 1982, ο κύκλος τριών τραγουδιών Ντοάνα”, σε ποίηση Τάκη Σινόπουλου, γραμμένος το 1977, η “Σονάτα για πιάνο” που έγραψα το 1978 και ο κύκλος τραγουδιών “Η αγάπη είναι ο φόβος...” σε ποίηση Μανόλη Αναγνωστάκη, έργο του 1979 για πιάνο, τσέλο, κόρνο και φαγκότο και δυο φωνές, με την Σαβίνα Γιαννάτου και τον Δώρο Δημοσθένους. Συμμετέχουν ο Σπύρος Καζιάνης (φαγκότο), ο Βαγγέλης Νίνα (τσέλο) και ο Κώστας Σίσκος (κόρνο).



Σπεύδοντας να προλάβω μια πιθανή ερώτηση σας, γιατί άραγε παρουσιάζω σ’ αυτές τις συναυλίες έργα που έχω γράψει πριν από πολλά –έως πάρα πολλά- χρόνια, σας λέω ότι κατ’ αρχάς πρόκειται για έργα που εξακολουθούν να με αντιπροσωπεύουν αισθητικά. Υπάρχει όμως κι άλλος ένας πολύ πρακτικός λόγος: Πρόκειται για έργα που δεν απαιτούν πολλούς μουσικούς άρα, από οικονομικής πλευράς, είναι πιο εύκολο να παρουσιαστούν! Υπό τις παρούσες συνθήκες θα μου ήταν αδύνατον να παρουσιάσω έργα που απαιτούν πολυπρόσωπες διανομές, ορχήστρες, χορωδίες και τα τοιαύτα. Έτσι, αφενός, “small is beautifull”, αφετέρου, “πενία τέχνας εργάζεται” !   

Με αφορμή αυτές τις συναυλίες γράψατε οτι «τέτοια τραγούδια, δηλαδή, οι κύκλοι των τραγουδιών που θα ακουστούν, ξεφεύγουν από την παράδοση του λεγόμενου “έντεχνου ελληνικού τραγουδιού” -και ειδικότερα από την παράδοση του Μάνου Χατζιδάκι που σίγουρα με επηρέασε ιδιαίτερα στο παρελθόν- κι αρχίζουν να ανήκουν μάλλον στο χώρο της μουσικής δωματίου, με την έννοια που απέκτησε αυτός ο όρος στο πλαίσιο της δυτικής έντεχνης μουσικής”.  Θα ήθελα να μου διασαφηνίσετε περισσότερο τον όρο αυτό.
Για να μην παρεξηγηθώ και κατηγορηθώ για “αισθητικό σνομπισμό”(!), αυτό που εννοώ είναι ότι πρόκειται για μορφές τραγουδιών που δεν μπορούν να “τραγουδηθούν” από τον κόσμο. Μπορεί να βασίζονται σε εύληπτες μελωδίες και σε εύληπτες αρμονίες –τουλάχιστον για τα δικά μου αυτιά!-  όμως, τόσο η μουσική επεξεργασία, όσο και το είδος της ποίησης στην οποία βασίζομαι νομίζω πως απαιτεί από τον ακροατή ένα διαφορετικό είδος προσοχής και ένα διαφορετικό τρόπο προσέγγισης καθώς και κάποια εξοικείωση με το γλωσσάρι της δυτικής έντεχνης μουσικής των προηγούμενων αιώνων.
Χρησιμοποίησα λοιπόν τον όρο “μουσική δωματίου” με τη σημασία που απέκτησε από μια εποχή και μετά, όταν άρχισε να περιγράφει ένα είδος μουσικής που όχι μόνο έχει μικρή διανομή –άρα και λιγότερο κόστος- από άλλες πιο πολυπρόσωπες –άρα και  πιο ακριβές-  “δημόσιες” μορφές έκφρασης, όπως η συμφωνική μουσική, η όπερα, κλπ, αλλά, επιπλέον, ακριβώς λόγω της μορφής της, διεκδικεί και ένα περισσότερο “ιδιωτικό” τρόπο ακρόασης, που απαιτεί, θα έλεγα, μια στάση περισσότερο “στοχαστική” ή “ποιητική”. Και υπάρχει επιπλέον και το ζήτημα του στυλ. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι με επηρέασε η μουσική του Χατζιδάκι –αλλά και η γενικότερη παράδοση που επιχείρησε να συγκεράσει τις δυτικές επιδράσεις με τις επιδράσεις π.χ από το ρεμπέτικο- γιατί ζω στην Ελλάδα και έχω παρόμοια βιώματα όμως, το είδος της ποίησης με το οποίο διάλεξα από μια εποχή και μετά να συνεργαστώ, όχι μόνο σαν συνθέτης, αλλά και σαν σκηνοθέτης, σκηνογράφος και φωτιστής νοημάτων δεν συμβαδίζει πάντοτε με τέτοια ιδιώματα.

