Γεννήθηκε στη φαντασία και το σενάριο των αδερφών Κοέν, μεγάλωσε μπροστά στην κάμερά τους, με όνειρο να ξεφύγει από το εργατικό περιβάλλον του Νιου Τζέρσεϋ και το βούρκο του καθωσπρεπισμού της αμερικανικής οικογένειας, και έζησε στη μεγάλη οθόνη του σινεμά, για να δει τον εαυτό του να καταπνίγει αυτό που έτρεφε μέσα του σε όλη του τη ζωή. Και μέσα στον Llewyn Davis (Inside Llewyn Davis) δεν υπήρχε τίποτ’ άλλο πέρα από Μουσική.

Στην τελευταία τους ταινία οι αδελφοί Κοέν δανείζονται το πνεύμα, την εποχή, τη μουσική και κάποια περιστατικά από την αυτοβιογραφία του Dave Van Ronk  με τίτλο The Mayor of MacDougal Street, για να παρουσιάσουν στη μεγάλη οθόνη έναν αφανή ήρωα της ζωής, κι εραστή της μουσικής, που έμεινε «ιδανικός κι ανάξιος», καθώς δεν μπόρεσε ποτέ να περάσει τα σύνορα της καλλιτεχνικής αφάνειας.

Ο Dave Van Ronk ήταν τη σωστή στιγμή στο σωστό μέρος. Βρισκόταν στο Greenwich Village της Νέας Υόρκης, την περιοχή που τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, αποτέλεσε τον καλλιτεχνικό παράδεισο των μποέμ τύπων που ζούσαν μέσα στην Τέχνη τους και μόνο απ’ αυτήν. Ο Van Ronk έκανε και τα σωστά πράγματα, καθώς τραγουδούσε τα σωστά τραγούδια στο σωστό κοινό τη σωστή εποχή. Αυτό που του έλειπε –τελικά- ήταν η μαγεία… και ίσως η τύχη.

Κάποια στιγμή στη δεκαετία του ’50, όταν προσπαθούσε να δώσει το σημάδι του ως τραγουδιστής της φολκ μουσικής, δανείστηκε το παραδοσιακό τραγούδι House of the Rising Sun, από μια παλιά ηχογράφηση, όπου το ερμήνευε η έφηβη κόρη ενός ανθρακωρύχου στο Κεντάκι. Ο Van Ronk το άλλαξε λιγάκι κρατώντας τον ρυθμό και τους περισσότερους στίχους, προσθέτοντας όμως μια συγχορδία που το έκανε ακόμη πιο σπαρακτικό και με τον καιρό, αυτό το κομμάτι έγινε το σήμα κατατεθέν του.

Μία βραδιά του 1962, ένας νεαρός τραγουδιστής, που μόλις είχε υπογράψει το πρώτο του συμβόλαιο με μία δισκογραφική εταιρία, τον πλησίασε και του είπε «Γεια σου Dave. Θα σε πείραζε να ηχογραφήσω στον δίσκο μου την εκδοχή σου για το House of the Rising Sun»;  Εκείνη την εποχή ο Van Ronk ετοίμαζε την πρώτη του δισκογραφική δουλειά σε ένα μικρό φολκ λέιμπελ με το οποίο μόλις είχε συμφωνήσει. «Έλεος Bob», είπε, «μπαίνω στο στούντιο σε λίγες εβδομάδες για να το γράψω. Δεν μπορεί να περιμένει για τον επόμενό σου δίσκο»; «Ωχ!», απάντησε ο νεαρός …Bob. «Τι ώχ?», ρώτησε ο Van Ronk. «Να, η αλήθεια είναι ότι το ηχογράφησα ήδη», είπε ντροπιασμένος ο Bob, …o Bob Dylan!

Κι αυτό το τραγούδι ήταν ένα από εκείνα που έβαλαν τις βάσεις για την μετέπειτα καριέρα του Bob Dylan. Από τη δική του ηχογράφηση έγινε το κομμάτι γνωστό και δημοφιλές, και εκτός Αμερικής. Ωστόσο, δεν έγινε καμία αναφορά στον Van Ronk, και ούτε λόγος φυσικά για δικαιώματα τότε.

Την ιστορία διηγείται ο Van Ronk στην αυτοβιογραφία του που κυκλοφόρησε το 2005, τρία χρόνια αφότου πέθανε σε ηλικία 65 ετών. Μιλά για το καφέ που φιλοξενούσε στο Village της Νέας Υόρκης, μουσικούς που δεν ήταν απ’τη Νέα Υόρκη. Που ερμήνευαν φολκ μουσική πριν αυτή γίνει της μόδας και πριν οι ίδιοι τύχουν κάποιας αναγνώρισης. Από αυτή την «ηττοπαθή» ιστορία εμπνεύστηκαν οι αδερφοί Κοέν και μας παρουσίασαν την ιστορία του Llewyn Davis. Ο Llewyn Davis δεν είναι ο Van Ronk. Δεν είναι όμως ούτε και ο Bob Dylan. Η μουσική του θυμίζει λίγο τον Donovan, αλλά δεν είναι ούτε αυτός. Είναι ένας επιπόλαιος νέος, φαινομενικά αυτάρκης σ’ έναν δανεικό καναπέ και με τα ίδια, λίγα, ρούχα μέσα στα χιόνια, χωρίς να έχει ανάγκη την ασφάλεια της οικογένειας και των γονιών του, χωρίς χρήματα, χωρίς σταθερή ερωτική σχέση με κάποια σύντροφο, αλλά μόνη σταθερή ερωτική σχέση με τη μουσική.

