Η Marinna Satti ή Μαρίνα Σάττι (πότε ελληνικά πότε Αγγλικά) παρότι έκανε διάφορα πράγματα και νωρίτερα έγινε γνωστή πριν από περίπου ένα χρόνο με τη διασκευή στο «Θα σπάσω κούπες». Γνωστό κι αγαπημένο τραγούδι, χιλιοτραγουδισμένο, που το έφερε στον δικό της «κώδικα» και το παρουσίασε με έναν αρκετά απλό τρόπο μέσα σε ένα στούντιο, με τους φίλους της γύρω από αυτήν να κάνουν τα φωνητικά. Το βίντεο κοντεύει τα 10 εκατομμύρια views και αν βάλεις και τα ρεμίξ που έχουν γίνει με αφορμή τη διασκευή, είναι αρκετά παραπάνω. Η τεράστια επιτυχία που γνώρισε με αυτή τη διασκευή της άνοιξε τις πόρτες για συνεντεύξεις, δημοσιεύματα, ραδιοφωνικό airplay και περαιτέρω «ψάξιμο» του ονόματός της από «κοινό και κριτικούς», που λέμε…

 

 

Τρία χρόνια νωρίτερα συμμετείχε σε μία ακόμη δημοφιλή διασκευή στο -επίσης χιλιοτραγουδισμένο- «Αργοσβήνεις μόνη» του Βασίλη Τσιτσάνη, που αναδιαμόρφωσε ηχητικά ο Tareq για το project «Retropolis» και ακόμα πιο πριν είχε παρουσιάσει επίσης διασκευή στο τραγούδι «Ένα καλοκαίρι» του Γιάννη Σπανού και του Αλέξη Αλεξόπουλου, που είχε πρωτοτραγουδήσει η Αφροδίτη Μάνου. Μέσα σε ένα στούντιο καθισμένη στο πάτωμα με το ηλεκτρονικό μουσικό της «παιχνίδι». Μέσα στις διασκευές είπε και ένα τραγούδι σε πρώτη εκτέλεση στο δίσκο του Μιχάλη Τσακίρη, που δεν είχε όμως την τύχη σε μεταδόσεις και εμφανίσεις παρόμοια με τις διασκευές.

 

Πιο πρόσφατα, πριν από περίπου 4 μήνες δημοσιοποίησε, ξανά στο Youtube, ακόμη μία διασκευή. Αυτή τη φορά κάτι όχι χιλιοτραγουδισμένο. Ίσα ίσα, κάτι βγαλμένο από την ιστορία, πλέον, της ελληνικής δισκογραφίας. Ήταν το τραγούδι «Νιφάδα» σε μουσική Νίκου Κυπουργού και στίχους Δημήτρη Μαυρίκιου που βρισκόταν στον εξαιρετικό δίσκο «Τα μυστικά του Κήπου» (Σείριος, 2001) με πρώτη ερμηνεύτρια την Έλλη Πασπαλά. Ο τρόπος παρουσίασής του πάλι απλός, «χειροποίητος». Εκείνη μέσα σε ένα στούντιο μπροστά από μία λουπιέρα άνοιγε και έκλεινε την κάμερα μόνη της. Στο ενδιάμεσο έμπαινε σε ένα προσωπικό σύμπαν, σε έναν κόσμο πιο εσωτερικό που κατάφερνε να βάλει και τον θεατή-ακροατή μέσα σε αυτόν.

 

Είχε ήδη αρχίσει να δίνει ένα στίγμα, να «μαρτυράει» το ύφος και τον τρόπο της και μετά τις «Κούπες» να αποκτά μια ταυτότητα, ένα ύφος αναγνωρίσιμο, στο οποίο βοηθάει πολύ και η χροιά της φωνής της αλλά και ο τρόπος που χρησιμοποιεί την ψηφιακή πλευρά της μουσικής.

 

Τα νεανικά της χαρακτηριστικά πολλά: Ο ήχος, ο τρόπος που παρουσιάζει τα βίντεό της, η απλότητά της, η φρεσκάδα που εκπέμπει, το ότι δεν ασχολείται επί της ουσίας με τη δισκογραφία, αλλά έχει ρίξει το βάρος της στα social media με τα κομμάτια της να βγαίνουν πρώτα απ’ όλα στο Youtube κλπ κλπ.

 

Αυτό που δείχνει να την καθιερώνει στο χώρο της μουσικής (έχει κάνει και σπουδές στο θέατρο) ως μία από τις πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις στα μουσικά πράγματα του σήμερα είναι ο πρωταγωνιστικός της ρόλος ως Αρετούσα στον Ερωτόκριτο, που ανέβηκε φέτος από την πειραματική σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο Κέντρο Πολιτισμού του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος σε μουσική Δημήτρη Μαραμή και σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου.

 

Να αναφέρουμε τέλος, ότι άνοιξε τη συναυλία της LP στην Ελλάδα και πρόσφατα συνυπέγραψε την επιστολή προς τον Πρωθυπουργό για το θέμα της ΑΕΠΙ και τα πνευματικά δικαιώματα.

