Με αφορμή τα 90 χρόνια από τον θάνατο του Κώστα Καρυωτάκη (1896-1928) παρουσιάστηκε στον Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσό ο κύκλος τραγουδιών της Λένας Πλάτωνος πάνω στα ποιήματα του αυτόχειρα ποιητή. Ερμηνεύτρια ήταν η Σαβίνα Γιαννάτου, όπως και το 1982, που κυκλοφόρησε ο δίσκος και ήταν 23 χρονών. Ένας δίσκος που έμελε να γίνει εμβληματικός για το έργο της Λένας Πλάτωνος, παρότι ουσιαστικά ήταν ο πρώτος ολοκληρωμένος δίσκος που συνέθεσε πριν το Σαμποτάζ, το οποίο όμως κυκλοφόρησε ένα χρόνο νωρίτερα.

Τα παιδάκια που παίζουν στ’ ανοιξιάτικο δείλι

—μια ιαχή μακρυσμένη—,

τ’ αεράκι που λόγια με των ρόδων τα χείλη

ψιθυρίζει και μένει,

τ’ ανοιχτά παραθύρια που ανασαίνουν την ώρα,

η αδειανή κάμαρά μου,

ένα τρένο που θα ’ρχεται από μια άγνωστη χώρα,

τα χαμένα όνειρά μου,

οι καμπάνες που σβήνουν, και το βράδυ που πέφτει

ολοένα στην πόλη,

στων ανθρώπων την όψη, στ’ ουρανού τον καθρέφτη,

στη ζωή μου τώρα όλη…

 

«Βράδυ», αφιερωμένο στον Κλέων Παράσχο («Ελεγεία και Σάτιρες», Εκδοτική Εταιρεία Αθηνά», Αθήνα, 1927)

 

 

Η Σαβίνα Γιαννάτου καταπληκτική (όπως πάντα)! Εύστοχη, συναισθηματική, απέριττη και συγκεντρωμένη. Αξιοθαύμαστη για την ποιητική της αγωγιμότητα και τη μοναδική ικανότητα μετάδοσης ενός συναισθηματικού μηνύματος μας ξενάγησε στον έντονο και πολυεπίπεδο φαιό κόσμο του Καρυωτάκη, ενώ παράλληλα, ο επίσης καίριος και υποβλητικός Γιώργος Κοροπούλης, έδινε με την απαγγελία του τα υλικά της ξενάγησης και στιγμιότυπα από τον εύθραυστο αυτόν κόσμο. Στο πιάνο, ο Θοδωρής Κοτεπάνος ήταν ένας αντάξιος του έργου εκτελεστής με χαρακτηριστική απλότητα, πράγμα θετικό τόσο για τη συγκεκριμένη παράσταση όσο και για τον συγκεκριμένο κύκλο τραγουδιών.

 

Φίλε, η καρδιά μου τώρα σαν να εγέρασε

Τελείωσεν η ζωή μου της Αθήνας,

που όμοια γλυκά και με το γλέντι επέρασε

και με την πίκρα κάποτε της πείνας.

 

Δε θα `ρθω πια στον τόπο που η πατρίδα μου

τον έδωκε το γιόρτασμα της νιότης,

παρά περαστικός, με την ελπίδα μου,

με τ’ όνειρο που εσβήστη, ταξιδιώτης.

 

Προσκυνητής θα πάω κατά το σπίτι σου

και θα μου πουν δεν ξέρουν τι εγίνης.

Μ’ άλλον μαζί θα ιδώ την Αφροδίτη σου

κι άλλοι το σπίτι θα `χουν της Ειρήνης.

 

Θα πάω προς την ταβέρνα, το σαμιώτικο

που επίναμε για να ξαναζητήσω.

Θα λείπεις, το κρασί τους θα’ ναι αλλιώτικο,

όμως εγώ θα πιω και θα μεθύσω.

 

Θ’ ανέβω τραγουδώντας και τρεκλίζοντας

στο Ζάππειο που ετραβούσαμεν αντάμα.

