Την ίδια ακριβώς εποχή με την κυκλοφορία του δίσκου, ο χρονικογράφος θα καταγράψει ότι τρεις εκ των συντελεστών του υπερασπίζονται στο δημόσιο λόγο και στις πράξεις τους μια καλύτερη Ελλάδα. Η Χάρις Αλεξίου γαντοφορεμένη ξεσήκωσε πλήθη και αναστάτωσε τα δημοσιογραφικά μελάνια με την περιβόητη συναυλία της για τις καθαρίστριες, ο στιχουργός Νίκος Μωραΐτης αρθογραφόντας ανά τακτά διαστήματα εξαπολύει μύδρους εναντίον των κακώς κειμένων του πολιτικού συστήματος και ο συνθέτης Στάθης Δρογώσης συμμετέχει ενεργά στην πολιτική ζωή ως δημοτικός σύμβουλος.

Όλα καλά και άγια στα εν δήμω. Στα εν οίκω όμως; Στην τέχνη τους; Στην καλλιτεχνική τους πρόταση; Ποια (μουσική) Ελλάδα υπερασπίζονται; Και τι σημαίνει η συνεργασία-υποστήριξη της δισκογραφικής εταιρείας Heaven με το γνωστό και μη εξαιρετέο ρεπερτόριό της και τη συμβολή της στην πραγματικότητα της Ελλάδας την οποία κρίνουμε ως πολίτες;

 

Θα πρέπει εξαρχής να ξεκαθαρίσω ότι κατηγορηματικά πρεσβεύω πως η μουσική ζωή μας, με τις όποιες προεκτάσεις της στον κοινωνικό τομέα, το τελευταίο που χρειάζεται αυτή τη στιγμή είναι το πολιτικό τραγούδι. Δεν το έχει τόσο ανάγκη όσο έχει το καλό τραγούδι, όποιο μανδύα και αν αυτό φοράει. Ερωτικό, δραματικό, αφηγηματικό, σατιρικό κ.τ.λ.

 

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, από τους στίχους μιας και την όλη δουλειά υπογράφει ένας στιχουργός (όπως και την επιμέλεια της παραγωγής), ο Νίκος Μωραΐτης. Ο δίσκος είναι μοιρασμένος σε πιο εμπνευσμένα στιχουργήματα: «Ένα φιλί», «Άλλα χώματα» (αν και με το κακότεχνο: «όταν φτάνει πηγάδια η καρδιά»), «Καθρέφτης» (με την περιεκτική λιτότητά του) και στο εξαιρετικό «Απόκληρος».

 

 

Από την άλλη εμφανίζονται τα πολυφορεμένα εργαλεία της συναισθηματικής ποιητικίζουσας χαρμολύπης και της έμμετρης χιλιοειπωμένης και χιλιοδισκογραφημένης στιχουργικής (του): χάδια-σκοτάδια, καρδιά-βραδιά κ.τ.λ. Με συνειδητά ή ασυνείδητα «δάνεια» έμπνευσης και τεχνοτροπίας από άλλους στιχουργούς (αρχής γενομένης της Λίνας Νικολακοπούλου) χωρίς όμως πάντα και την αντίστοιχη σπιρτάδα τους· στιχουργήματα (π.χ. «Βγες», «Καίω εσένα») που κάλλιστα θα μπορούσαν να αφορούν έναν από τους δεκάδες τραγουδιστές του λαϊκο-ποπ τραγουδιού με τους οποίους, κατά κόρον, ο Μωραΐτης συνεργάζεται, υποστηρίζοντας μάλιστα επιδέξια τις επιλογές του (τα εν δήμω που λέγαμε).

 

Ωστόσο, είναι άδικο να κρίνονται οι στίχοι ερήμην της μουσικής τους. Γιατί πιθανόν και αυτοί οι ίδιοι οι στίχοι με άλλες, πιο στιβαρές συνθέσεις να είχαν άλλη τύχη. (θυμίζω ενδεικτικά το αθάνατο «Ξημερώνει» του Βαρδή: «Μια καρδιά έχω μόνο μια καρδιά/ που για σένα κλαίει κάθε βραδιά»...).

 

Οι συνθέσεις λοιπόν, του δίσκου με εξαιρέσεις τη μελωδική έκπληξη της Ανδριάνας Μπάμπαλη («Απόκληρος») και τα ρυθμικά τραγούδια του Rous κυμαίνονται σε φιλότιμες μεν με μιαν όμως αδυναμία ουσιαστικότερης μελωδικής ανάπτυξης μπαλάντες (Στάθης Δρογώσης) [τι καλό που θα ήταν και στα εν οικω να δείχνει την ίδια μαχητικότητα...] σε προκατ λαϊκότροπους δρόμους (Βασίλης Γαβριηλίδης) και σε μια, μάλλον, άνευρη μελοποιητική στιγμή της ίδιας της Αλεξίου («Ποιος μ΄αγαπάει ακόμα»).

 

Ωστόσο, στα «συν» και όχι «πλην» του δίσκου είναι η αποφυγή περισσότερων μουσικών νεωτερικών στοιχείων και πειραματισμών (ενδιαφέρουσες ωστόσο αρκετές ενορχηστρωτικές πινελιές), φαινόμενο που συναντάμε σε άλλες τραγουδίστριες μεγάλου βεληνεκούς με όχι πάντα επιτυχή αποτελέσματα. Τα τραγούδια είναι πιο κοντά στις μουσικές ατμόσφαιρες της ύστερης Αλεξίου. Για αυτό και δεν απαιτούν φωνητικές επιδεξιότητες και αντοχές. Άλλώστε για τη φωνή της η ιστορία έχει γράψει ήδη τόμους. Είμαστε τυχεροί που μας τη φιλοδωρεί ακόμα. Με τις χαμηλές της οκτάβες να παραμένουν αισθαντικές -και ερωτεύσιμες- και με το πέρασμα του χρόνου να είναι όμορφα αισθητό επάνω τους... Ο δίσκος, λοιπόν, αυτός, αν και η Αλεξίου δεν έχει τον πρώτο λόγο ως δημιουργός, αισθάνεσαι ότι τον εντάσσει στο δημιουργικό δισκογραφικό corpus της... Και αυτή είναι η μεγαλύτερη επιτυχία του...