Με την ευκαιρία της γενέθλιας ημέρας του ΚώσταΤριπολίτη, (16 Σεπτεμβρίου 1953) αναδημοσιεύουμε ένα μεγάλο μέρος από τη συνέντευξη που  είχε δώσει στον Σπύρο Αραβανή για το περιοδικό Δίφωνο, το 2008.

 

Ισορροπεί αξιοθαύμαστα ανάμεσα στη σιωπή και στον –ισχυρό- λόγο για περισσότερο από τριάντα πια χρόνια. Οι συνεργασίες και οι συνεντεύξεις του μετρημένες, όπως και οι λέξεις στα τραγούδια του, οι προφητείες του επαληθευμένες στο μέγιστο βαθμό. Βαθύτατα ρεαλιστής και κοφτερά ρομαντικός ο Κώστας Τριπολίτης μοιάζει στιχουργικά να κατάγεται από τον εαυτό του έχοντας ως μόνη του πατρίδα τη γλώσσα, μια πατρίδα που ευτυχώς δεν τρώει τα παιδιά της...

Εξετάζοντας στατιστικά τις χρονικές περιόδους που εμφανίζεστε δισκογραφικά –άμεσα συναρτώμενες με περιόδους σημαντικών πολιτικών αλλαγών- θα πρέπει να περιμένουμε σύντομα ένα καινούριο σας έργο. Συμφωνείτε;
Και επί των δυο ζητημάτων –τις πολιτικές αλλαγές και το νέο έργο- μάλλον δίκιο έχετε. Η αλήθεια είναι πως κάθε φορά που ξεκινώ να γράψω έχω την «κακοήθεια» να απαιτώ ευήκοα όντα, θέλω δηλαδή αυτό που γράφεται να ακούγεται. Κυρίως όμως γράφω όταν έχω κάτι να πω, όχι για διεκπεραιωτικούς λόγους ή για να καθιστώ την παρουσία μου εμφανή σε αυτό το χώρο. Για μένα το τραγούδι δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι ένα μέσο, ένα εργαλείο επαγωγής στον κόσμο, δηλαδή κοινοποίησης θέσεων και αντιλήψεων. Η θεματολογία μου, λοιπόν, σχεδόν πάντοτε έχει να κάνει με ζητήματα που εμένα απασχολούν σοβαρά δηλαδή με την κοινωνική εξέλιξη και τις πολιτικές μεταβολές για αυτό και αν το δει κανείς εκ των υστέρων εμφανίζεται σε ουσιαστικές καμπές του πολιτικού βίου οπότε το σχήμα είναι πρωθύστερο. Δεν προλέγω δηλαδή ούτε έχω κάποιες προφητικές ικανότητες. Συνεπώς, ναι, σε σύντομο διάστημα σκέφτομαι να κυκλοφορήσω δυο ή τρεις δικές μου δουλειές, ωστόσο δεν έχω ακόμα καταλήξει ποια θα είναι η μορφή τους, γνωρίζω όμως το περιεχόμενό τους. 
 
Αισθάνεστε περιορισμούς ως προς τους συνθέτες με τους οποίους θα συνεργαστείτε;
Οι συνεργασίες, όντως, είναι ένα σοβαρό πρόβλημα γιατί τουλάχιστον για μένα, πάντοτε απαιτούνται συνθέτες με παιδεία. 
 
