Ο Νίκος Τσούχλος είναι ένας τους καλύτερους και με διεθνή φήμη μαέστρους που έχει να επιδείξει η Ελλάδα, έχοντας διευθύνει όλες σχεδόν τις ορχήστρες της χώρας μας και ουκ ολίγες από τις σημαντικότερες άλλων όχι μόνο σε κλασικά μα και σε σύγχρονα έργα ενώ έχει διατελέσει για πολλά χρόνια και διευθυντής καλλιτεχνικού προγραμματισμού του Μέγαρου Μουσικής, με άλλα λόγια ένας από εκείνους που κυριολεκτικά διαμορφώνουν το γίγνεσθαι της σοβαρής ή λόγιας (καθώς υπερβαίνει τα όρια της κλασικής) μουσικής στην Ελλάδα. Είναι όμως με την πιο πρόσφατη σχετικά ιδιότητα του, εκείνη του δασκάλου της μουσικής και πιο συγκεκριμένα του προέδρου του Ωδείου Αθηνών, που μας μίλησε για το πως εξωφρενικά ανεύθυνες επιλογές μα και παραλείψεις οδήγησαν το τελευταίο, ένα από τα πλέον ιστορικά και σημαντικότερα εκπαιδευτικά μουσικά ιδρύματα της χώρας μας, σχεδόν σε μαρασμό και στον κίνδυνο να διακόψει την λειτουργία του. Και βέβαια, με αυτή την αφορμή, και για την πολιτιστική πολιτική ενός τυπικά «οργανωμένου κράτους» το οποίο δεν υποβαθμίζει - ή και υπονομεύει – απλά το μέλλον των λειτουργών της αλλά ακόμα και της ίδιας της μουσικής...

 

Ποια είναι τα κύρια προβλήματα που αντιμετωπίζει το Ωδείο Αθηνών τα τελευταία χρόνια, καταρχήν και πρώτιστα τα οικονομικά και στη συνέχεια τα υπόλοιπα;
Τα προβλήματα του Ωδείου Αθηνών είναι πολλά και αρκετά από αυτά σχετίζονται δυστυχώς με τη μη εκπλήρωση ανειλημμένων υποχρεώσεων εκ μέρους του ελληνικού δημοσίου. Κάποιες από τις υποχρεώσεις αυτές είναι γενικής φύσης και σε οποιαδήποτε στοιχειωδώς ευνομούμενη πολιτεία θα τις χαρακτήριζε κανείς ως αυτονόητες. Άλλες πάλι αφορούν το ειδικό καθεστώς του Ωδείου Αθηνών όπως αυτό ρυθμίζεται σήμερα από το νόμο. Η συστηματική υποχρηματοδότηση του Ωδείου Αθηνών τα τελευταία χρόνια που δημιούργησε ένα βουνό από χρέη και αφήνει ακόμα σήμερα απλήρωτους δεκάδες ανθρώπους ανήκει στις δεύτερες, όπως στις δεύτερες ανήκει και το γεγονός ότι το εμβληματικό κτίριο του Ωδείου Αθηνών στο κέντρο της Αθήνας έχει από χρόνια αφεθεί να σαπίζει ημιτελές και ανεκμετάλλευτο. Στις πρώτες ανήκουν πολλά φλέγοντα, κυρίως θεσμικά, ζητήματα της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα με κύριο τη μεγάλη εκκρεμότητα του αδιαβάθμητου των ωδειακών σπουδών.

 

Η προσωρινή μεν αλλά ήδη επί πολύ μακρόν εγκατάσταση του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης στο ισόγειο του κτιρίου του Ω. Α. θεωρείτε ότι επιδείνωσε αυτά τα προβλήματα ή δεν έπαιξε κανένα ρόλο;
Η προσωρινή εγκατάσταση του ΕΜΣΤ στο κτίριο του Ω. Α. που ξεκίνησε κάποτε ως μια καλή ιδέα μερικής αξιοποίησης των ημιτελών χώρων του κτιρίου επ’ ωφελεία και των δύο φορέων καταλήγει δυστυχώς σήμερα να είναι ένα από τα πιο σοβαρά αγκάθια στη συνολική εξυγίανση της κατάστασης του Ωδείου Αθηνών. Σκεφτείτε τον σουρεαλισμό του όλου συμπλέγματος: Σήμερα το ΕΜΣΤ βρίσκεται με μια προίκα αξίας άνω των σαράντα εκατομμυρίων ευρώ (το νέο του κτίριο) που για κάποιο μυστήριο λόγο επιλέγει να μην εκμεταλλεύεται παραμένοντας πεισματικά στους χώρους του Ω. Α. ενώ ταυτόχρονα το Ωδείο, ο πτωχός συγγενής της ιστορίας, κινδυνεύει να χάσει δια παντός μια μοναδική ευκαιρία χρηματοδότησης της αποπεράτωσης του επί σαράντα χρόνια ημιτελούς κτιρίου του επειδή οι χώροι του τελούν…υπό κατάληψη από το ΕΜΣΤ!