 

Εκτός μουσικής σε κάποιους η φωνή της κάτι θα θυμίζει ίσως από τη μεταγλώττιση στο παιδικό της Disney «Moana», όπου δάνεισε τη φωνή της στην ηρωίδα «Βαϊάνα». Στο ίδιο παιδικό ο Μιχάλης Κουινέλης από τους Stavento δανείζει τη φωνή του για τον ήρωα «Μάουι». Έχει σπουδάσει θέατρο και ενορχήστρωση, με τις μουσικές της σπουδές να είναι αξιοζήλευτες. (περισσότερα βιογραφικά εδώ)

 

Θα μου πεις τώρα τι σχέση έχουν όλα αυτά με τον Παντελή Παντελίδη και γιατί βάζεις αυτόν τον τίτλο για ένα νέο κορίτσι που είναι δημιουργικό, έχει κάνει τόσα πράγματα και δούλευε πάνω σε αυτό ακόμα και πριν γίνει γνωστή από μια διασκευή.

 

Πριν λίγες ώρες παρουσίασε το νέο τραγούδι της μαζί με το αντίστοιχο βίντεο και ακολούθησαν εκατοντάδες κοινοποιήσεις και σχόλια κάτω από αυτό. Το ρεφρέν του τραγουδιού κατά έναν περίεργο συνειρμό μου έφερε στο μυαλό το μουσικό θέμα από το παρακάτω κομμάτι του Παντελή Παντελίδη.

 

 

Η ίδια, στο site Popaganda.gr δηλώνει για το νέο της κομμάτι:

«Η Μάντισσα, στην ουσία, νιώθω ότι είναι το πρώτο ολοκληρωμένο μου παιδί, και συγκεντρώνει -και ίσως σχολιάζει- όλα αυτά που είμαι εγώ και πως βλέπω τον κόσμο γύρω μου. Κάποια στοιχεία της παράδοσης, στοιχεία της κουλτούρας μας -τα οποία ίσως για μερικούς να γράφουν πια ως “υποκουλτούρα”- και στοιχεία της urban ζωής που ζούμε σαν νέοι στο 2017. Κάπως έτσι τη βλέπω τη φάση λοιπόν, και ούσα σε μια απ’ τις πιο εξωστρεφείς και απενοχοποιημένες φάσεις της προσωπικής αλλά και μουσικής μου ζωής, σας στέλνω τη Μάντισσα με πολλή αγάπη κι ελπίζω να’ χει κάτι να σας πει γι’ αυτά που έρχονται.»

 

Είναι άραγε οι παρακάτω στίχοι του ρεφρέν στοιχείο της urban ζωής; Ή τι σχέση έχουν με το βρώμικό και παρακμιακό κέντρο της Αθήνας, την οδό Αθηνάς και την Σωκράτους, όπου γυρίζεται το βίντεο, με παγωμένα πρόσωπα αλλοδαπών που χαζεύουν τα γυρίσματα σε δρόμους γεμάτους γκράφιτι και βόλτες περιθωριακών ανθρώπων…


Θα πετώ, θα πετώ, θα πετώ για να σε βρω
Θα πετώ, θα πετώ, θα πετώ μες στον καιρό
Κόντρα σ’όλους τους ανέμους και στον άστατο ουρανό 
Θα πετώ, θα πετώ, θα πετώ μάτια μου για να σε δω.

 

Αυτό που ακούμε με αυτό που βλέπουμε μάλλον δεν ταιριάζει ιδιαίτερα. Από τη μία έχουμε ένα happy τραγούδι και κορίτσια να χορεύουν σε happy διάθεση, με στόχευση ανήλικου ακροατηρίου και τηλεοπτικό χρόνο στο Mad, δίπλα στα κλιπ της Τάμτα π.χ και από την άλλη την εικόνα μιας Αθηναϊκής παρακμής. Τα βλέμματα των ανθρώπων που κοιτάνε αυτό που συμβαίνει νομίζω είναι χαρακτηριστικά της μάλλον αμήχανης αντίθεσης.

Τα χιλιάδες views μέσα σε λίγες ώρες κατά μία έννοια ορίζονται ως επιτυχία (παρόλο που ως γνωστό με μία καλή καμπάνια στο Youtube μπορείς να έχεις πολύ περισσότερα views σε λιγότερο χρόνο, αλλά αυτό είναι άλλη κουβέντα) και καλώς ορίζονται έτσι για το κοινό που απευθύνεται το βίντεο και το κομμάτι. «Μα έχει φρεσκάδα», γράφουν κάποιοι. Σωστά. Φυσικά και έχει! Φρεσκάδα όμως έχει και η Φουρέιρα και η Στικούδη και η Demy και πολλές άλλες τραγουδίστριες που δεν θα έπαιζαν ποτέ στον Ερωτόκριτο, ούτε θα διασκεύαζαν ποτέ με φωνητικές λούπες τη «Νιφάδα».

 

Σαφώς και η καλλιτεχνική επιλογή είναι προσωπική υπόθεση και ισχύει το «Τι ζόρι τραβάς ρε φίλε τώρα», αλλά μάλλον από έναν καλλιτέχνη που έχει δείξει και έχει αποδείξει ότι μπορεί πιο δημιουργικά και πιο ουσιαστικά, περιμένεις κάτι άλλο λιγότερο «εύκολο» και ας είναι τεχνικά δύσκολο ένα μονοπλάνο σε αυτές τις γειτονιές της Αθήνας.