Το απόσπασμα της λεζάντας βρίσκεται στο εισαγωγικό σημείωμα του Μάνου Χατζιδάκι για το δίσκο του «Οι Μπαλάντες της οδού Αθηνάς» (1983). Σε συνεντεύξεις του, επίσης, «δηλώνει ποιητής ή συνδέει τη μουσική του με την ποίηση, την οποία θεωρεί οδηγό στη διαμόρφωσή του το ίδιο όσο και τη μουσική» (1). Δεν είναι τυχαία αυτή η ποιητική ταυτότητα με την οποία αυτοπροδιορίζεται.

Από πολύ νωρίς, μόλις 21 χρονών, στα 1946, ταυτόχρονα με τη μουσική, γράφει και ποίηση -και μάλιστα προς δημοσίευση- βρισκόμενος στη Θεσσαλονίκη με το θίασο των Ενωμένων Καλλιτεχνών: πρόκειται για τη λιγοσέλιδη σύνθεση, σε οκτώ μέρη, ελευθερόστιχων ποιημάτων, «Λυπητερή Παρέλαση- Μια ποιητική σειρά από στιγμές» ορισμένα σημεία της οποίας υπάρχουν στην πρώτη δισκογραφική παρουσία μελοποιημένων στίχων του Χατζιδάκι, ως αυτόνομα τραγούδια, στο δίσκο 45 στροφών, Ο κύκλος του C.N.S. [ο οποίος κυκλοφόρησε το 1959 (το έργο γράφτηκε τη διετία 1954-1956) και περιέχει έξι τραγούδια για πιάνο και φωνή με την ερμηνεία του Γιώργου Μούτσιου] όπως: «Κι αν σμίξουν τ' άστρα μας/ Θέλω με τη σιωπή/ Που παραδέχεσαι/ Τον εαυτό σου» (από την ενότητα «portraitofmelancholy») το οποίο τραγούδησε ο Μούτσιος στο τραγούδι του δίσκου «Στην αποβάθρα» ως: «Κι αν σμίξουν τ' άστρα μας/ Θέλω με τη σιωπή/ Που σμίγω τη μορφή σου» κ.ά.

 

Την ίδια περίοδο με την «Λυπητερή Παρέλαση» γράφει και το ποίημα «Εργατική cantata»

το οποίο το χαρίζει «στους μυλεργάτες του εργοστασίου Αλατίνη». Τα ποιήματα αυτά τα είχε εμπιστευθεί τότε στον συνομήλικό του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη με σκοπό να εκδοθούν στην Θεσσαλονίκη, κάτι όμως που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Πολλά χρόνια αργότερα, την άνοιξη του 2001, ο Αναγνωστάκης, τα δημοσιεύει στο 17ο τεύχος του περιοδικού «Ποίηση» (2) προλογίζοντάς τα ως εξής: «Γνωριστήκαμε με τον Μάνο Χατζιδάκι το καλοκαίρι του 1946, όταν είχε έρθει στη Θεσσαλονίκη, με τον θίασο των Ενωμένων Καλλιτεχνών. Ήταν τότε 21 ετών, όσο κι εγώ. Είχα βγάλει την πρώτη μου ποιητική συλλογή πριν από ένα χρόνο, αλλά δεν ήξερα ότι και ο ίδιος έγραφε ποιήματα. Μου το εκμυστηρεύθηκε ένα βράδυ, σ' ένα παραθαλάσσιο μικρό καφενείο και διακριτικά, σχεδόν διστακτικά, μου έδωσε και μένα να διαβάσω δύο ποιήματά του. Εξίσου διακριτικά, σαν να μιλούσε σε (φτασμένο) ομότεχνό του, μου εξομολογήθηκε την επιθυμία του να τα φροντίσω εγώ, ώστε να δημοσιευτούν στη Θεσσαλονίκη.