 

Όσον αφορά στον βαθμό που αυτά τα προβλήματα οφείλονται στην έλλειψη οικονομικής ή άλλης στήριξης από το κράτος πιστεύετε ότι αιτία είναι η αδιαφορία ή η επιθετικότητα της επίσημης πολιτείας απέναντι σε ένα ιστορικό εκπαιδευτικό οργανισμό του χώρου της μουσικής που τόσα έχει προσφέρει στην τελευταία αλλά και γενικότερα στον ελληνικό πολιτισμό;
Θα μιλούσα μάλλον για εγκληματική άγνοια και εξοργιστική αδιαφορία!

 

Έχετε αντιμετωπίσει και διαφορετικής ίσως μορφής αλλά ανάλογης ή έστω παρόμοιας φύσης προβλήματα στο τμήμα μουσικής του Ιονίου Πανεπιστημίου στο οποίο επίσης διδάσκετε;
Το φαινόμενο της εξαιρετικά χαμηλής προτεραιότητας που δίνεται στην εκπαίδευση και ιδίως στις ανθρωπιστικές σπουδές (των οποίων τμήμα είναι βέβαια και οι καλλιτεχνικές) είναι δυστυχώς γενικευμένη υπόθεση στην Ελλάδα σήμερα.

 

Είτε είναι αδιαφορία είτε εχθρότητα, πού αποδίδετε εσείς αυτή την στάση του κράτους κύριε Τσούχλο;
Σκέφτομαι ότι η εκπαίδευση είναι μια σοβαρή και υπεύθυνη διαδικασία που δυστυχώς δεν προσφέρει συχνά ευκαιρίες για πανηγύρια του τύπου «ζήτω, βρήκαμε τον τάφο του Μεγαλέξαντρου» και που έτσι μάλλον δεν είναι αρκετά «σέξι» ώστε να συμπεριλαμβάνεται στις πρώτες προτεραιότητες της πολιτείας (ή/και της κοινωνίας, για να είμαστε ειλικρινείς). Δέστε ας πούμε ότι σήμερα στην πρωτεύουσα, στο χώρο της μουσικής, εκτός από μιαν υπό κατασκευή λαμπρή όπερα, διαθέτουμε επιπλέον τις τέσσερις υπερσύγχρονες αίθουσες του Μεγάρου Μουσικής, τις δύο της Στέγης Γραμμάτων Και Τεχνών, το παλιό θέατρο Ολύμπια, το Μπάντμιντον κ.λπ. για μουσικές εκδηλώσεις αλλά όχι ακόμα μια σοβαρή δημόσια Μουσική Ακαδημία όπου να εκπαιδεύονται τα παιδιά μας. Και ας υπενθυμίσω ότι το κτίριο του Ωδείου Αθηνών που σχεδιάστηκε ακριβώς για το σκοπό αυτό όπως προανέφερα παραμένει ημιτελές τα τελευταία σαράντα χρόνια…

 

Έχετε συνεργαστεί με το Μέγαρο Μουσικής και επίσης είστε μέλος του ΔΣ της Καμεράτα... Εκτιμάτε λοιπόν ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται από το κράτος το Ωδείο Αθηνών δεν είναι παρά μέρος του συνολικού τρόπου αντιμετώπισης;
Έχοντας ζήσει από πολύ κοντά τις περιπέτειες των φορέων αυτών τα τελευταία χρόνια της κρίσης μπορώ να σας πω ότι χειρότερο και δυσκολότερο πρόβλημα στη διαχείρισή του και από τις ίδιες τις περικοπές κονδυλίων υπήρξε κατά κανόνα η προχειρότητα και ο ερασιτεχνισμός με τον οποίον αυτές επιβλήθηκαν. Ηταν η λογική του οριζόντιου, τυφλού μέτρου, του δρεπανιού που βέβαια θερίζει οριζοντίως πρώτα όσα κεφάλια περισσεύουν και η οποία συχνά λειτούργησε ως κανονικό σαμποτάζ, παγιδεύοντας για παράδειγμα κάποιους φορείς σε καταστάσεις πλήρους αναξιοπιστίας, τόσον απέναντι στο κοινό όσο και απέναντι στους ίδιους τους εργαζομένους τους, με συνολικά καταστροφικές συνέπειες. Επιπλέον κανείς από τους «εποπτεύοντες» τα πολιτιστικά δεν μοιάζει να ασχολήθηκε ποτέ με τις μακροπρόθεσμες συνέπειες των αιφνίδιων αυτών μέτρων δημοσιονομικού πανικού σε μια ολόκληρη καλλιτεχνική κοινωνία. Αναλογιστείτε π. χ. ότι τα τελευταία χρόνια η σοβαρή μουσική έχασε συνολικά στην Ελλάδα περίπου το σαράντα τοις εκατό των μόνιμων θέσεων εργασίας και πάνω από το εβδομήντα τοις εκατό του ετήσιου τζίρου της, εγώ τουλάχιστον δεν ξέρω άλλη επαγγελματική κατηγορία σε τέτοιο χάλι!

