Η άφιξη του δεύτερου δίσκου των ΤΑΚΙΜ από την antart Productions έρχεται σχεδόν 10 χρόνια μετά την πρώτη, δισκογραφική κυκλοφορία του σχήματος. Από το ξεκίνημά τους γέννησαν (δικαίως) μεγάλες προσδοκίες όχι μόνο στο κοινό, αλλά (κυρίως) στον απαιτητικό κύκλο των καταξιωμένων συναδέλφων τους, που έβλεπαν το «ζύμωμα» τόσων χρόνων να αποδίδει καρπούς. Μετά από μερικές (μακροχρόνιες) παύσεις οι ΤΑΚΙΜ έχουν επανέλθει για τα καλά κάτι που πιστοποιεί και η επικείμενη δεύτερη δουλειά τους. Από αυτό το υλικό, το Μusicpaper.gr παρουσιάζει -κατά αποκλειστικότητα- το video clip μιας πολύ σημαντικής διασκευής του θρακιώτικου τραγουδιού «Όταν μ' εγέννας μάνα μου». Πρόκειται για ένα τραγούδι που έχει ηχογραφήσει ο Χρόνης Αηδονίδης δύο φορές στη δισκογραφία του. Στην εκδοχή των ΤΑΚΙΜ ξεκινάει το τραγούδι ο Κώστας Μερετάκης και λέει την πρώτη στροφή, ο Μάνος Κουτσαγγελίδης τη δεύτερη, ο Βαγγέλης Δημούδης την τρίτη και ο Χρόνης Αηδονίδης την τέταρτη. Αυτή η αφήγηση από τέσσερις Θρακιώτες, αλλά με σειρά από τον νεότερο προς τον γηραιότερο έχει περάσει πολύ έντονα και συγκινησιακά στην ηχογράφηση. Για όλα τα παραπάνω μιλάει στο Μusicpaper.gr ο Θωμάς Κωνσταντίνου

 

Οι ΤΑΚΙΜ επιστρέφουν δισκογραφικά με έναν καινούργιο δίσκο, έπειτα από αρκετά χρόνια. Τι να περιμένουμε;
Ξεκινήσαμε πέρυσι και πήγαμε από αναβολή σε αναβολή γιατί όλα τα μέλη των ΤΑΚΙΜ είχαμε κι άλλες δουλειές ή τους Nouveau Sextet, όπου έχουμε δώσει κι εκεί λίγο βάρος μαζί με τον Αλέξανδρο Αρκαδόπουλο και τον Κώστα Μερετάκη, που συμμετέχουμε. Έχουμε, όμως πλέον ολοκληρώσει το μεγαλύτερο μέρος του δίσκου και μπορώ να πω πως έχει πάρει μια ενδιαφέρουσα κατεύθυνση. Εκεί που αρχικά ήθελα να έχει πιο λίγα τραγούδια και να είναι πιο μαζεμένος, ο δίσκος πήρε μια πιο παραδοσιακή κατεύθυνση, που είναι πολύ ευχάριστο.

Έχουμε επίσης πολλούς καλεσμένους. Για πρώτη φορά τραγουδάω μαζί με τον πατέρα μου, Γιάννη Κωνσταντίνου (το τραγούδι «Λούλιος»), ενώ κι ο κύριος Νίκος Σαραγούδας ηχογράφησε ξανά μαζί μας, ένα παλιό σουξέ του από τη δεκαετία του ‘60, το «Με οδηγό τον πόνο μου», ένα κομμάτι που το παίζαμε ούτως ή άλλως στα live μας. Παράλληλα, η κυρία Γιασεμή Σαραγούδα είπε ένα τραγούδι που νομίζω πως δεν έχει ηχογραφηθεί από όταν το είχε πρωτοπεί η Ρόζα Εσκενάζυ, τη «Διαμαντούλα».

