Στην αναρίθμητη οικογένεια διασκευών σε τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, οι οποίες έχουν ξεκινήσει εντός και εκτός Ελλάδας ήδη από τη δεκαετία του ’60, προστέθηκαν τον τελευταίο καιρό και δυο γενναιόδωρες παραγωγές. Η πρώτη τιτλοφορείται «Ξαναδιαβάζοντας τον Μίκη Θεοδωράκη» και περιέχει 67 καινούριες ηχογραφήσεις δεκάδων καλλιτεχνών, σε επιμέλεια των Άγγελου Κουτσούκη και Mωυσή Ασέρ και η δεύτερη περιλαμβάνει 22 διασκευές των Αλκίνοου Ιωαννίδη, Σωκράτη Μάλαμα, Γιάννη Χαρούλη και Μαρίας Φαραντούρη, η οποία είναι και ο ιθύνων νους σε αυτό το εγχείρημα μολονότι πρέπει για την ιστορία να αναφερθεί ότι η αρχική ιδέα  ανήκει στο μουσικό ερευνητή και ραδιοφωνικό παραγωγό, Γιώργο Τσάμπρα ο οποίος και το είχε προτείνει στη Μαρία Φαραντούρη, σε μια συνέντευξή τους, το 2014. 

 
Η έννοια της «διασκευής» τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα έχει αποκτήσει ένα  mainstream προφίλ, αποτελεί ένα μουσικό γίγνεσθαι το οποίο θα αποτιμηθεί για τη συνεισφορά του μελλοντικά. Το «υπάρχω και διασκευάζω», ωστόσο σε πολλές περιπτώσεις έχει μετατραπεί  σε «διασκευάζω και υπάρχω» και αυτή η φιλοσοφία όσο και αν έχει δώσει πολλές εμπνευσμένες νέες προσεγγίσεις, μεταγγίζοντας νέο αίμα στα τραγούδια, από την άλλη έχει λειτουργήσει πολλές φορές και αποπροσανατολιστικά ως προς το στίγμα του πρωτοτύπου και τη θέση του μέσα στο χρόνο. Ειδικά όταν τα «ιστορικά» τραγούδια έχουν ένα μουσικό-στιχουργικό περιεχόμενο πάνω σε μια συγκεκριμένη ιστορικο-κοινωνικο-πολιτισμική συνθήκη δημιουργίας λειτουργώντας ως φορέας μνήμης, με ισχυρό διαχρονικό αποτύπωμα, και όχι ως ένα μνημειακό και απολιθωμένο έργο τέχνης που χρήζει ανανέωσης ή ριζικής αλλαγής. 
 
Οι 89 σύγχρονες διασκευές των τραγουδιών του Θεοδωράκη αποτελούν ένα ικανοποιητικό αριθμό ώστε να προχωρήσει κανείς σε κάποιες εκτιμήσεις. Κατ΄ αρχάς αν το εξετάσουμε συνολικά, σε επίπεδο επιλογής τραγουδιών, το συμπέρασμα είναι πως θα συναντήσουμε πολλά τραγούδια του Θεοδωράκη τα οποία δεν είναι της «πρώτης» γραμμής του, συνεπώς αυτές οι διασκευές τούς δίνουν το δικαίωμα μιας «δεύτερης» ζωής, έστω και ως «σχήμα λόγου»  δεδομένου του μηχανισμού λειτουργίας της μουσικής εποχής. 
 
Το δεύτερο θετικό αυτών των εκδόσεων και πιο συγκεκριμένα του 4πλου «Ξαναδιαβάζοντας τον Μίκη Θεοδωράκη» είναι η παρουσία αρκετών νέων καλλιτεχνών οι οποίοι βρήκαν έστω και έμμεσα μια πόρτα εξόδου στον κόσμο. Παράλληλα και οι πιο γνωστοί καλλιτέχνες μπήκαν σε μια διαδικασία δημιουργικής επεξεργασίας ενός ξένου υλικού –όσο «ξένο» μπορεί να αποκαλείται ένα τραγούδι –βίωμά τους, του Μίκη Θεοδωράκη-. Γενικότερα, αριθμώντας το σύνολο των τραγουδιστών, μουσικών και ενορχηστρωτών και στις δυο δουλειές, δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει και να εκτιμήσει κανείς τη μαζικότητα και τη συλλογικότητα που αυτές εκφράζουν. 
 
