stefanopoulos2Νέος μουσικός με καλές σπουδές και σημαντική εμπειρία στην εν Ελλάδι τζαζ σκηνή. Χαμηλών τόνων, χωρίς κομπορρημοσύνες φαίνεται να έχει έρθει με θέληση και τόλμη για να προσφέρει σ’ έναν χώρο που προσπαθεί κυρίως μεταπολιτευτικά να ορθώσει το δικό του λόγο. Μεγάλη του αγάπη και επιρροή ο Keith Jarret αλλά και ο Brand Medlau χωρίς να ξεχνάει τους δικούς μας Human Touch, Mode Plagal και Bασίλη Τσαμπρόπουλο. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το άλμπουμ με τον τίτλο Sailing on a marsipus (περισσότερα εδώ). Λιτός αλλά και με εσωτερική δύναμη ο Βαγγέλης Στεφανόπουλος απαντάει στο Musicpaper με απλότητα και ξεκάθαρο όραμα. Απ’ αυτό ευτυχώς έχει μπόλικο!

Πως εμπνεύστηκες τον τίτλο του άλμπουμ;
Το concept βγήκε μετά το cd. Υπήρχαν μια σειρά από συνθέσεις που καταλάβαινα ότι συνδέονταν μεταξύ τους, υπήρχε ένας κοινός παρανομαστής, αλλά στη πραγματικότητα όταν άκουσα για πρώτη φορά ολόκληρο το δίσκο μετά την ηχογράφηση το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα είναι η εντύπωση ενός ταξιδιού. Ο μάρσιπος είναι στην ουσία μια αλληγορία: κι εγώ όπως οι περισσότεροι γονείς έχουμε αναρωτηθεί τι βλέπουν τα παιδιά τους ειδικά στη πρώιμη ηλικία που γνωρίζουν για πρώτη φορά το κόσμο και δεν έχουν μνήμες. Υπήρχε και μια ενδιαφέρουσα ιστορία σε σχέση με τα πλοία του Κολόμβου όταν φτάσανε για πρώτη φορά στην Αμερική. Οι Ινδιάνοι ιθαγενείς όταν τα βλέπανε από μακριά, παρόλο που ήταν για μέρες στον ορίζοντα κι ενώ βρίσκονταν στο οπτικό τους πεδίο δεν τα έβλεπαν γιατί δεν είχαν ξαναδεί ποτέ κάτι παρόμοιο κι έτσι δεν έκαναν την απαιτούμενη σύνδεση. Όταν ένας τα είδε και τα έδειξε και στους άλλους τότε τα «είδανε» όλοι. Αυτή είναι ίσως και η οπτικά ενός μωρού που δεν έχει άλλες αναφορές, οπότε και ο μάρσιπος συμβολίζει μια πραγματικότητα που υπάρχει αλλά δεν την βλέπουμε εμείς.

 

Το μωρό μέσα στο μάρσιπο είναι η μουσική σου, είσαι εσύ μέσα απ’ τη μουσική σαν πρώτο ξεκίνημα ή όλα μαζί;
Δεν εστιάζω τόσο στο μωρό το ίδιο όσο στην οπτική του, στο ότι η μουσική από μόνη της μας δείχνει μια άλλη πραγματικότητα.

 

Δε συμβολίζει και τα πρώτα προσωπικά σου βήματα στη μουσική;
Ίσως υποσυνείδητα υπάρχει και κάτι τέτοιο σαν ερμηνεία!

 

cover2Η ελληνική σκηνή της τζαζ βρίσκεται ακόμη στο μάρσιπο ή έχει ενηλικιωθεί;
Είναι δύσκολο να πω σε ποια ηλικία βρίσκεται αλλά σίγουρα όχι ακόμα στο μάρσιπο. Νομίζω ότι έχει ανέβει πάρα πολύ και με τους παλιότερους που συνεχίζουν ακόμη καλύτερα και με τη νέα γενιά, όπως π.χ τα παιδιά που βγαίνουν από το Ιόνιο Πανεπιστήμιο με εξαιρετικά δείγματα δουλειάς.

 

Το δικό σου στίγμα συνδέεται περισσότερο με τα πρώτα βήματα της ελληνικής τζαζ της δεκαετίας του ’80 ή με την άνθιση που υπήρξε από το 1995 και μετά;
Θέλω να πιστεύω ότι το cd είναι από σήμερα και μετά, τουλάχιστον αυτή είναι η φιλοδοξία μου. Οι επιρροές βρίσκονται πιο πολύ στη σκηνή των ‘90ς, Human Touch και Mode Plagal αν και εγώ δεν εστιάζω στη παραδοσιακή μουσική όπως εκείνοι αλλά περισσότερο στην αφρικάνικη, όπως π.χ στο κομμάτι «Capetown» όπου προσπαθώ να κάνω το πιάνο να έρθει πιο κοντά στον ήχο της κόρα.