Συνθέτες που ευτυχήσατε να έχετε.
Πράγματι ευτύχησα να έχω συνθέτες με παιδεία, με μουσική κατάρτιση και το σπουδαιότερο με πολιτικό στίγμα οι περισσότεροι. Και αυτή τη φορά θα ισχύσει το ίδιο, το νέο μου, δηλαδή, έργο θα περάσει μέσα από παλιότερους συνθέτες, χωρίς αυτό να σημαίνει πως έχω μια στάση σνομπισμού προς τους άλλους συναδέλφους. Πολύ θα ήθελα να υπάρχουν νέοι συνθέτες που να έχουν παιδεία, ευρυμάθεια και πολιτικό στίγμα –όχι ταυτόσημο κατά ανάγκη με το δικό μου, αλλά να έχουν πολιτική άποψη- κάτι δηλαδή που όσο πάει και ελλείπει. Δεν τους κατηγορώ καθώς είναι τέτοια η απουσία ιδεολογίας σήμερα στην κοινωνία που αυτό είναι λογικό. Πάντως πρέπει να πούμε και  μια αλήθεια εδώ. Αν δεν είχα την ευτυχία να έχω την εκτίμηση του Θεοδωράκη, του Μικρούτσικου, του Μούτση, πολύ φοβάμαι ότι δεν θα είχαν μελοποιηθεί ποτέ αυτοί οι στίχοι καθώς έχω την εντύπωση πως οι περισσότεροι συνθέτες δεν θα μπορούσαν να κατανοήσουν τι κείμενο καλούνται να μελοποιήσουν. 
 
Γιατί πιστεύετε ότι δεν θα ήταν εύκολο να κατανοήσουν ή να μελοποιήσουν τα κείμενά σας οι σημερινοί τραγουδοποιοί δεδομένου ότι και οι ίδιοι μιλάνε για ένδεια καλών στίχων; 
Θα μιλήσω λίγο θεωρητικά. Στην Ελλάδα φορτώσαμε την αντίληψη περί τέχνης σχεδόν μονοπωλιακά και αποκλειστικά στο τραγούδι. Έτσι πολλοί ήταν αυτοί που μπήκαν στο χώρο του τραγουδιού χωρίς να έχουν παιδεία καθώς και  πολλοί ήταν οι καλοί και οι κακοί έμποροι που κερδοσκόπησαν πάνω στην τάση και στην αγάπη του Έλληνα για το τραγούδι. Μη ξεχνάμε επίσης ότι παρόλο που είναι πολύ σπουδαίο το λαϊκό τραγούδι και το ρεμπέτικο περίπου δοξολογήσαμε τους εμπειροτέχνες και τους αυτοσχέδιους –τους αυτοδιδάκτους όπως τους λέγαμε παλαιότερα- με άλλα λόγια έχουμε τον αυτοσχέδιο οργανοπαίκτη που βαπτίζεται συνθέτης ή τον αυτοδίδακτο συνθέτη που δεν θα μπορέσει ποτέ να ανταποκριθεί με μια αισθητική στάση που να εκφράζει ανάγκες ολόκληρων πληθυσμιακών ομάδων. Έτσι φτάσαμε εδώ, ο καθένας να έχει το άλλοθι ότι αυτό-εκφράζεται. Μα το τραγούδι δεν είναι να εκφράζεσαι εσύ ατομικά. Όταν γράφεις δεν μπορείς να ξεκινάς με το δικό σου βίωμα με τη δική σου εμπειρία. Είναι λάθος. Ξεκινάς να γράψεις με αυτό που βλέπεις γύρω σου, με αυτό που είσαι αποδέκτης και πρέπει να προσπαθήσεις να το εκφράσεις με ακρίβεια χωρίς να είναι ατομικιστικό. Μπορείς δηλαδή να εκφράσεις το συλλογικό; Εκεί είναι το μυστικό του τραγουδιού και της κάθε τέχνης, έστω και μέσα από ένα προσωπικό φίλτρο. Πρέπει να ξεκινάμε από το «εμείς» και όχι από το «εγώ».
 
Αυτό πιστεύετε είναι και η πιο μεγάλη αδυναμία των τραγουδοποιών και γενικότερα του τραγουδιού στις μέρες μας;
Ναι, αυτό είναι η πιο ουσιαστική αδυναμία η οποία καταδικάζει τα πάντα.
 