 

Μπορεί όμως να υπάρξει σωστό ελληνικό μουσικό γίγνεσθαι χωρίς πλήρως οργανωμένη και με σωστές βάσεις μουσική παιδεία στη χώρα μας;
Χωρίς παιδεία δεν πάμε πουθενά, αξίωμα που ισχύει αναφορικά με οτιδήποτε.

 

Μπορεί να υπάρξει και ουσιαστικός ελληνικός πολιτισμός υπό αυτές τις συνθήκες και στην περίοδο και εντός του κλίματος μιας τόσο δεινής οικονομικής κρίσης;
Κοιτάξτε, το σύνηθες επιχείρημα εναντίον της στήριξης όλων εκείνων των ειδών σοβαρής τέχνης που δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς κάποια δημόσια υποστήριξη είναι απλό, «εδώ κόβονται οι συντάξεις, τον Σκαλκώτα θα κοιτάμε;». Το επιχείρημα αυτό είναι όχι μόνο καθαρός και χυδαίος λαϊκισμός αλλά και, στη βάση του, εντελώς εσφαλμένο και παραπλανητικό. Αν καταργούσε κανείς όλες μαζί τις ετήσιες επιδοτήσεις για τον πολιτισμό, τα χρήματα που θα εξοικονομούνταν σας διαβεβαιώ ότι θα ήταν πολύ λίγα ώστε να κάνουν την παραμικρή αισθητή διαφορά ως προς τις συντάξεις, κάνουν όμως τεράστια διαφορά ως προς το είδος της κοινωνίας μέσα στην οποία ζούμε εμείς και τα παιδιά μας.

 

Ποια άμεση διέξοδο (μέχρι να αρχίσει δηλαδή να αντιμετωπίζεται δραστικά αυτή η οικονομική κρίση και μαζί της και η πολιτική, ακόμα και θεσμική, που προκάλεσε) βλέπετε σε αυτή την τόσο δυσάρεστη κατάσταση, όχι μόνο για το Ω. Α. αλλά και γενικότερα; Τι είναι επιθυμητό μα και τι εφικτό τελικά να γίνει;
Η κρίση υπήρξε κατά τη γνώμη μου πρώτα θεσμική και μετά οικονομική και έτσι η όποια ανάκαμψη θα πρέπει και αυτή να ξεκινήσει με την ίδια σειρά. Στο Ωδείο Αθηνών ετοιμαζόμαστε αναθεωρώντας συνεχώς τους τρόπους λειτουργίας μας, προσπαθώντας να παραμένουμε δημιουργικοί σε πείσμα των οικονομικών και θεσμικών δυσκολιών και προτιμώντας εφεξής να κοιτάμε πώς θα αξιοποιήσουμε αυτά που έχουμε παρά να χάνουμε άλλο χρόνο θρηνώντας για αυτά που ξέρουμε ότι δεν πρόκειται ποτέ πια να μας δοθούν ξανά.

 

Γνωρίζετε βέβαια την κριτική που έχετε δεχθεί και ο ίδιος για κάποια μέτρα που υποθέτω ότι υποχρεωθήκατε να λάβετε από την στιγμή που αναλάβατε την διεύθυνση του Ω. Α., όπως για παράδειγμα την απόλυση ενός μεγάλου αριθμού καθηγητών. Πώς τα αιτιολογείτε;
Η έκρυθμη κατάσταση που βρήκα ερχόμενος στο Ωδείο Αθηνών σήμερα μοιάζει να έχει σε μεγάλο βαθμό εκτονωθεί, τα αλλεπάλληλα δικαστήρια και οι κατασχέσεις σταμάτησαν μέσα από έντιμο διάλογο, τα οφειλόμενα δεδουλευμένα και οι αποζημιώσεις των παλαιών συναδέλφων που δεν είναι πια μαζί μας εξοφλούνται ήδη σε μεγάλο βαθμό ενώ η τρέχουσα μισθοδοσία των σημερινών εργαζόμενων του Ω. Α. (υπό μιαν έννοια των μεγάλων αδικημένων της όλης υπόθεσης διότι τα δικά τους δεδουλευμένα του ‘11 και του ‘12 συνεχίζουν δυστυχώς ακόμη να εκκρεμούν στο σύνολό τους, ελπίζω όχι ακόμα για πολύ) πληρώνεται σχεδόν τακτικά εδώ και δυο χρόνια. Σας εξομολογούμαι ότι κάτι που μου δίνει μεγάλη προσωπική ικανοποίηση είναι το ότι όταν συναντώ συναδέλφους, είτε εργάζονται σήμερα στο Ω. Α. είτε κάποτε βρέθηκαν «απέναντι», μπορούμε να σφίγγουμε τα χέρια και να ανταλλάσσουμε δυο φιλικές κουβέντες. Κατά τα άλλα κάθε κριτική είναι σεβαστή, αρκεί βέβαια να συνοδεύεται και από σοβαρές εναλλακτικές προτάσεις. Αλλιώς πέφτουμε στο γνωστό σύνδρομο των δυο γέρων του Μάπετ Σόου....

