Υπάρχουν φορές που πας σε ένα καλλιτεχνικό θέαμα με μεγάλες προσδοκίες και βγαίνεις απογοητευμένος. Υπάρχουν φορές που βλέπεις ακριβώς αυτό που περίμενες να δεις και υπάρχουν φορές που πας με «μικρό καλάθι» και βγαίνεις συνεπαρμένος από αυτό που είδες. Αυτό το τελευταίο μου συνέβη όταν είδα το Whiplash (Χωρίς μέτρο ο ελληνικός τίτλος) στις Νύχτες Πρεμιέρας τον περασμένο Σεπτέμβρη.
Ειδικότερα όταν πας μετά από μία κουραστική μέρα και είσαι στο μεταίχμιο του «να πάω – να μην πάω» αλλά το έχεις κανονίσει ήδη και μπαίνεις μόνος σε έναν κατάμεστο κινηματογράφο για να δεις μια ταινία χωρίς ιδιαίτερα γνωστούς συντελεστές, που την επέλεξες επειδή σου φάνηκε συμπαθητική η υπόθεση και διότι έρχεται με περγαμηνές από το εξωτερικό (που δεν αποτελούν πάντοτε εχέγγυο αισθητικής ταύτισης)... τότε αρχίζεις και αναρωτιέσαι για το αν τελικά άξιζε τον κόπο, απλά και μόνο για να ικανοποιήσεις την κινηματογραφική σου περιέργεια (μια και κάποιες ταινίες που προβάλλονται στα φεστιβάλ δε φτάνουν μετά στις ελληνικές αίθουσες).
Και τότε σβήνουν τα φώτα. Και αρχίζει η ταινία. Και από το πρώτο δεκάλεπτο κιόλας σ’ έχει πάρει μαζί της και δε σ’ αφήνει ήσυχο μέχρι το τέλος, σε σημείο που να σιχτιρίζεις όταν γίνεται διάλειμμα (κάπως πρέπει να δουλέψει και το μπαρ...). Τι είναι όμως αυτό που έχει αυτή η ταινία που σε καθηλώνει και τη σκέφτεσαι μήνες μετά και χαίρεσαι που βρήκε το δρόμο της ευρείας διανομής και θέλεις να την προτείνεις σε περισσότερο κόσμο μέσα από αυτό το κείμενο;
...μια ταινία στο πεντάγραμμο!
Έχει ένα θέμα που δεν μπορείς να πεις ότι διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας. Η σχέση καθηγητή-μαθητή τοποθετημένη εδώ σε μια ορχήστρα μιας φημισμένης μουσικής σχολής. Θα μπορούσε να είναι και ένα επεισόδιο από το πάλαι ποτέ κινηματογραφικό ή τηλεοπτικό Fame. Ναι, αλλά είναι το πώς δίνεται αυτή η σχέση μέσα από το σενάριο. Από ποιες φάσεις περνάει και πώς εξελίσσεται. Ποιες ανατροπές προκύπτουν στο ενδιάμεσο, πώς μεταμορφώνεται ή δείχνει να μεταμορφώνεται, πώς αλλάζουν ή δείχνουν να αλλάζουν οι χαρακτήρες στην πορεία - σε καμία περίπτωση πάντως δε μιλάμε για μία «γραμμική» σχέση με προβλέψιμη κατάληξη. Και βέβαια πώς τα παραπάνω μετουσιώνονται σε κινηματογραφικό έργο από τον σκηνοθέτη και τους ηθοποιούς.