Ο αντίλογος εδώ είναι πως μορφολογικά οι δικοί σας στίχοι αναιρούν κατά κάποιο τρόπο αυτήν την άποψη δεδομένου ότι είναι «δύσκολοι» για το ευρύ κοινό.
Πιθανώς να είναι και έτσι. Αυτό όμως που θέλω να πω είναι ότι η μορφολογική καινοτομία δεν πρέπει να είναι ο αυτοσκοπός αυτού που γράφει γιατί τότε καταπίπτουμε στην πολύ άγονη μορφή τέχνης που ονομάζεται φορμαλισμός. Έτσι εγώ πάντα ξεκινώ προσπαθώντας αυτό που λέω να είναι κατανοητό από όλους, στο μέτρο του δυνατού και να μην προδίδει αυτό το ίδιο που λέω. Η μορφολογική καινοτομία δεν ήταν με λίγα λόγια η επιδίωξή μου. 
 
Παρακολουθείτε το ελληνικό τραγούδι σήμερα;
Να ομολογήσω την αμαρτία μου, το παρακολουθώ ευκαιριακά. Είμαι μάλλον ένας επιπόλαιος παρατηρητής. Πάντως η άποψή μου για αυτό, είναι η ίδια με αυτή που έλεγα πριν από είκοσι χρόνια: το τραγούδι είναι προϊόν της εποχής του. Σήμερα υπάρχει ένας πολυμερισμός στο τραγούδι. Υπάρχει τραγούδι για σεξ, τραγούδι για φαγητό, τραγούδι για οδήγηση, τραγούδι για μουσική ταπετσαρία. Επιπλέον ο ακροατής-χρήστης-καταναλωτής έχει μάθει να καταναλώνει ήχους κατά τον ίδιο τρόπο που καταναλώνει τα πάντα. Ωστόσο οφείλω εδώ να πω ότι έχουμε μάθει να ονομάζουμε την κρίση στη δισκογραφία, κρίση του τραγουδιού. Τραγούδι καλό υπάρχει. Το ότι δε φαίνεται ή δεν αποτιμάται σωστά, αυτό είναι μια άλλη ιστορία που έχει να κάνει με τα μέσα και τους ανθρώπους που ασχολούνται με το τραγούδι μουσικολόγοι-κριτικοί-δημοσιογράφοι  κτλ. Για μένα πάντως όλα τα τραγούδια είναι χρήσιμα, από το σκουπίδι μέχρι το αριστούργημα. 
 
Προσπαθώντας να βρω τη στιχουργική καταγωγή σας δυσκολεύτηκα αρκετά. Ποιους θεωρείτε εσείς προπάτορές σας;
Η αλήθεια είναι ότι αυτό δεν το σκέφτηκα ποτέ. Δεν το καταλαβαίνω για να είμαι ειλικρινής, Μεγάλωσα με ποιήματα όχι μόνο Ελλήνων ποιητών αλλά και ξένων. Μουσικά είχα διάφορα ακούσματα, από τον Μέντελσον μέχρι τον Χατζηχρήστο και τον Βαμβακάρη, από τον Φρανκ Ζάππα μέχρι το Θεοδωράκη, πολλά, δηλαδή πράγματα που μοιάζουν αντιφατικά, μπορούσαν να συνενωθούν σε εμένα. Όταν αποφάσισα να ασχοληθώ ουσιαστικά με τα τραγούδια δεν αναζήτησα πρότυπα. Ακόμη και με πολλά από τα καλά τραγούδια της δεκαετίας του 70 διαφώνησα, όπως πολλές φορές και με τον Γκάτσο ή τον Χριστοδούλου σε θέματα μορφολογικά και θεματολογικά. 
 