 

Τι σχεδιάζετε και ποια είναι τα μέτρα που παίρνετε ώστε το Ω. Α. όχι μόνο να επιζήσει της κρίσης αλλά και να ξαναπάρει τη θέση την οποία είχε και βέβαια του αρμόζει στην ελληνική μουσική εκπαίδευση;
Η όλη στρατηγική βασίζεται στην κατά το δυνατόν ευφάνταστη αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων που διαθέτουμε οι ίδιοι ως μη κερδοσκοπικός φορέας, το κτίριο, η ιστορία εκατόν πενήντα χρόνων, το έμπειρο διδακτικό και καλλιτεχνικό προσωπικό, η παράδοση, το ιστορικό μας αρχείο, τα παιδιά που σπουδάζουν εδώ. Μεγάλη ελπίδα η χρηματοδότηση που πετύχαμε πρόσφατα μέσω του Δήμου Αθηναίων όσον αφορά στην αποπεράτωση και εκσυγχρονισμό του κτιρίου μας που φιλοδοξούμε να μετατρέψουμε σύντομα σε μια ζωντανή κυψέλη εκπαίδευσης και πολιτισμού στο κέντρο της Αθήνας με προτεραιότητα τους νέους ανθρώπους. Ταυτόχρονα προσπαθούμε να πολλαπλασιάζουμε τις παραγωγικές συνέργειες με άλλους αντίστοιχους φορείς, να αξιοποιήσουμε εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης τύπου ΕΣΠΑ, να ξεμπλοκάρουμε κάποια λιμνάζοντα περιουσιακά στοιχεία του Ω. Α. ως πηγή χρηματοδότησης υποτροφιών και αρκετά ακόμα.

 

Έχοντας πλέον για αρκετό διάστημα την διεύθυνση ενός από τα σημαντικότερα ελληνικά ωδεία θα λέγατε ότι οι μουσικοί στη χώρα μας έχουν την κατάλληλη παιδεία, ισάξια με εκείνη άλλων ευρωπαϊκών και μη χωρών;
Δάσκαλοι στην Ελλάδα υπάρχουν πολλοί και πανάξιοι, καλό θα ήταν μόνο να φροντίσει κάποιος να μην πεθάνουν της πείνας! Το πάγιο πρόβλημα αφορά στο θεσμικό μέρος, υπενθυμίζω και πάλι ότι τα διπλώματα των ωδείων παραμένουν σήμερα αδιαβάθμητα, ότι τα μουσικά σχολεία ζουν τη μεγαλύτερη υπαρξιακή κρίση της ιστορίας τους, ότι τα πανεπιστημιακά μουσικά τμήματα ταλαιπωρούνται αφάνταστα από έλλειψη επαρκών πόρων, ότι η Αθήνα στερείται δημόσιου φορέα παροχής ανώτατων σπουδών στον τομέα της μουσικής εκτέλεσης κ.λπ. Αν όλα αυτά δεν μπουν σταδιακά σε ένα λογαριασμό φοβούμαι ότι δεν κάνουμε τίποτα.

 

Τέλος εκτός όμως από τον δάσκαλο της μουσικής Νίκο Τσούχλο υπάρχει και ο άριστος και ενεργός μαέστρος... Υπάρχουν κάποια περισσότερο ή λιγότερο άμεσα σχέδια σχετικά με την προσωπική σας μουσική δραστηριότητα;
Προς το παρόν, ύστερα μάλιστα και από μια κάπως σοβαρή περιπέτεια υγείας, τα διοικητικά και διδακτικά καθήκοντα έχουν πάρει αναγκαστικά το πάνω χέρι. Αργότερα θα δούμε…

 

Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο όμως άνθρωποι όπως ο Νίκος Τσούχλος συντελούν στο απλό μα τόσο σημαντικό γεγονός του να γράφεται, παίζεται και ακούγεται μουσική στην χώρα μας. Και το μόνο που μπορούμε, ειδικά σε αυτή την σαρωτική για την Ελλάδα συγκυρία, είναι να ευχηθούμε να συνεχίσουν να υπάρχουν για πολύ ακόμα...