Το βασικότερο όμως όλων είναι ο τρόπος προσέγγισης- διασκευής των τραγουδιών,  γεγονός στο οποίο υπάρχουν οι διαβαθμίσεις και οι διαφορετικές συλλογιστικές τού τι σημαίνει «διασκευάζω». Σε αυτό, λοιπόν, το πνεύμα, υπάρχουν τέσσερις τουλάχιστον μεγάλες κατηγορίες. 
 
Η πρώτη αφορά τις διασκευές οι οποίες παίρνουν τη μαγιά του πρωτότυπου τραγουδιού, αντιλαμβάνονται το βαθύτερο στίγμα του και το διασκευάζουν αναδεικνύοντας όψεις του που είτε είναι πιο ηχητικά πιο σύγχρονες –λογικό- είτε το ίδιο το πρωτότυπο δεν της είχε αποκαλύψει ενορχηστρωτικά. Για παράδειγμα τα τραγούδια «Ναυαγός» ( Αλκίνοος Ιωαννίδης), «Σαν καφενείο» (Μυρτώ Καμβυσίδη), «Ξημερώνει» (Μαρία Παπαγεωργίου), «Η αυλή» (Μπέτυ Χαρλαύτη»), «Πατρίδα μου» (Τάσος Ζαφειρίου), «Λειτουργία» (Λάκης Παπαδόπουλος) κ.ά. 
 
Η δεύτερη κατηγορία αφορά τις διασκευές στις οποίες οι δημιουργοί «άκουσαν» στα τραγούδια του Θεοδωράκη…τον εαυτό τους, διασκευάζοντας με βάση το απολύτως προσωπικό τους στίγμα, το «καλούπι» τους, άρα στη θέση του πρωτότυπου θα μπορούσε να είναι ένα άλλο οποιοδήποτε τραγούδι. Με άλλα λόγια δεν «μετατοπίστηκαν» καθόλου από τον άξονά τους.  Παράδειγμα τα τραγούδια «Μυρτιά» (Locomomdo), «Δακρυσμένα μάτια» (Όναρ), «Απόστημα» (Σωκράτης Μάλαμας), «Chove a favela/ Βρέχει στη φτωχογειτονιά (Banda Valeu & Γιώργος Τσιατσούλης), «Λεβέντης» (Κόζα Μόστρα) κ.ά. 
 
Η τρίτη κατηγορία είναι τα ολικής μεταμόρφωσης τραγούδια,  πηγαίνοντας αλλού τόσο τη φυσιογνωμία του πρωτότυπου όσο και το στίγμα των αναδημιουργών τους. Στην περίπτωση αυτή το αποτέλεσμα μπορεί ηχητικά να είναι σε πολλές περιπτώσεις πολύ ενδιαφέρον, όμως ξεφεύγει από το κοινωνικοπολιτικό ιστορικό του τραγουδιού, δημιουργείται έτσι ένα αυτόνομο καλλιτεχνικό έργο χωρίς τις προεκτάσεις, αλλά και τις αιτίες δημιουργίας του. Το μουσικό και στιχουργικό δηλαδή μήνυμα αποκτά διαφορετικές πλέον ακροάσεις και αναγνώσεις. Παραδείγματα τα τραγούδια «Ποιος τη ζωή μου» (Ζαχαρίας Καρούνης), «Λίγο ακόμα» (Μαρία Σπυροπούλου), «Μάνα μου και Παναγιά» (Νίκος Πιτλόγλου), «Αυτοί που ΄θα ρθουν» (Μαρία Φαραντούρη), «Όταν σταματήσει ο χρόνος» (Γιάννης Χαρούλης), «Βράχο βράχο τον καημό μου» (Νίκος Ξύδης) κ.ά. 
 
Η τέταρτη, τέλος, κατηγορία, είναι της μέσης οδού. Σε αυτήν οι καλλιτέχνες έμειναν πιο πιστοί στο πρωτότυπο φρεσκάροντάς το  ηχητικά. Σε αυτήν ανήκουν τραγούδια όπως «Μια μέρα θα στο πω» (Βασίλης Λέκκας), «Στο περιγιάλι του κρυφό» (Αρλέτα), «Όμορφη πόλη» (Ρίτα Αντωνοπούλου), «Κάποτε θα ΄ρθουν» (Γιάννης Μηλιώκας), «Κοιμήσου αγγελούδι μου» (Τάκης Φάβιος) κ.ά. 
 
Ο τρόπος προσέγγισης, λοιπόν, προσφέρει τροφή για συζήτηση ανάλογα τη σκοπιά που εξετάζει κανείς το  νόημα και τη στόχευση των διασκευών  επάνω σε αυτή την μουσική και ιστορική κληρονομιά μας.