Ανήκατε ποτέ στις περίφημες καλλιτεχνικές  παρέες;
Είμαι λίγο μονήρης τύπος. Όπου ακούω παρέες και δη λογοτεχνικές ή μουσικές παθαίνω μια δυσανεξία χωρίς να το λέω αυτό με υπεροψία, είναι ιδιοσυστασιακό. Ακολούθησα μια μοναχική τροχιά που ακόμη και σήμερα αισθάνομαι το ίδιο. Για αυτό και εκπλήσσομαι όταν ακούω από ανθρώπους ότι ξέρουν τα τραγούδια μου. Δεν θεωρώ ότι έχω κάνει κάτι σπουδαίο. Δεν θεωρώ ότι εγώ ο ίδιος λειτούργησα καταλυτικά για κάποια πράγματα, δεν έχω το σύνδρομο του σωτήρος. Ούτε ένιωσα ποτέ την επιτυχία. Δεν ξέρω τι είναι. Δεν άλλαξε η ζωή μου. Λεφτά δεν έβγαλα, αναγνωρισιμότητα δεν έχω, οι συνεντεύξεις μου είναι μετρημένες όλα αυτά τα χρόνια. Αυτό όμως το επέλεξα εγώ γιατί κάθε φωτογραφία μου θεωρώ πως είναι ένας εν δυνάμει κίνδυνος και εξηγούμαι ως προς αυτό: Πιστεύω στον τρέχοντα, στον άμεσο λόγο τον οποίο δεν θα τον βρω σε ένα γραφείο ή στην εφημερίδα και στην τηλεόραση αλλά στον τεκέ, στο πορνείο, στην αγορά, στο λιμάνι εκεί δηλαδή που βράζει η ζωή. Εκεί πρέπει να είμαι για να μαζεύω το υλικό μου οπότε αν είμαι αναγνωρισμένος, αδρανοποιούμαι γιατί οι άνθρωποι γίνονται επιφυλακτικοί μαζί μου οπότε δεν μπορώ να ζήσω τη λαλιά τους. Κάθε συγγραφέα η πατρίδα είναι η γλώσσα του και εκεί θέλω να ζω. 
 
Την επόμενη χρονιά συμπληρώνονται τριάντα χρόνια από την πρώτη σας δισκογραφική εμφάνιση. Ποια συναισθήματα ως πρώτο απολογισμό σας έχει δώσει μέχρι σήμερα το τραγούδι;
Είναι περίπου τριαντά- εφτά τα χρόνια καθώς πιο πριν είχα γράψει και κάποια άλλα τραγούδια για να καλύψω όμως τις ανάγκες άλλων ανθρώπων. Στο χώρο του τραγουδιού μπήκα ευκαιριακά. Ποιήματα έγραφα και έτυχα να γνωρίσω κάποιους ρεμπέτες που επειδή εγώ ήξερα τα γράμματα μου ζήτησαν να διορθώνω κάποιους στίχους. Έχω γράψει και μερικές μεγάλες επιτυχίες, λαϊκά τραγούδια, που ακούγονται μέχρι σήμερα, που ποτέ δεν έβαλα το όνομά μου, απλά για να βοηθήσω, όπως είπα, κάποιους ανθρώπους. Το τραγούδι μου έδωσε το εξής σπουδαίο: να περπατώ σε νεκροταφεία και να βλέπω πάνω σε μερικούς τάφους ως επιγράμματα στίχους δικούς μου.  Να διαλέξει η Σωτηρία Μπέλλου για τον τάφο της το στίχο μου Δε λες κουβέντα. Να ακούω από έναν άνθρωπο να  λέει πως όταν ήταν βαριά άρρωστος στο νοσοκομείο άκουγε ένα δίσκο μου και του έδινε κουράγιο. Εκεί θεωρώ ότι επιτέλεσα στο ακέραιο το καθήκον που έχω, γιατί το «γράφεις τραγούδια» αν δεν είναι φιλάλληλη πράξη τότε τι είναι;
 
Εστιάζετε πολύ στον άλλο. Σε εσάς το γράψιμο ενός τραγουδιού  δεν λειτουργεί ως αυτό-κάθαρση;
Όχι, γιατί έχω λύσει με πολλούς άλλους τρόπους ενδοψυχικές συγκρούσεις. Για αυτό και λέω ότι δεν γράφει κανείς από το έλλειμμα ζωής αλλά από το περίσσευμά του. Καλό δηλαδή θα είναι η γραφή να μη γίνεται ψυχαναλυτικό πεδίο δοκιμών.