Οι Burger Project συμμετέχουν με το «Καίγομαι και Σιγολιώνω», ενώ και ο Δημήτρης Καρασσαβίδης έχει προσθέσει μία πολύ ωραία συμμετοχή με όλη τη Σχολή του, μια ομάδα από 8 λυράρηδες και τρία νταούλια. Το ρεπερτόριο εξορισμού θυμίζει Μικρά Ασία ή Πόλη λόγω της επιλογής των οργάνων με την απουσία σαντουριού ή λαούτου και με το κανονάκι, το κοντραμπάσο και το ούτι να αναλαμβάνουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορούμε να παίξουμε –φερ ειπείν- το Χειμαριώτικο. Έχουμε διαλέξει κομμάτια ελληνικά τα οποία προσπαθούμε να τα φέρουμε στον ήχο μας, χωρίς να χάνουν την ουσία που έχουν όταν παίζονται από κανονικές ζυγιές. Αποτίουμε ένα φόρο τιμής σε όλους τους παλιούς μεγάλους μουσικούς και τραγουδιστές που εκτιμούμε πάρα πολύ.

 

Να πιάσουμε τα πράγματα λίγο από την αρχή; Πως ξεκίνησαν οι ΤΑΚΙΜ;
Αρχικά στους ΤΑΚΙΜ ήμασταν εγώ, ο Κώστας Μερετάκης (κρουστά) κι ο Γιάννης Πλαγιαννάκος (μπάσο). Η ιδέα του να κάνουμε σχήμα για να παίζουμε τα όργανά μας έτσι όπως εμείς θέλουμε και με το ρεπερτόριο που θέλουμε, μας γεννήθηκε σε ένα ταξίδι για μια συναυλία με τον Χρήστο Νικολόπουλο στις φυλακές Ναυπλίου, στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας. Καθοδόν το αποφασίσαμε. Πολύ σύντομα, βρήκαμε τη Σοφία Λαμπροπούλου (κανονάκι), τον Μανώλη Κόττορο (βιολί) και τη Σπυριδούλα Μπάκα, που μας βοηθούσε με το τραγούδι. Έτσι ξεκίνησε το σχήμα και συγκεκριμένα από το «Μπαράκι του Βασίλη» και τη Σκιά του Φεγγαριού του Σάκη Βλαχάβα. Αυτή ήταν η «παιδική μας ηλικία», όλα ήταν πιο αγνά και ήταν η πρώτη φορά που κάναμε κάτι τέτοιο. Είχαμε επικεντρωθεί στο τουρκικό ρεπερτόριο, παίζαμε πεστρέφια, σεμάγια και κανένα ελληνικό. Φαινόταν ό,τι κάτι συμβαίνει κι ο κόσμος το είχε δεχτεί πολύ ζεστά.

 

 ΔΕΙΤΕ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΤΟ ΝΕΟ ΤΟΥΣ ΒΙΝΤΕΟ ΚΛΙΠ

 

Πολλοί συνάδελφοί σας μιλούσαν για εσάς ήδη από εκείνη την εποχή…
Ναι, γιατί νομίζω πως το είχαν και αυτοί ανάγκη να ακούσουν κάτι καλοφτιαγμένο και καλοδουλεμένο που να αφορά σε αυτή τη μουσική. Θυμάμαι χαρακτηριστικά τον Ανδρέα Παπά, του Βαγγέλη Καρίπη και τον Πέτρο Κούρτη που είχαν έρθει να μας δουν, τον Λευτέρη Ζέρβα κ.α. Όλοι όσοι ερχόντουσαν χειροκροτούσαν έντονα, συμμετείχαν, ήταν πρωτόγνωρο και γι’ αυτούς. Δεν ήμασταν τότε πρωτοκλασάτοι μουσικοί, αλλά αυτό που άρεσε ήταν ότι είχαμε δουλέψει πάρα πολύ σαν ομάδα και ΤΑΚΙΜ σημαίνει ομάδα. Εκεί μπήκαν οι βάσεις. Μετά εγώ πήγα φαντάρος, αλλάξαμε σύνθεση, ήρθε ο Πάνος Δημητρακόπουλος (κανονάκι), έφυγε η Σοφία, έφυγε ο Κόττορος και ήρθε ο Μαρινάκης (βιολί), ο Γιάννης Φράγκος (βιολί) για λίγο, αλλά η άφιξη του Αλέξανδρου Αρκαδόπουλου (κλαρίνο) ήταν σημείο καμπής. Το κλαρίνο άλλαξε αυτομάτως το ρεπερτόριο και τουλάχιστον το μισό άρχισε να πηγαίνει σε πιο «ελληνικά» μοτίβα. Εκεί κατάλαβα ότι ωραία τα τούρκικα, τα πεστρέφια και η μουσική της Κωνσταντινούπολης, αλλά εάν δεν κοιτάξεις και λίγο το «σπίτι» σου θα πέσει να σε πλακώσει.

