H γνωστή –και παλαιά πλέον με βάση τους διαδικτυακούς χρόνους- ιστορία με το εξώφυλλο του Down Town είναι απλώς ένα χαρακτηριστικό γεγονός της σημειολογίας τού έξω–καλλιτεχνικού θορύβου που σκεπάζει το ίδιο το καλλιτεχνικό γεγονός.  Τη μετατόπιση δηλαδή από το κείμενο στο περικείμενο. Με απλά λόγια οι συνεντεύξεις, οι φεισμπουκικές δηλώσεις ή οι φωτογραφίσεις των καλλιτεχνών επισκιάζουν σε μεγάλο βαθμό την όποια συγχρονική τους δημιουργική παρουσία, αλλά και την ίδια τους την μεγαλύτερη ή μικρότερη ιστορία. 

 

 

Μια από τις βασικές αιτίες για αυτά είναι το γεγονός πως ο δίαυλος της επικοινωνίας έχει ανοίξει σε υπερμεγέθη βαθμό. Αναρίθμητα «δημοσιογραφικά» μέσα, από μικρά blog μέχρι μεγάλα τηλεοπτικά κανάλια -τα οποία σε συνδυασμό με την ταχεία και άμεση επικοινωνία που προσφέρουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης- έχουν δημιουργήσει μια πολύχρωμη και ολάνοικτη βεντάλια δημοσιότητας, η οποία όμως είναι γεμάτη τρύπες που πέφτουμε όλοι μέσα. Καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι, κοινό... Γιατί οι όροι της δημοσιότητας στηρίζονται στην θελημένη ή αθέλητη πρόκληση, στα διάφορα τσιτάτα, στις πολιτικές δηλώσεις-ενίοτε κωλοτούμπες-, στις πικάντικες προσωπικές εξομολογήσεις και στο δημόσιο γηπεδικό σχολιασμό  και ελάχιστα στο ίδιο το έργο το οποίο ακόμα και αν είναι εν ενεργεία –και σε ορισμένες περιπτώσεις πολύ σημαντικό- στην ουσία λειτουργεί συμπληρωματικά και όχι κατέχοντας τον πρωταγωνιστικό  ρόλο.

 

Τα παραδείγματα τον τελευταίο ιδίως χρόνο είναι πλέον πολλά. Και η κατάσταση  όσο πάει και χειροτερεύει όπως και ο εθισμός μας σε αυτήν τη διαδικασία προβολής, η οποία χρειάζεται να εφευρίσκει νέους τρόπους κινητικότητας για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει ερήμην πάντα του καλλιτεχνικού ζητουμένου. Σε αυτό το γεγονός ο βαθμός υπαιτιότητας βαραίνει αναλογικά όλους. Γιατί όταν περνάς το κατώφλι - για τον οποιοδήποτε έστω «ευγενή» λόγο-, περιοδικών όπως το προαναφερθέν, οφείλεις να γνωρίζεις, λόγω της ιστορίας του,  τις λακκούβες που θα συναντήσεις. Δεν πείθει οποιαδήποτε δήλωση «αγνοίας». Το ίδιο συμβαίνει και όταν αποδέχεσαι προτάσεις από παντός είδους μέσα ή χρησιμοποιείς άνευ όρων και ορίων τον διαδικτυακό άμβωνα ενώ γνωρίζεις την κρεατομηχανή που διατηρούν.

 

Η εκ των υστέρων δευτερολογία ως επεξήγηση ενός ντόρου που δημιουργείται, είναι μια ήδη χαμένη μάχη, μια βαριά ήττα.

 

Το «κάνω θόρυβο, άρα υπάρχω» είτε αυτό γίνεται συνειδητά βλ.  ρατσιστικές δηλώσεις τύπου Νότη Σφακιανάκη, είτε αθέλητα  όπως στην περίπτωση της Τάνιας Τσανακλίδου (η οποία εμφανίζεται στο θέατρο Τέχνης μετά από 40 χρόνια, γεγονός που πήρε πολύ λιγότερες διαστάσεις δημοσιότητας) είτε εμφανίζεται με τη μορφή «με παίζουν όλα τα μέσα για τις πολιτικές μου δηλώσεις, αλλά ελάχιστα προβάλλουν τα τραγούδια μου» όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Στάθη Δρογώση -για να δώσω τρια ενδεικτικά παραδείγματα- είναι μια φαινομενικά πρόσκαιρη συνθήκη, η οποία όμως έχει ήδη βαθύνει τις ρίζες της στο μέλλον.