Μου άρεσαν τα ποιήματά του· του υποσχέθηκα ότι θα φρόντιζα να βγουν όσο γίνεται πιο καλαίσθητα και σε γνωστό τυπογραφείο. Τα χειρόγραφα έμειναν στα χέρια μου. Μα τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν τόσο δύσκολα και μαύρα για μένα, ώστε δεν μπόρεσα να του ξεπληρώσω το χρέος. Τα ποιήματα κάπου παράπεσαν, όπως και τόσα άλλα χαρτιά, και ξεχάστηκαν σιγά σιγά. Σήμερα, 55 χρόνια αργότερα, ανασκαλεύοντας κιτρινισμένα απομεινάρια μιας άλλης εποχής, τα ξαναβρήκα και θέλησα με νοσταλγία να θυμίσω εκείνο το θερμό και ευαίσθητο παιδί που ήταν τότε ο Μάνος Χατζιδάκις.»

 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει ο Οδυσσέας Ελύτης

την πρώτη του γνωριμία με τον Χατζιδάκι, όταν ο τελευταίος συστήθηκε στην παρέα του Ελύτη ως ποιητής, μη βρίσκοντας όμως την αναμενόμενη προσοχή με τα ποιήματά του προσδιορίστηκε ως μουσικός «εξαπατώντας» τους μάλιστα στη συνέχεια με ένα μουσικό αυτοσχεδιασμό που ο ίδιος τους αποκάλυψε χρόνια μετά: Γράφει, λοιπόν, για τη γνωριμία τους ο Ελύτης στα «Ανοικτά Χαρτιά» του (3):

«Ήταν ένας νέος λεπτός, με κοντό σγουρό μαλλί και μεγάλα μαύρα μάτια Ήτανε, λέει, και μουσικός. Μουσικός; Απορήσαμε όλοι μας. Δηλαδή τι μουσικός; Βιολιστής; Πιανίστας; Όχι, όχι, μας εξήγησε. Ήταν συνθέτης. Έ, αυτό δεν το περιμέναμε. Υπήρχε, λοιπόν στην Ελλάδα τέτοιο είδος; Είδηση δεν είχαμε. Ο τελευταίος συνθέτης που ξέραμε ήταν ο Μανώλης Καλομοίρης. στερα τι σχέση μπορούσε να έχει η μουσική με τη μοντέρνα ποίηση; Μεγάλη, μας αποκρίθηκε. Απόδειξη ότι είχε κάνει μουσική για την Αμοργό και για τις Παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα.Βρεθήκαμε σε αμηχανία Κοιτάξαμε το νεαρό συνομιλητή μας με δυσπιστία.

Επί τέλους, αν έλεγε αλήθεια, δεν είχε παρά να μας το αποδείξει. Τον οδηγήσαμε αμέσως στο σπίτι του Βαλαωρίτη, κι εκεί, ο Μάνος Χατζιδάκις -αυτός ήταν ο νέος συνθέτης- κάθισε στο πιάνο. Δεν έχει πια καμιά σημασία τι μας έπαιξε εκείνο το απομεσήμερο. Όπως εξομολογήθηκε ο ίδιος αργότερα, δεν υπήρχε τίποτε συγκεκριμένο στο νου του, απλώς αυτοσχεδίασε. το αθώο ψέμα που μεταχειρίστηκε για να μας πλησιάσει και να κινήσει το ενδιαφέρον μας, δεν τον εμπόδισε καθόλου, φτάνει που βρέθηκαν τα δάχτυλά του επάνω στα πλήκτρα, να το ανατρέψει και να το κάνει μια μαγική αλήθεια.

Τόσο πολύ θα λεγες ότι ο αυτοδημιούργητος αυτός νέος ήταν ξεχειλισμένος από μελωδικότητα, τόσο πολύ γειτόνευε με μια περιοχή παρθένα, γεμάτη από ανεκμετάλλευτους ήχους και ρυθμούς, που έφτανε να τη σκουντήξει λιγάκι με τον αγκώνα του επάνω στο πιάνο, για να γεμίσει το δωμάτιο, να γεμίσει αργότερα η Ελλάδα κι ο κόσμος όλος από μιαν, άλλου είδους, γοητεία».