altΘέλετε να μου δώσετε συγκεκριμένα παραδείγματα;
Στα τραγούδια πάνω στα σονέτα του Σαίξπηρ π.χ επιτρέπω στον εαυτό μου να αντλήσει από αναγεννησιακές επιδράσεις, στα τραγούδια πάνω στον Σινόπουλο δεν διστάζω να χρησιμοποιήσω στοιχεία κάπως πιο “αβάν γκαρντ, στα τραγούδια πάνω στην Καριζώνη μερικές φορές έχω επηρεαστεί από τον Σούμαν ή από τον Ραχμάνινοφ, κλπ. Όλα τούτα δεν ανήκουν πλέον τόσο πολύ στο χώρο του λεγόμενου “έντεχνου ελληνικού τραγουδιού”, τουλάχιστον με τη συμβατική σημασία του όρου, όσο στον ευρύτερο χώρο μιας έντεχνης μουσικής. Ελπίζω βέβαια να πρόκειται πράγματι για “έντεχνα” τραγούδια, υπό την έννοια του καλοφτιαγμένου κι οχι υπό την έννοια του επιτηδευμένου Ελπίζω επίσης να είναι τραγούδια που συγκινούν, γιατί αυτός είναι πάντοτε ο στόχος μου, η συγκίνηση κι οχι οι εγκεφαλικές επινοήσεις που μπορεί να εντυπωσιάζουν διανοούμενους. Είναι γνωστό άλλωστε πως, ενώ η ιστορία της μουσικής έχει να επιδείξει αριστουργήματα απλότητας, έχει να επιδείξει επίσης και μνημεία “έντεχνης” ηλιθιότητας, εκφραστικής δυσκοιλιότητας και σχολαστικισμού!

Υπάρχει στα σχέδιά σας η προοπτική να κυκλοφορήσετε ή να ηχογραφήσετε εκ νέου (ίσως με νέα ενορχήστρωση) τους παλαιότερους δίσκους δεδομένης της δυσκολίας ανεύρεσής τους;
Ας είμαστε ρεαλιστές. Έτσι όπως είναι η σημερινή κατάσταση της δισκογραφίας δεν πιστεύω ότι υπάρχει καμία τέτοια δυνατότητα. Και τούτο δεν αφορά μόνο στην επανέκδοση παλιών μου έργων -στα οποία, σε καμία περίπτωση δεν θα πείραζα, τουλάχιστον ουσιωδώς την ενορχήστρωση που είναι συνυφασμένη με την ίδια τη σύνθεση τους- αλλά και στην παρουσίαση νέων.
Τη στιγμή αυτή π.χ έχω τουλάχιστον 10 έργα –όχι μόνο στο χώρο του τραγουδιού- που θα μπορούσαν να ηχογραφηθούν και να κυκλοφορήσουν, καμία δισκογραφική εταιρεία όμως δεν θα δεχότανε να τα αναλάβει. Και φυσικά, εγώ δεν έχω τα χρήματα ώστε να αναλάμβανα μόνος μου την παραγωγή. 
Άλλωστε και στο παρελθόν, όσες φορές έγινε δυνατόν να δισκογραφηθεί δουλειά μου, αυτό οφείλονταν στην ύπαρξη -εξαιρετικών βέβαια- τραγουδιστών που όμως ήσαν και γνωστοί στο ευρύτερο κοινό, με αποτέλεσμα να λειτουργούν κι ως “κράχτες”. Σ’ αυτούς ποντάριζαν οι εταιρείες κι όχι στο όνομα κάποιου συνθέτη Γρηγορίου. Στα πλαίσια του σύγχρονου μαζικού πολιτισμού όμως αυτό είναι κάτι το συνηθισμένο. Κι εμείς τις περισσότερες φορές πηγαίνουμε να δούμε μια ταινία π.χ με τον Κέβιν Κόσνερ κι όχι μια ταινία του τάδε σκηνοθέτη.