 

Ο πρώτος δίσκος ήρθε λίγο αργότερα…
Το 2005 περάσαμε σε μία άλλη φάση, όπου είχαμε φέρει και δεύτερο κρουστό τον Δημήτρη Εμμανουήλ και με αυτή τη σύνθεση κάναμε τον πρώτο δίσκο. Τότε πειραματιστήκαμε με πιο έθνικ στοιχεία για τα οποία μετανιώσαμε, διότι μάλλον ήμασταν ακόμη ανώριμοι. Είχαμε καλή πρόθεση, αλλά το αποτέλεσμα δεν ήταν κάτι τρομερό. Από εκεί κρατάω όλα τα κομμάτια εκτός από τα δύο έθνικ, το ένα του Paco de Lucia και το άλλο μία διασκευή μας σε σύνθεση του Gillespie. Πιστεύω ότι το απαύγασμα του δίσκου είναι η ενότητα «Τσέστος», «Ένα Σαββάτο βράδυ» και η «Νερατζιά». Ήταν ο «νέος ήχος». Δεν λέω ότι οι μπάντες από εκεί και ύστερα πρέπει να παίζουν με ούτι, κανονάκι, μπάσο, αλλά είναι κάτι που δεν το ‘χαμε ξανακούσει στην παράδοσή μας. Συνήθως ακούμε λαούτο, κρουστό, βιολί, κλαρίνο και άντε… σαντούρι και λύρες. Ακόμη και ο τρόπος ή η φιλοσοφία με την οποία ενώσαμε τα κομμάτια είναι ενδεικτική του συγκεκριμένου ήχου. Όταν πλέον ξαναμαζευτήκαμε μετά από πέντε χρόνια, διότι διαλυθήκαμε για ένα διάστημα, αρχίσαμε να δουλεύουμε συνειδητά προς μία ελληνοκεντρική κατεύθυνση…

 

Πρόκειται για μία συνειδητή πρόθεση, φαντάζομαι, που αφορά στη γενικότερη προσέγγισή σας πάνω στη δημοτική μουσική;
Αυτό είναι ρητορικό ερώτημα που εάν δεν απασχολεί τους μουσικούς της γενιάς μας, που ασχολούνται με αυτό το είδος, τουλάχιστον θα έπρεπε. Γιατί, η γενιά μου, όσοι είμαστε γύρω στα 35 χρόνια και ήρθαμε μετά τον Τσιαμούλη, το Ross Daly και τον Σωκράτη Σινόπουλο, που τον τοποθετώ στην πιο παλιά γενιά, συνεχίσαμε με σοβαρότητα αυτό που έκαναν κάποιοι άλλοι πιο πριν. Παρασυρμένοι και από το νεαρό της ηλικίας δώσαμε βαρύτητα προς τη μουσική της Ανατολής ή την έθνικ, όμως κάποια στιγμή παράγινε. Εμένα, προσωπικά πλέον δεν μου έδινε απαντήσεις. Πήγαινα, το καλοκαίρι σε πανηγύρι με παραδοσιακά όργανα και έβλεπα τον κόσμο να χορεύει, καγκέλια, πωγωνήσια, ρουμελιώτικα όλα αυτά τα είδη που υπάρχουν στην Ελλάδα. Δεν άκουσα ποτέ κανένα να παραγγέλνει ένα πεστρέφι, για να χορέψει. Στην αρχή θεώρησα πως είναι θέμα μη εξοικείωσης και ότι ήταν καθήκον μας να εξοικειώσουμε εμείς τον κόσμο με αυτή
τη μουσική, αλλά βλέπω ότι ήδη έχουν περάσει 20 χρόνια, από όταν ασχολήθηκαν πολλοί μουσικοί με αυτή τη μουσική και ακόμα δεν έχει πάρει τη θέση της λειτουργικά, στη μουσική μας.

takim1

Και η δημοτική μουσική;
Σε αντίθεση με τα προηγούμενα, βλέπω έναν όγκο ρεπερτορίου, που έχει μείνει σε ποιανού τα χέρια; Κανενός. Γίνονται παραστάσεις με χορευτικά, από διάφορες περιοχές, με τα ανάλογα ακούσματα και παραδοσιακά κοστούμια. Πάρα πολύ ωραία. Φολκλόρ; Ναι. Έτσι είναι. Από κάπου πρέπει να ξεκινήσουμε. Αλλά κανένας δεν πήρε αυτό το ρεπερτόριο, να το αγκαλιάσει, να το σουλουπώσει λιγάκι, χωρίς να του βγάλει όμως τη «γεύση». Νομίζω πως πρόκειται για ένα σεντούκι, το οποίο πρέπει ο κόσμος να ανοίξει, γιατί είναι γεμάτο με θησαυρούς. Ειδικά, για τους νέους μουσικούς. Ωραία, μάθαμε το τάδε πεστρέφι, αλλά δεν πρέπει να μάθουμε και τα τραγούδια του Παπασιδέρη, τα γυρίσματα του Κίτσου Χαρισιάδη ή του Πετρολούκα; Νομίζω ότι δεν είναι θέμα γούστου ή επιλογής, αλλά καθήκον.

 

Για να επιστρέψουμε στους ΤΑΚΙΜ, οι εμφανίσεις σας τα τελευταία χρόνια είναι πολύ επιτυχημένες…
Μας ρωτούν πολλοί γιατί δεν παίζουμε σε μεγαλύτερα μαγαζιά. Για εμάς οι ΤΑΚΙΜ είναι το καταφύγιό μας. Δεν φοβάμαι μήπως αλλάξει η φυσιογνωμία μας, αλλά πάντα όταν πας σε μεγαλύτερο χώρο, αλλάζουν οι ανάγκες και μπαίνεις σε μία άλλη λογική που είναι μακριά από αυτό που θέλουμε να κάνουμε και το οποίο είναι πολύ προσωπικό. Αυτό που μας χαροποιεί είναι πως ο κόσμος που έρχεται στις παραστάσεις μας το έχει καταλάβει αυτό. Ακόμη κι όταν παίξαμε με τους Burger Project μπροστά σε χιλιάδες κόσμου, ακόμη και εκεί κάποιοι κατάλαβαν, πήραν αυτό που έχουμε να δώσουμε. Ήταν σαν ένα είδος «προσηλυτισμού» στη δημοτική μουσική. Ακόμη και εμείς όταν παίζουμε σε άλλες δουλειές μόνοι μας πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι είμαστε φορείς ενός πολιτισμού. Αυτό ισχύει και για όλες αυτές τις μπάντες που έχουν ξεμυτίσει και παίζουν παραδοσιακή μουσική. Να μην είμαστε αυστηροί, δεν είναι όλα άσπρο ή μαύρο, αλλά όσο μπορούμε στις σημερινές συνθήκες να βοηθήσουμε την παράδοση να γίνει λίγο πιο δημοφιλής.

 

Ο πατέρας σου, ο Γιάννης Κωνσταντίνου έχει πολύ μεγάλη προσφορά και έργο στο δημοτικό τραγούδι. Πόσο και πως σε έχει επηρεάσει;
Με έχει επηρεάσει 100% με τρόπους που ούτε καν το φαντάζεται. Ποτέ δεν καθίσαμε να μελετήσουμε ή να κάνουμε πρόβα μαζί. Εκτός από κάποια πράγματα ενδεικτικά που μου έλεγε, τελικά με άφηνε να κάνω αυτό που θέλω εγώ. Σίγουρα επηρεάστηκα, όταν η κούνια μου ήταν δίπλα στο ηχείο όπου έπαιζε Βασίλη Σαλέα, Κοκκώνη και Βασιλόπουλο. Μάλιστα, πολύ πρόσφατα ανακάλυψα για τον πατέρα μου το ποιος είναι. Εκτίμησα την ευφυΐα του, την αισθητική του, τη φιλομάθειά του και βέβαια την ταπεινότητά του που ακόμη προσπαθώ να κατανοήσω, γιατί λόγω ηλικίας και ματαιοδοξίας τα μυαλά μου έχουν πάρει πολλές φορές αέρα. Μόνο μία φορά μου έχει κάνει «μάθημα». Ταξιδεύαμε, οδηγούσε και μου τραγουδούσε τη «Θεωνίτσα». Επί 8 ώρες μου έλεγε πως είναι οι φράσεις και μου είχε κάνει εντύπωση το πόσο αναλυτικά σκεφτόταν. Με έχει επηρεάσει με έμμεσο, αλλά τελικά ουσιαστικά άμεσο τρόπο.

 

Η σημερινή δημοτική μουσική είναι συνέχεια βυζαντινής ή της ευρύτερης παράδοσης των λαών της Ανατολικής Μεσογείου;
Νομίζω το δεύτερο, αλλά μιας και ρωτάς για τη βυζαντινή ας το θέσω ως εξής. Όταν ρίχνεις μία πέτρα σε μία λίμνη, δημιουργούνται ομόκεντροι κύκλοι. Αυτό συμβαίνει και στη μουσική. Ας δεχτούμε ως κέντρο την Κωνσταντινούπολη, γιατί θεωρώ ότι η βυζαντινή μουσική είτε εκκλησιαστική είτε κοσμική, είναι η συνέχεια της αρχαίας ελληνικής μουσικής όπως αυτή συστηματοποιήθηκε από τον Πυθαγόρα κ.λπ. Ξεκινώντας από αυτό το δεδομένο θεωρώ ότι η βυζαντινή μουσική είναι η αρχαία ελληνική και με το πέρασμα των αιώνων συν όλες τις επιρροές που δέχτηκε και όσο απομακρυνόταν από την αυτοκρατορική Πόλη και τον τρόπο που έπαιζαν εκεί μουσική, έχανε την προφορά της, αν τη δεχτούμε ως μία γλώσσα. Αλλιώς παίζει το ουσάκ ο Σέρβος, αλλιώς ο Λιβανέζος, αλλιώς ο Αγρινιώτης. ωστόσο όλα αυτοί έχουν το ίδιο κέντρο. Υπάρχουν φυσικά και τα κατά τόπους ηχοχρώματα. Δεν μπορώ να πω ότι για παράδειγμα τα καγκέλια προέρχονται από τη βυζαντινή μουσική, αλλά έχουν σχέση.

 

Τι σημαίνει για μουσικούς της γενιάς σου το «φευγιό» μεγάλων μουσικών, όπως συνέβη πρόσφατα με τον Γιώργο Κόρο;
Συγκεκριμένα αυτή η αλλαγή σελίδας σημαίνει ότι έφυγε ο μόνος μουσικός, κατ’ εμέ, που είχε ισχυρό χαρακτήρα, αυτός που κανονικά όλοι οι μουσικοί θα έπρεπε να κοιτάνε όχι μόνο το παίξιμό του, αλλά τη στάση ζωής του και τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφερόταν πάνω στη σκηνή. Αυτό το φευγιό του θα μπορούσε να είναι μια καρπαζιά προς όλους μας, ώστε να σταματήσουμε να είμαστε εγωκεντρικοί χωρίς λόγο, να μάθουμε να ζούμε μαζί με τον κόσμο και να μην απομακρυνόμαστε. Η μουσική είναι για να την ακούν οι άνθρωποι και να νιώθουν καλά. Η μουσική δεν είναι καν κτήμα μας. Κάποιος τη στέλνει μέσα μας και εμείς τη διοχετευτούμε. Ο Γιώργος Κόρος αυτό το είχε. Ήταν ο πιο συναισθηματικός άνθρωπος που γνώρισα ποτέ, αλλά το έκρυβε τόσο καλά με την αυστηρότητα του προσώπου του, ενώ δεν υπήρξε ποτέ κλαψιάρης ή μεμψίμοιρος. Από τα λίγα πρότυπα που προσωπικά έχω σταθεί, πέρα από το μουσικό μέρος. Αυτό είναι που έχουμε κι ως προσόν οι Έλληνες. Την προσωπικότητα. Τόσα χρόνια χωρίς Ακαδημίες, χωρίς τίποτε κι όμως βγάζουμε αυτοφυείς μουσικούς. Οι Τούρκοι, οι Βούλγαροι και οι Αλβανοί, βγάζουν μουσικούς με το τσουβάλι, αλλά λίγο - πολύ ακούς το ίδιο ταξίμι. Εδώ, αντίθετα, ξέρεις ποιός είναι ο Κόρος, ο Ζέρβας, ο Βασιλόπουλος. Αυτό γιατί δεν το εκμεταλλευόμαστε; Να έχουμε προσωπικότητα…