 

Στεκόμαστε λίγο ακόμα στον «ποιητή» Χατζιδάκι αναφέροντας τα εξής:

Η πρώτη επίσημη εμφάνισή του ως ποιητής γίνεται είκοσι χρόνια μετά τη «Λυπητερή Παρέλαση», το 1966, με το ποιητικό του βιβλίο, «Μυθολογία» (ποιήματα 1952-1965) από τις εκδόσεις Κεραμεικός, σε σκληρό εξώφυλλο και σχέδια του Γιάννη Μόραλη, ενώ το 1982 ακολουθεί η «Μυθολογία Δεύτερη» (ποιήματα 1968-1982). Στα ποιήματα αυτά, γράφει ο Βασίλης Καλαμαράς,

«κυρίως ερωτικής εκκίνησης και ερωτικής ανακεφαλαίωσης της αυτοβιογραφίας του, που παίρνουν τις αφορμές τους από το τυχαίο της καθημερινότητας [...] οι χατζιδακικές μυθολογίες μυθολογούν με τους νέους θεούς και ημίθεους της νέας μεταπολεμικής κοινωνίας της νέας ηχοληψίας και του νέου στερεοφωνικού ήχου» (4). Μολονότι «ο Χατζιδάκις ενόσω ζούσε, δεν πέτυχε να ξεχωρίσει ως ποιητής ούτε ως στιχουργός» (το πιο πιθανό μάλιστα είναι να μη γραφτηκε ποτέ κάποια λογοτεχνική κριτική για αυτά τα βιβλία στον καιρό τους)

 

όπως σημειώνει στη μελέτη του ο Θάνος Φωσκαρίνης, οι στίχοι του τόσο στα ποιήματα όσο και στα τραγούδια του, αποτελούνται από «άφθαρτες λέξεις ποιητικές και ξαναγεννημένες» και «περιέχουν με σαφήνεια την ποιητική ιδέα, αυτήν που δημιουργεί την ανάγκη του τραγουδιού». Τα λόγια του στα ποιήματα και τα τραγούδια δεν στοχεύουν στην «πολυφωνική και λαϊκή υστερία», αλλά λειτουργούν ως «μυστική πηγή» το νερό της οποίας δεν ξεπλένει, αλλά ξεδιψά, δεν ονειρεύεται αγριεμένες θάλασσες, αλλά κουρασμένους οδοιπόρους. Οι λέξεις και το πνεύμα των ποιημάτων του (και κυρίως των στίχων του) έχουν έντονα τα στοιχεία του συμβολισμού, του τραγικού παραλόγου, της εικονοποιίας, και της ελλειπτικής συναισθηματικής ποιητών όπως ο Μίλτος Σαχτούρης, ο Τάκης Βαρβιτσιώτης, (δεν είναι τυχαίο οτι ποιήματά τους ήταν από τις πρώτες μελοποιήσεις του) κι ο Λόρκα. Ας αντιπαραβάλλουμε ενδεικτικά δυο αποσπασματα ποιημάτων του Σαχτούρη, ο οποίος, κατά τη γνώμη μου, παρουσιάζει την πιο εκλεκτή επιρροή στον ποιητή και στιχουργό Χατζιδάκι μετά τον Γκάτσο:

 

κάποτε μέσα στο όνειρο έσφαξα μια κοπέλα
πλάι σ’ ένα κυπαρίσσι
τώρα τεντώνω ένα πανί
κι αποκάτω ξαπλώνομαι
γράφει στο «Δεν είμαι δέντρο» ο Σαχτούρης

 

και ο Χατζιδάκις στο «Κάθε τρελό παιδί»:
Κάθε που σφάζονται
δυο περιστέρια
η νύχτα καίγεται
στα δυο του χέρια
Και το κορίτσι δε μιλά

 

Στη πρώτη του συλλογή, επίσης, «Η Λησμονημένη» (1945), ο Σαχτούρης γράφει:
Σπασμένα φλυτζάνια στα χαλιὰ
πορφυρὰ λουλούδια τα μάγουλα της μάντισσας
όταν ανασηκώνει της μοίρας το φουστάνι
κάτι θα φυτρώσει ἀπ᾿ αυτὴ τη χαρά
ένα νέο δέντρο χωρὶς ανθοὺς
ή ένα αγνὸ νέο βλέφαρο
ή ένας λατρεμένος λόγος
που να μη φίλησε στο στόμα τη λησμονιά

 

και ο Χατζιδάκις στη δική του «Λησμονημέη» από την «Εποχή της Μελισσάνθης» (που ξεκίνησε να τον απασχολεί δημιουργικά το 1965):