altΣε κάθε περίπτωση, ακόμα κι η τελευταία δισκογραφική δουλειά μου, το “Μπλε”, που κυκλοφόρησε πριν από 10 χρόνια, ενώ είχε μια σχετική εμπορική, ας πούμε επιτυχία –είχε φτάσει να πωλείται λαθραία από τους πλανόδιους πωλητές cd!- δεν έπεισε τη συγκεκριμένη εταιρεία να δεχτεί μια επόμενη πρόταση μου. Πολύ απλά, όταν τηλεφωνούσα στον παραγωγό μου έλεγαν ότι λείπει! Ε, μετά βαρέθηκα, κουράστηκα. Υπάρχει, τέλος, και κάτι ακόμα που με κάνει να βαριέμαι πλέον ακόμα και την έννοια της δισκογραφίας κάποιων έργων μου: Εδώ και πολλά χρόνια η κυκλοφορία των νέων cds εντάσσεται μέσα στα ευρύτερα πλαίσια της καταναλωτικής νοοτροπίας που χαρακτηρίζει τον μαζικό μουσικό πολιτισμό. Οι νέες κυκλοφορίες δεν συζητιούνται, δεν προκαλούν κάποια πολιτιστική ζύμωση, αντιμετωπίζονται σαν τα υπόλοιπα προϊόντα, σαν το γάλα π.χ που έχει ημερομηνία λήξεως. Ετσι, αφ’ ενος το ειδος της μουσικης που φτιαχνω δεν μου προσφερει καποιες οικονομικες απολαβες, αφ’ ετερου μια τετοια καταναλωτικη-χρηστικη λειτουργια δεν ταιριαζει με τις φαντασιωσεις μου για το ρολο που θα ηθελα να εχει αυτη η μουσικη.    

Έχετε γράψει και μεταφράσει πολλά θεωρητικά κείμενα για τη μουσική. Θα ήθελα  να μου μιλήσετε  και για αυτήν την πλευρά σας.
Εμένα προσωπικά ποτέ δεν με ενδιέφερε η μουσικολογία (που ο Christoffer Small χαρακτηρίζει πολύ πετυχημένα ως “το μπάσταρδο παιδί της τέχνης και της επιστήμης”!). Στο παρελθόν βέβαια είχα μεταφράσει, ναι, και εκδώσει διάφορα θεωρητικά βιβλία (με την ευκαιρία της παρουσίασης τους από το Τρίτο Πρόγραμμα σε μια ειδική σειρά εκπομπών). Έχω γράψει επίσης μια  “εκλαϊκευμένη”, ας πούμε, κοινωνική ιστορία της μουσικής, το “Μουσική για παιδιά και για έξυπνους μεγάλους” που επιχειρεί να περιγράψει τις μεταβολές των διαφόρων μουσικών μορφών, ρευμάτων και στυλ σε συνάρτηση με τις μεταβολές του κοινωνικού πλαισίου. Σε κάθε περίπτωση όμως, αυτό που με ενδιέφερε και που εξακολουθεί να με ενδιαφέρει είναι η μουσική ως μια μορφή συμβολικού κώδικα που συμμετέχει καθοριστικά στη διαμόρφωση της ανθρώπινης συνείδησης.
Το σημαντικότερο πάντως θεωρητικό έργο που έχω γράψει και για το οποίο είμαι, χωρίς καμία δόση μετριοφροσύνης, κυριολεκτικά υπερήφανος είναι το “Μουσική αντίληψη και δημιουργία: Καθολικές σταθερές και πολιτιστικές μεταβλητές”
που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νεφέλη. Είναι ένα εκτεταμένο σύγγραμμα που αποτέλεσε και τη διδακτορική εργασία μου στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Τώρα, αν με ρωτήσετε κατά πόσο υπάρχει στη χώρα μας η δυνατότητα να γίνουν θεωρητικές ζυμώσεις και ανταλλαγή απόψεων πάνω σε τέτοια ζητήματα θα σας απαντήσω πως, απ’ όσο τουλάχιστον γνωρίζω εγώ, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Ξέρω επίσης πως μια τέτοια μελέτη θα μπορούσε να έχει κάποια ιδιαίτερη αντιμετώπιση εάν μπορούσε να μεταφραστεί στα αγγλικά και να κυκλοφορήσει το εξωτερικό, δεν έχω όμως τη δυνατότητα ούτε τις προσβάσεις για να επιχειρήσω κάτι τέτοιο. Μου έχει δοθεί ωστόσο η δυνατότητα να διδάξω ορισμένα από τα ζητήματα που πραγματεύεται αυτή η μελέτη σε μεταπτυχιακά μαθήματα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και είχα μια πολύ θετική ανταπόκριση από τους σπουδαστές, ορισμένοι από τους οποίους μάλιστα κατέληξαν να γίνουν και φίλοι μου.