Τριγύρω θα `ναι ωραία πλατύς ο ορίζοντας,

και θα `ναι το τραγούδι μου σαν κλάμα.

«Σε παλαιό συμφοιτητή» («Νηπενθή», Αθήνα, 1921).

 

Τα 13 κομμάτια του δίσκου ακούστηκαν ανάμεσα σε απαγγελίες ποιημάτων του ποιητή, σε αποσπάσματα από το βιογραφικό του, σε μία συγκινητική επιστολή της Μαρίας Πολυδούρη και ένα ιστορικό κείμενο του ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκου γραμμένο στις 9.12.1964 που περιέχεται στη συλλογή «Οκτάνα» και δίνει μια σκληρή απάντηση σ’ εκείνους που πίσω από την αυτοκτονία του είδαν έναν αδύναμο και δειλό άνθρωπο.

 

«Το λέγω και θα το ξαναπώ πολλάκις – είναι μεγάλος ποιητής ο Κώστας Καρυωτάκης».

 

Ο Καρυωτακισμός υπήρξε καταλυτικός για την επόμενη περιβόητη ποιητική γενιά του ’30, που την επηρέασε βαθιά και συνεχίζει να το κάνει μέχρι και στους ποιητές του σήμερα. Κάποιοι από αυτούς, μαζί με άλλους νέους, γέμισαν τον Παρνασσό, που τόση ποίηση έχει ποτίσει τους τοίχους του.

 

 

 

Τι λέει όμως η ίδια η Λένα Πλάτωνος, που ήταν παρούσα στη συναυλία και αποθεώθηκε στο τέλος της, για τη μελοποίησή της στα ποιήματα του Καρυωτάκη:

«Η ιστορία μου με τον Κώστα Καρυωτάκη άρχισε στο Τρίτο Πρόγραμμα του Μάνου Χατζιδάκι, όταν μου έγινε πρόταση να τον μελοποιήσω για τις ανάγκες της εκπομπής για την ποίηση. Εγώ αρνήθηκα αρχικά, γιατί φοβήθηκα το τεράστιο καλλιτεχνικό του μέγεθος, και προσφέρθηκα να γράψω σκέτη μουσική που θα ταίριαζε στο ύφος του για να υποστηρίξω τις απαγγελίες. Ο Χατζιδάκις δέχτηκε. Τελικά, μια νύχτα, όπως είχα ανοιχτό στο πιάνο μου το βιβλίο με τα ποιήματα του Καρυωτάκη, το βλέμμα μου αγκιστρώθηκε σε ένα ποίημά του, το μελοποίησα αμέσως και έκλαψα. Ετσι, η εκπομπή “ντύθηκε” και με τα τραγούδια μου, που είχαν αμέσως μεγάλη απήχηση στο Τρίτο, αλλά ακόμα περισσότερη μέσα στην ψυχή μου, όπου και “άκουσα” τη φωνή της Σαβίνας να τα τραγουδάει. Άρεσαν επίσης πολύ και στον Χατζιδάκι κι έτσι έγιναν άλμπουμ στη Lyra του Αλέκου Πατσιφά

 

Ήταν μία από αυτές τις βραδιές που νιώθεις τυχερός που ήσουν εκεί. Που χαίρεσαι τη δουλειά που κάνεις, που σκέφτεσαι φεύγοντας, που υπάρχει μέσα σου για καιρό, που ανθίζει τη μεγάλη ποίηση αυτού του τόπου, που φωτίζει τις ψυχές μας με το λόγο των λευκών αγγέλων με τα μαύρα φτερά και τα μελανολεκιασμένα μανίκια τους.

 

 

Ήταν μία παράσταση ακριβή ποίηση, μακριά από ανιαρά Facebookικά τσιτάτα και αντιαισθητικές ποιητικές καρτέλες.

Ήταν ο Κώστας Καρυωτάκης της Λένας Πλάτωνος.

Ήταν η ποίησις που είναι «το καταφύγιο που φθονούμε».