 

Έχεις σπουδάσει στην Αγγλία. Πως είναι η ντόπια τζαζ σκηνή εκεί;
Το Λονδίνο συγκεκριμένα έχει τα πάντα σαν πόλη. Είναι ένα πολυπολιτισμικό μέρος και παρ’ όλο που η τοπική σκηνή δεν είναι τόσο φημισμένη, όποιος σπουδαίος καλλιτέχνης υπάρχει σ’ αυτό το πλανήτη περνάει από εκεί! Αυτό από μόνο του δε μπορεί να μη σ’ επηρεάσει. Απ’ την άλλη, το γεγονός ότι δεν είναι γνωστή η σκηνή δε σημαίνει ότι δεν υπάρχει ή ότι δεν είναι πολύ καλή. Έξω και η ελληνική σκηνή δεν είναι γνωστή αλλά εμείς ξέρουμε για τη μοναδική της ποιότητα.

 

Παρ’ όλο που πριν μερικά χρόνια εμφανίστηκε το νέο είδος της world music με το οποίο έπαιξε πολύ η ελληνική σκηνή, μόνο ελάχιστοι έλληνες καλλιτέχνες έκαναν κάποια παραπάνω βήματα στο εξωτερικό όπως η Σαββίνα Γιαννάτου ή η Κρίστη Στασινοπούλου. Φταίνε οι ίδιοι, οι εταιρείες ή κάτι άλλο; Σε ρωτάω δεδομένου ότι το «Sailing on a marsipus» είναι ανεξάρτητη παραγωγή. Μπορεί σήμερα αυτός ο δίσκος να περάσει στο εξωτερικό;
Η δεκαετία του ’90 ήταν μια μεταβατική περίοδος για τη δισκογραφία. Οι ανεξάρτητες παραγωγές δεν ήταν ακόμη τόσο διαδεδομένες αφού και τα μέσα δεν ήταν τόσο επαρκή όσο σήμερα. Μοιραία οι καλλιτέχνες αφήνονταν στη τύχη τους και περίμεναν από τις δισκογραφικές να κάνουν κάτι. Σήμερα ξέρουμε ότι δε μπορούμε να περιμένουμε πολλά απ’ αυτές άρα παίρνουμε τη τύχη μας στα χέρια μας. Τώρα το internet παίζει σημαντικότατο ρόλο και μ’ αυτό δουλεύουμε πλέον. Είμαι απ’ αυτούς που πιστεύουν ότι η μουσική είναι το 50% και το άλλο μισό είναι το μάρκετινγκ το οποίο είμαστε αναγκασμένοι να το κάνουμε εμείς οι μουσικοί κι αυτό το βρίσκω μια θετική πρόκληση. Σύνθεση, εκτέλεση, μίξη, μάστερινγκ, εξώφυλλο, όλα περνάνε από τα χέρια του δημιουργού, άρα γιατί όχι και αυτό!

 

Αυτή η διαδικασία δεν στερεί από ώρες μελέτης ή και στιγμές έμπνευσης;
Σαφώς! Σίγουρα υπάρχει λιγότερος χρόνος. Αλλά μου θυμίζει μια ρήση που έλεγε μια καθηγήτριά μου στο βιολί, ότι όταν μια γυναίκα έχει ένα παιδί δε προλαβαίνει να κάνει ούτε τα μισά. Όταν έχει δύο παιδιά κάνει ένα 70% και όταν έχει τρία τα κάνει όλα. Όλα έτσι κι αλλιώς είναι μια αλληλουχία, δένονται μεταξύ τους.

 

Στις συνεντεύξεις σου αναφέρεσαι κυρίως στους ξένους μουσικούς της τζαζ που λατρεύεις. Οι κλασσικές σου αναφορές στο έργο ποιές είναι;
Αγαπάω πάρα πολύ τον Μπαχ παρ’ όλο που δεν είναι τόσο εμφανές στη τεχνοτροπία μου. Η αναφορά στη κλασσική μουσική υπάρχει σε κάποιες φόρμες, π.χ το τελευταίο κομμάτι του δίσκου είναι ένα είδος μικρής σονάτας δηλ θέμα, επεξεργασία και η επανέκθεση. Μ’ αρέσει επίσης να δουλεύω με μοτίβα, να έχω όσο το δυνατόν πιο μίνιμαλ υλικό κι αυτό να το αναπτύσσω όπως συμβαίνει στη τελευταία σύνθεση του cd. Επίσης ο ήχος που έχω δεν είναι ενός τζαζ πιανίστα είναι πιο mellow, πιο γλυκός.