Όπως πληροφορούμαστε, τέλος, από το blog «Μουσικά Προάστια» του Ηρακλή Οικονόμου, το οποίο ανά καιρούς δημοσιεύει κείμενα από το αρχείο σας, πρόκειται να κυκλοφορήσετε το αυτοβιογραφικό βιβλίο: “Μαθαίνοντας φυσαρμόνικα: Ασκήσεις αυτοπαρατήρησης ενός Έλληνα συνθέτη”. Θα ήθελα να μου μιλήσετε τόσο για τον συμβολικό τίτλο όσο και για το περιεχόμενό του.
Πρόκειται για μια επιλογή σημειώσεων προσωπικού ημερολογίου που καλύπτουν μια περίοδο 15 χρόνων, από το 1988 έως το 2003 και που δεν είχαν γραφτεί τότε με κάποια πρόθεση κοινοποίησης Αποτελούσαν συνομιλητές με τον εαυτό μου, μικρά δοκίμια που απηύθυνα σ’ έμενα τον ίδιο, μέσα από τα οποία επιχειρούσα να κατανοήσω διάφορα πράγματα, να δώσω απαντήσεις σε προσωπικά μου ερωτήματα, να καταπολεμήσω κάποια αίσθηση μοναξιάς, να εκτονώσω ίσως και κάποια συναισθήματα οργής, κλπ. Υπ’ αυτήν την έννοια λοιπόν πρόκειται πράγματι και για “ασκήσεις αυτοπαρατήρησης”. Ύστερα από αρκετά χρόνια, ξαναδιαβάζοντας τέτοιες σελίδες προσωπικού ημερολογίου από μια απόσταση ασφαλείας -που ελπίζω να με προστατεύει από τον κίνδυνο του ναρκισσισμού διαπίστωσα ότι ορισμένες απ αυτές θα μπορούσαν να ενδιαφέρουν κι άλλους ανθρώπους με τους οποίους μοιραζόμαστε τις ίδιες απορίες, ζούμε στην ίδια χώρα και αντιμετωπίζουμε παρόμοια προβλήματα στον τομέα του πολιτισμού, αλλά και της πολιτικής. Τώρα, σε ο,τι αφορά τον τίτλο “Μαθαίνοντας φυσαρμόνικα”, αυτός προέκυψε όχι μόνο από το ότι, πράγματι, κάποτε επιχείρησα να διδάξω τον εαυτό μου φυσαρμόνικα (και μάλιστα αυτό το καταπληκτικό όργανο που ονομάζεται “Χρωμόνικα” και που έχει ανάλογη έκταση και ανάλογες δυνατότητες με το κλαρινέτο ή το σαξόφωνο, ιδίως όταν το παίζει ο αξεπέραστος Toots Thielemans), αλλά κι από το ότι αυτό το όργανο που μοιάζει και με παιχνίδι και παραπέμπει σε καλοκαίρια και διακοπές, λειτούργησε για μένα συμβολικά, ως μια πόρτα για μια ψυχολογική χαλάρωση, για ένα ξεπέρασμα διάφορων καταπιεστικών καλλιτεχνικών φαντασιώσεων και, εν τέλει, για ένα επαναπροσδιορισμό του τι είναι ουσιαστικό στη ζωή, τουλάχιστον στη δικιά μου ζωή. Κι αυτό που για μένα είναι πολύ ουσιαστικό είναι το να μην παίρνεις ποτέ τον εαυτό σου πάρα πολύ στα σοβαρά!