Οι ηθοποιοί είναι από τα μεγάλα ατού της ταινίας, χωρίς να είναι «διάσημοι αστέρες». Ειδικά ο «καθηγητής» (J. K. Simmons). Είναι δαιμόνιος ο τρόπος με τον οποίο υποδύεται τον τύραννο διευθυντή ορχήστρας, που δεν εμπνέει αλλά απαιτεί από τους μαθητές του να υπερβούν τους εαυτούς τους, που δε συγχωρεί τα λάθη, που ασκεί την εξουσία που του έχει δοθεί με τον πιο υποτιμητικό τρόπο, που δε διστάζει να φτάσει μέχρι τη χειροδικία (αφού πρώτα έχει περάσει από το στάδιο του εξευτελισμού και της λεκτικής βίας) για να πάρει αυτό που θέλει. Και η αντίφαση γίνεται ακόμα πιο έντονη καθώς όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα χώρο τέχνης που υποτίθεται ότι υπερτερούν τα ευγενή συναισθήματα και ότι, πέρα από την πειθαρχία και την αυτοκυριαρχία που επιβάλλει ο κάθε καλλιτέχνης στον εαυτό του, η ελευθερία της έκφρασης και ο αυτοσχεδιασμός στη jazz μουσική είναι από τα ζητούμενα.
Στον αντίποδα βρίσκεται ο νέος μαθητής. Ο νεαρός ντράμερ (Miles Teller) που η μουσική είναι η ζωή του, που έχει όνειρα και φιλοδοξίες για το μέλλον, που είναι έτοιμος να βάλει στην άκρη ακόμα και την προσωπική του ζωή για τη συμμετοχή του στη συγκεκριμένη μπάντα, αλλά δεν ξέρει τι τον περιμένει. Νομίζει στην αρχή ότι μπήκε εύκολα λόγω του αδιαμφισβήτητου ταλέντου του, αλλά θα αναγκαστεί στη συνέχεια να επιστρατεύσει όλο το πείσμα, τη θέληση και τον εγωισμό του, θα χρειαστεί να ματώσει – στην κυριολεξία – για να κρατήσει τη θέση του, αν την κρατήσει...
Πάνω απ’ όλα όμως βρίσκεται η μουσική που, ας μη γελιόμαστε, είναι ο βασικός πρωταγωνιστής της ταινίας. Γι’ αυτό κατά τη γνώμη μου το Whiplash το απολαμβάνεις καλύτερα στη μεγάλη οθόνη με τον καλό ήχο. Κι ας μην είναι τυπικά musical ή ένα μεγάλης διάρκειας πολύχρωμο video clip. Κι ας είναι δύο τα βασικά μουσικά θέματα που επανέρχονται στην ταινία: το Whiplash και το Caravan.
Η μουσική εδώ δεν είναι απλά το πλαίσιο της ιστορίας ή το αντικείμενο ενασχόλησης των πρωταγωνιστών της. Οι αδιάκοπες πρόβες πριν την τελική συναυλία, οι διαπροσωπικές σχέσεις εντός και εκτός ορχήστρας, οι εντάσεις και οι ρήξεις, οι παύσεις, οι «διέσεις» και οι «υφέσεις» του σεναρίου, ο ρυθμός του φιλμ γενικότερα... όλα νιώθεις ότι είναι αποτυπωμένα σε μια αόρατη παρτιτούρα που εκτελείται άψογα. Ευφυώς η σκηνοθεσία και το μοντάζ κατευθύνουν τους ηθοποιούς και την ιστορία με το να την κρατάνε πάντοτε μέσα στο πεντάγραμμο. Ακόμα και στις εκτός μουσικής σκηνές, εκείνη είναι με τον τρόπο της παρούσα. Είναι εκεί ως επιδίωξη, ως γέφυρα επικοινωνίας αλλά και ως πεδίο αντιπαράθεσης, ως σύμμαχος αλλά και ως αντίπαλος προς κατάκτηση, ως αγωνία για διάκριση. Αλλά κυρίως ως τέχνη. Kαι δεξιοτεχνία.
* H ταινία Whiplash/ Χωρίς Μέτρο έχει ήδη αποσπάσει περισσότερα από 60 βραβεία παγκοσμίως, ανάμεσα στα οποία Χρυσή Σφαίρα και Βραβείο Bafta Β' Ανδρικού Ρόλου για τον J. K. Simmons, είναι υποψήφια για 5 βραβεία Όσκαρ, και προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες από 5/2 από τη Feelgood Entertainment.