 

vagelis-stefanopoulos-trio


Πρόλαβες να αφουγκραστείς τη τζαζ σκηνή του Λονδίνου και το χαρακτήρα των ντόπιων καλλιτεχνών και των σχέσεων μεταξύ τους;
Το κλίμα εκεί είναι διαφορετικό. Υπάρχει μια αίσθηση συλλογικότητας, ο ένας εμψυχώνει τον άλλον. Έχουν καταλάβει ότι το να γίνεις εσύ καλύτερος με κάνει και εμένα καλύτερο. Εδώ υπάρχουν μεμονωμένα παραδείγματα ανθρώπων που βοηθάνε τους νέους μουσικούς και είναι ανοιχτοί σε συνεργασίες. Οι σχέσεις μου με τους Έλληνες συναδέλφους είναι καλές, άλλωστε έχω παίξει με τους περισσότερους.

 

Τι ήταν οι Jazznovation;
Ήταν μια μπάντα με ένα cd από την Sound of Everything το 2007 με αρκετές δικές μου συνθέσεις αλλά και συλλογικές. Αυτό που προσπαθήσαμε να κάνουμε με τον Γιάννη Ηλιόπουλο, το διευθυντή της εταιρείας είναι να απευθυνθούμε στο κόσμο που βγαίνει έξω για κλαμπινγκ και να τον φέρουμε πιό κοντά στη τζαζ. Ξεκίνησαν ως λάτιν μπάντα αλλά στη πορεία λοξοδρόμησαν σε πιο nu jazz-funk δρόμους. Είχε καλή ανταπόκριση από τους dj κυρίως αλλά δεν ήμασταν ακόμη έτοιμοι στο κομμάτι της προώθησης. Εκεί κάπου χάθηκε η αρχική καλή ενέργεια!

 

Πως ήρθατε κοντά ως τρίο;
Ο Γιάννης και ο Πέτρος είναι από τους πρώτους που είδα live όταν επέστρεψα στην Ελλάδα με τη μπάντα του Χάικ Γιαζιτζιάν. Ήταν μουσικοί που ήθελα να παίξω από τότε αλλά δεν είχε βρεθεί η κατάλληλη ευκαιρία και το υλικό. Ένοιωσα ότι θα μπορούσαμε να παίξουμε καλά μαζί.

 

Μέσα στο δίσκο έχεις διασκευές δύο κλασσικών κομματιών του «Summertime» και του «Milestones». Δεν φοβήθηκες τη σύγκριση;
Η αλήθεια είναι ότι δεν το σκέφτηκα καν! Είναι τόσο διαφορετικό arrangement απ’ ότι κυκλοφορεί αλλά επίσης πιστεύω πάρα πολύ και στον JD Walter ως τραγουδιστή ώστε το κομμάτι να έχει το μοναδικό πλεονέκτημα της ερμηνείας του.

 

Υπάρχει κάτι που σε ακολουθεί από τη περίοδο των σπουδών σου;
Θυμάμαι μια φράση ενός καθηγητή που ήρθε για μια διάλεξη: είμαστε το μόνο επάγγελμα που παίζουμε μια δουλειά (we play a work)!

 

Είσαι ανοιχτός στη μουσική για διαφήμιση, τηλεοπτική σειρά ή φίλμ;
Παραλίγο να κάνω μια τέτοια δουλειά πριν λίγο καιρό. Θα ήθελα πολύ να κάνω μουσική για παιδικό πρόγραμμα και το κομμάτι «Cape Town» νομίζω θα ταίριαζε σε ανάλογα project. Τα παιδιά έτσι κι αλλιώς είναι πιο ανοιχτά σε παρόμοια ακούσματα και σε πιο σύγχρονες μουσικές. Τις προάλλες π.χ άκουγα εδώ Glen Gould να παίζει Soenberg και ήρθαν οι 20 μηνών κόρες μου μόλις τελείωσε και μου ζήτησαν να το ξαναβάλω!

 

Τα σχέδιά σου για το μέλλον;
Γενικότερα, θέλω αυτό το cd να είναι άλλο ένα από τα μηνύματα αισιοδοξίας μέσα α’ όλη τη μαυρίλα που υπάρχει. Νομίζω ότι η κρίση έχει φέρει και κάποια καλά πράγματα. Βγαίνει πού και καλή μουσική. Η Ελλάδα παρ’ όλες τις δυσκολίες έχει ακόμη πράγματα και ιδέες να προσφέρει. Δεν είμαστε μόνο ένα χρέος και τεμπέληδες όπως μας αποκαλούν!

 

Βαγγέλης Στεφανόπουλος (πιάνο), Πέτρος Βαρθακούρης (κοντραμπάσο), Γιάννης Αγγελόπουλος (τύμπανα)

Εισιτήρια 18, 14, 10 και 7ευρώ
www.gazarte.gr www.i-ticket.gr
www.vagelistefanopoulos.com