Ένας «loser» εκ πρώτης όψεως, που στην ταινία των Κοέν ταξίδεψε χωρίς προορισμό, με μοναδικό στόχο το ταξίδι στη μουσική, την Τέχνη, τη ζωή αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό. Τόσο εσωστρεφές και τόσο μοναχικό που ίσως ο μόνος που τον κατάλαβε ποτέ να υπήρξε ο τετράποδος Οδυσσέας, ένας κόκκινος γάτος, κινηματογραφικής ανάμνησης, (σαν απόγονος του γάτου της Audrey Hepburn από το Breakfast at Tiffany’s). O Οδυσσέας έφυγε απ’ το σπίτι του, κι αφού περιπλανήθηκε, ξαναγύρισε στην Ιθάκη του. Ο Davis όσο κι αν ταξίδεψε γύρισε και πάλι στη μουσική. Χωρίς κορύφωση, δόξα, χρήμα, χωρίς καν ένα δικό του καναπέ. Μόνη του πατρίδα και προορισμός, η ίδια η μουσική.  

Από την πρώτη κιόλας σκηνή της ταινίας είμαστε κι εμείς στο Village της Νέας Υόρκης, στο μπαρ με τους μουσικούς της φολκ, που όλη τους η περιουσία είναι μια κιθάρα. Απ’ την πρώτη σκηνή είμαστε κι εμείς ακροατές του Llewyn Davis. Ακροατές της ιστορίας και της μουσικής του. «Ολη η ταινία είναι σαν φολκ τραγούδι» δήλωσε ο μεγάλος μουσικός παραγωγός Τ. Bone Burnett, ο οποίος επιμελήθηκε το soundtrack της ταινίας.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι το εξαιρετικό soundtrack, είναι ένα από τα πιο αυτοτελή των τελευταίων ετών, με ζωή και εκτός οθόνης, με σεβασμό κι εκτίμηση στην αμερικανική φολκ μουσική, που με πολύ μεγάλη προσοχή ντύνει την ταινία χωρίς να την αποπροσανατολίζει. Περιλαμβάνει 12 ηχογραφήσεις, στις οποίες συμμετέχουν κανονικά, οι ηθοποιοί της ταινίας, από παραδοσιακά αλλά και νέα φολκ τραγούδια που έγιναν για την ταινία, ένα κομμάτι του Dave Van Ronk με τίτλο Green Green Rocky Road, καθώς και μία ανέκδοτη εκδοχή του Farewell του Bob Dylan (από τον ίδιο). Είναι υποψήφιο και φαβορί με το τραγούδι, Please Mr. Kennedy (Ed Rush, George Cromarty, T-Bone Burnett, Justin Timberlake) για τη Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Τραγουδιού σε ταινία, αλλά δεν πληροί (όπως και κανένα τραγούδι της ταινίας) τις προϋποθέσεις της Ακαδημίας, και δε θα μπορέσει να φτάσει στις υποψηφιότητες των Όσκαρ. Ενώ, μιλώντας για βραβεία, ως τώρα μετράμε 29 διακρίσεις για μια μετριοπαθή ταινία, χωρίς μελοδραματική κορύφωση, κραυγαλέα εφέ, λάμψη και μεγάλους σταρ.

Οι αδερφοί Κοέν με σεβασμό στη ζωή των μποέμ καλλιτεχνών και στη μουσική σκηνοθετούν ένα ζωντανό soundtrack, ένα road movie στα σοκάκια και τις λεωφόρους της μουσικής, μέσα απ’ την περιπλάνηση, την αγωνία και την ταλαιπωρία του πρωταγωνιστή τους Oscar Isaac (ηθοποιός και μουσικός), που μαζί του φεύγεις κι εσύ από την αίθουσα, παγωμένος, με μουσκεμένες κάλτσες, άδειες τσέπες, αλλά γεμάτη ψυχή.

 

«Αν δεν ήταν ποτέ καινούριο και δεν παλιώνει ποτέ, τότε είναι… έργο των αδερφών Κοέν»
(παράφραση από φράση της ταινίας: «Αν δεν ήταν ποτέ καινούριο και δεν παλιώνει ποτέ τότε είναι ένα φολκ τραγούδι»)

 

* Η ταινία Inside Llewyn Davis, σε σενάριο και σκηνοθεσία Ethan Coen και Joel Coen με τους Oscar Isaac, Carey Mulligan, John Goodman, Justin Timberlake κ. α. προβάλλεται στους κινηματογράφους από τη Village

Δείτε το trailer: