Είναι απ’ αυτές τις αέναες συζητήσεις, που συνηθίζονται ανάμεσα στους φιλόμουσους, και οι οποίες μένουν πάντα χωρίς καταληκτικό συμπέρασμα, ακριβώς επειδή ξεκινάνε με κάποια υπόθεση εργασίας: τι θα γινόταν π.χ. αν τον κορμό των τραγουδιών του Μίκη Θεοδωράκη είχε ερμηνεύσει ο Στέλιος Καζαντζίδης αντί του Γρηγόρη Μπιθικώτση, αν ο Μάνος Χατζιδάκις είχε γεννηθεί στην Αμερική και όχι στη μικρή Ελλάδα, ή αν η Janis Joplin δεν ήταν τόσο αυτοκαταστροφική και προλάβαινε να ζήσει μερικά χρόνια ακόμα.

Η Τζένη Βάνου έμεινε στην ιστορία γι’ αυτά που –με τον υπέροχο τρόπο της, φαντάζομαι συμφωνούμε όλοι σε αυτό- τραγούδησε και όχι γι’ αυτά που θα μπορούσε ενδεχομένως να έχει τραγουδήσει. Παρά το ότι τα «ακούμπησε». Εξηγούμαι: δεν υποτιμώ καθόλου τον μουσικό κόσμο του Μίμη Πλέσσα, του Κώστα Καπνίση, του Γιώργου Μουζάκη ή του Κώστα Κλάββα. Αν και, για την εποχή που μιλάμε τουλάχιστον, την εποχή που ξεκίνησε την ερμηνευτική της διαδρομή, δηλαδή τις αρχές της δεκαετίας του ’60, αυτός ο κόσμος ήταν εμφανώς σε παρακμή, μη δυνάμενος να προσαρμοστεί στις αισθητικές αναζητήσεις των νέων καιρών.

Γιατί όταν έχεις έναν Χατζιδάκι να ορίζει πολύ διαφορετικά τον πήχη στην «ελαφρά» δισκογραφία με τα τραγούδια του που ερμήνευσε η Νάνα Μούσχουρη (αναφέρομαι στο περίγραμμα της ορχήστρας που χρησιμοποίησε τα χρόνια του ’50 και όχι στον πραγματικό χαρακτήρα της μουσικής που συνέθεσε), ενώ στη συνέχεια ενσκήπτει και ο Θεοδωράκης, ο οποίος ανακατεύει την τράπουλα στον ήχο των μπουζουκιών με τον Επιτάφιο και την Πολιτεία, οι φανφάρες του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης μοιάζουν –και είναι- πολύ παλιομοδίτικες και γερασμένες. Μοιραία λοιπόν, το είδος αυτό του αστικού τραγουδιού που έστηνε αυτί στην Ευρώπη (ή, μεταπολεμικά, στο αμερικάνικο σουίνγκ) και έλκει την καταγωγή του από τον Αττίκ, τον Γιαννίδη και τον Χαιρόπουλο, κλείνει οριστικά τον κύκλο του, εκπίπτοντας συνεχώς επί το «ελαφρότερον», μέχρις ότου αυτό το ελαφρότερον να μην αφορά πλέον κανέναν.

Το βελούδινο φωνητικό ηχόχρωμα της Τζένης Βάνου και οι σπουδαίες ερμηνευτικές της δυνατότητες δεν ήταν δυνατόν να περάσουν απαρατήρητες, από την εποχή ήδη που πρωτοεμφανίστηκε στο μουσικό στερέωμα. Έτσι, το 1962, ανάμεσα στα άλλα τραγούδια που ηχογράφησε, τα συντριπτικά περισσότερα εκ των οποίων γράφτηκαν από συνθέτες της τότε «ελαφράς» επικαιρότητας, ήταν και δύο τραγούδια του Αργύρη Κουνάδη (εκ των πρωτεργατών της ελληνικής μουσικής επανάστασης που άρχισε να κυοφορείται κατά τη δεκαετία του ’50, συνομήλικος και ομογάλακτος του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη): «Ανεμώνη» και «Μικρή μου Σελήνη», και τα δύο σε στίχους που έγραψε ο Μίνως Αργυράκης. Ενώ την ίδια χρονιά ηχογράφησε και δύο τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη σε «ελαφρά» και όχι λαϊκότροπη κατεύθυνση, που υποστηρίχτηκαν από ανάλογη ορχήστρα: «Αν μ’ αγαπάς αγάπη μου» (σε στίχους του Νίκου Γκάτσου) και «Μη με ρωτάς» (σε στίχους του Γιώργου Παπακυριάκη).

 

Ο θρύλος μάλιστα -που μεταφέρω με κάθε επιφύλαξη, εφόσον δεν έχω εντοπίσει γραπτές πηγές να τον επιβεβαιώνουν ή να τον διαψεύδουν- φέρει τον Μάνο Χατζιδάκι να έχει την επιθυμία να μετατρέψει την Τζένη Βάνου στην καινούργια του μούσα, μετά τη φυγή της Μούσχουρη στο εξωτερικό. Η ίδια όμως λέγεται ότι προτίμησε τελικά τη σιγουριά του λιμανιού του Μίμη Πλέσσα, οπότε τα τραγούδια που προορίζονταν για τη φωνή της («Ο ταχυδρόμος πέθανε», «Φέρτε μου ένα μαντολίνο» κ.α.) ηχογραφήθηκαν με την Ζωή Φυτούση, ενώ η πρόταση συνεργασίας δεν ανανεώθηκε.

 

Ποτέ δεν θα μάθουμε λοιπόν αν η Τζένη Βάνου ήταν η τραγουδίστρια που θα ταυτιζόταν με το μουσικό κλίμα του Χατζιδάκι, με τον τρόπο π.χ. που αυτό συνέβη μια δεκαετία αργότερα με την Φλέρυ Νταντωνάκη. Και σίγουρα θα κριθεί από τους ιστορικούς του τραγουδιού για την απόφασή της να μείνει προσκολλημένη στην υπόθεση του ελαφρού τραγουδιού μέχρις ότου αυτό έπαψε να υφίσταται, οπότε και επιχείρησε την εκ των πραγμάτων αναδίπλωση ρεπερτορίου στην κατεύθυνση του «ελαφρολαϊκού». Η οποία της έδωσε μεν σουξέ της κατηγορίας «Σε βλέπω στο ποτήρι μου», «Χίλιες φορές», «Αγόρι μου» κ.α., τραγούδια δύσκολα, που στην πιάτσα των μουσικών λέγονται «λεζάντες» και που απαιτούν έμπειρη και πολύ ικανή ερμηνεύτρια. Αλλά και της έκλεισε για πάντα τις όποιες διόδους προς ανθρώπους αλλά και περιοχές τραγουδιών με αμιγώς καλλιτεχνικό και όχι απλώς εμπορικό ζητούμενο.

 

Όπως και να’ χει πάντως, εγώ θα θυμάμαι εκείνη την φοβερή πενταετία 1962-1966 στους δίσκους και τις ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες όπου ξαφνικά έβγαινε από το πουθενά ένα κορίτσι με εύθραυστο παρουσιαστικό, που όμως όταν άνοιγε το στόμα της να τραγουδήσει ένιωθες ότι «το έχει» περισσότερο από κάθε άλλη συνομήλικη ομότεχνή της. Καλό της ταξίδι.