Σηκώθηκεν ο άνεμος
και σκίζει τα πανιά μας
πέφτει η βροχή και μούσκεψε
τα πιο κρυφά όνειρά μας
μα εσύ μικρή τρελή και παραπονεμένη
το `λεγες πως θα γίνουσαν
μικρή λησμονημένη;
Σε πάτησαν τα πόδια μας
σε μάτωσεν η βιά μας
σου σπάσανε τα κόκαλα
τ’ ασθενικά παιδιά μας
κι όταν ξερή κι αναίσθητη σε πέταξαν στο χώμα
ποιος τάχα σε θυμήθηκε
έτσι θλιμμένη
μικρή λησμονημένη;

 

Κλείνοντας το θέμα με την ποίηση του Χατζιδάκι θα πρέπει ασφαλώς να γίνει αναφορά

στη μελοποίησή της από τον συνθέτη Νότη Μαυρουδή, το 1977, στο δίσκο του «Παιδί της γης». Ο Μαυρουδης επέλεξε να μελοποιήσει δέκα ποιήματα από τα εικοσι πέντε της «Μυθολογίας». Το άλμπουμ ηχογραφείται στο στούντιο της Columbia και η ενορχήστρωση που επιλέγεται αέρινη και λυρική όπως και οι στίχοι του συνθέτη: «Κρίση την είπαν την στιγμή/ σαν εκοιμήθεις πλάι μου με χάρη/ την ώρα που ξεχύθηκαν μ’ ορμή/ χίλια πουλιά να σκίσουν το φεγγάρι» (Κρίση). Δεσπόζει βεβαίως η κλασική κιθάρα του Νότη Μαυρουδή και ακολουθούν οι ήχοι του βιολιού, του βιολοντσέλου, της άρπας, του μπάσου, του μαντολίνου, των κρουστών, αλλά και ενός διακριτικού κλαρίνου.

 

Οι ερμηνευτές των τραγουδιών, δύο νέοι, τότε, η Αρλέτα και ο Ηλίας Λιουγκος οι φωνές των οποίων, αθώες και εύθραυστες, ταιριάζουν απόλυτα στο ύφος και στο πνεύμα τόσο των ποιημάτων όσο και της μουσικής. Στο δίσκο ακούγονται εκτός των άλλων και τρία μελοποιημένα ποιήματα- μικρές βιογραφίες του Χατζιδάκι προς τρεις ποιητές και συνοδοιπόρους, τον Οδυσσέα Ελύτη: «Ό, τι χάραζε σε στίχους/ τάπαιρνε η θάλασσα πούχε στα χέρια του» τον Γιώργο Σεφέρη: «Ένας αστός ξεκίνησε με μια βαλίτσα αναμνήσεων στο χέρι» (το οποίο απαγγέλει ρυθμικά ο ίδιος ο Χατζιδάκις) και τον Νίκο Γκάτσο: «Κ’ έγινε πέτρα αρχαική/ στη μνήμη των εφήβων».

 


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

  1. 1.Απόσπασμα από το κείμενο του Θάνου Φωσκαρίνη, «Όταν ο Μάνος Χατζιδάκις γράφει», ειδική έκδοση του περιοδικού Δίφωνο, τ.χ. 134, Νοέμβριος 2006.
  2. 2.Περιοδικό «Ποίηση», τ.χ. 17, Άνοιξη- Καλοκαίρι 2001.
  3. 3.Οδυσσέας Ελύτης, «Ανοικτά Χαρτιά», εκδ. Ίκαρος, Α' έκδοση 1982.
  4. 4.Βασίλης Κ. Καλαμαράς, «Η μουσική της ποίησης του Χατζιδάκι», από το τεύχος-αφιέρωμα στον Μάνο Χατζιδάκι, της σειράς «λέσχη αθανάτων» της εφημερίδας Ελευθεροτυπία.


    * Το κείμενο αποτελεί μέρος εκτενέστερης μελέτης πάνω στο λόγο του Μάνου Χατζιδάκι το οποίο θα δημοσιευτεί στο νέο τεύχος του περιοδικού Μετρονόμος το οποίο είναι αφιερωμένο στον Μάνο Χατζιδάκι και θα κυκλοφορήσει στις 23/6/14.