Είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς τί ακριβώς είχε στο μυαλό του ο Michael Gira – ή, αν το προτιμάτε έτσι, ποιο ήταν το φιλοσοφικό του κίνητρο – όταν σχηματισε τους Swans στις αρχές της δεκαετίας του ’80 στη Νέα Υόρκη. Προσωπικά έχω πλέον καταλήξει ότι αυτό που τον απασχολούσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο ήταν η διαστροφή της εσωτερικής δύναμης του ανθρώπου, με άλλα λόγια η εξουσία και προπαντός η κατάχρηση της, με όποιον τρόπο και αν ασκείται αυτή.

Από την ίδια οπτική γωνία έβλεπε την πολιτική εξουσία αλλά και μιαν άλλη, διαπροσωπική εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, εκείνη που συντελείται διαμέσου του σεξ και κυρίως αυτή η οποία συνήθως εκφράζεται διαμέσου των πιο ακραίων πρακτικών του. Οι δύο αυτές εμμονές του συνδυάστηκαν ιδανικά ήδη από το ’85 στο κεντρικό τραγούδι ενός άτιτλου EP τους, το «Raping A Slave» που αργότερα μετατράπηκε και στον τίτλο των επανεκδόσεων αυτού του EP. Πάντως ήδη με το ομώνυμο EP με το οποίο ντεμπούταραν το ’83 και το πρώτο album τους «Filth» (στο οποίο προστέθηκε ένας δεύτερος ντράμερ, κάτι που θα γινόταν «σήμα κατατεθέν» τους στη συνέχεια) αργότερα την ίδια χρονιά τέθηκαν οι βάσεις του μοναδικού – με την έννοια ότι εξαρχής δεν έμοιαζε με οτιδήποτε άλλο – ήχου των Swans. Ήταν μόλις το ξεκίνημα ουκ ολίγων αλλαγών στη σύνθεση τους αλλά και μια σειράς σχεδόν οβιδιακών μουσικών μεταμορφώσεων που θα χαρακτήριζαν σταθερά και διαχρονικά την δουλειά του Michael Gira.

 

Η αιτία για το ό,τι οι Swans ήταν αυτό το συγκρότημα – χαμαιλέων πρέπει πιθανότατα να αναζητηθεί στο ότι ο αρχηγός τους, εκτός φυσικά από βασικός συνθέτης, στιχουργός και τραγουδιστής, ήταν και είναι, πριν και πάνω απ’ όλα, μουσικός. Αυτός ήταν ο λόγος για τις τόσες μεταλλάξεις του γκρουπ που έκαναν τον ήχο του από το βαρύ (ως και ασήκωτο!) post no wave που ήταν από εκείνο το ιστορικό πρώτο EP μέχρι και το δεύτερο LP τους «Cop» να μετατραπεί σε ένα χυτήριο όπου πυρώνονταν τα πλέον ετερόκλητα στοιχεία αλλά και ολόκληρα ιδιώματα (industrial, funk, world music) ώσπου να μετατραπούν σε μια πυκνή, αργόσυρτη και αρκούντως...επίφοβη μάζα που έφερε ανεξίτηλη την δική τους σφραγίδα και καμία άλλη. Η επικέντρωση και έμφαση του Gira στην ίδια την μουσική ήταν επίσης αυτή που τον έκανε να «αναβαθμίσει» την αρχικά μόνο κιμπορντίστρια Jarboe σε τραγουδίστρια και τελικά σε frontwoman, με άλλα λόγια το δεύτερο μετά από – και ισάξιο με - τον ίδιο κεντρικό πρόσωπο του γκρουπ.

Συνοπτικά υπήρξαν δέκα άλμπουμ των Swans από το ’83 μέχρι και το ’96, καλύπτοντας κάθε πιθανή – και απίθανη...- περιοχή ανάμεσα στον ακρότατο θόρυβο και στις ουκ πλίγον παρακμιακές, σχεδόν άρρωστες αλλά με τον πλέον σαγηνευτικό τρόπο, μελωδίες και με κυριότερους σταθμούς αυτής της διαδρομής το αριστουργηματικό «Children Of God», το επιβλητικό «White Light From The Mouth Of Infinity» και τον κάτι παραπάνω και από ώριμο επίλογο, το «Soundtracks For The Blind». Παράλληλα ο Gira σχημάτισε με την Jarboe (με την οποία ήδη είχαν μια το λιγότερο... επεισοδιακή σχέση) τους Skin, ένα ντουέτο που κυκλοφόρησε άλλα τρία άλμπουμ από το ’87 μέχρι και το ’90. Το αμφίσημο όνομα τους ήταν και με το παραπάνω ενδεικτικό των θεμάτων που ήθελαν να εξερευνήσουν, αφενός βέβαια την ψύχωση τους με την σάρκα και το σεξ αλλά και του επιφανειακού στοιχείου που καθορίζει τόσες πολλές σχέσεις και άλλες εκφάνσεις της ανθρώπινης ζωής.

Ολα αυτά όμως – με την σχέση του με την Jarboe να έχει προηγηθεί – τελείωσαν το ’96 όταν ο Gira αποφάσισε, μάλλον αιφνιδιαστικά και ενώ βρίσκονταν στο απόγειο της δημιουργικότητας του(ς), να διαλύσει τους Swans. Πολλοί νομίζουν ότι στη συνέχεια έμεινε άπρακτος για πολλά χρόνια αλλά αυτό κάθε άλλο παρά ισχύει καθώς κυκλοφόρησε μέχρι και το ’07 εννέα προσωπικούς δίσκους (τον πρώτο από αυτούς ήδη ένα χρόνο πριν την διάλυση των Swans) αλλά και εκδήλωσε με αρκετά επιτυχημένο τρόπο το ενδιαφέρον του (και) για την λογοτεχνία και φυσικά διηύθυνε την Young God, την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία την οποία αρχικά ίδρυσε για τις δουλειές των Swans αλλά κατέληξε να έχει στο δυναμικό της και αρκετά ακόμα σημαντικά ονόματα και να είναι μια από τις πιο επιτυχημένες του πραγματικά και επί της ουσίας εναλλακτικού ήχου.

Από την άλλη όμως όμως όσο αλήθεια είναι ότι προφανέστατα Swans δεν θα μπορούσαν ποτέ να υπάρξουν δίχως τον Michael Gira άλλο τόσο είναι ότι ποτέ δεν ήταν απλά και μόνον η συνοδευτική μπάντα του. Και αυτό το ήξερε καλύτερα από όλους ο ίδιος και γι’ αυτό όταν θεώρησε ότι τους χρειαζόταν και πάλι απλά τους επανασχημάτισε! Με την φράση «Οι Swans δεν είναι νεκροί» στη σελίδα του στο myspace προαναγγέλθηκε στις αρχές του ’10 η δεύτερη φάση του γκρουπ η οποία εγκαινιάστηκε λίγο αργότερα την ίδια χρονιά με το εξαιρετικό album «My Father Will Guide Me Up A Rope To the Sky», ακολούθησε ένας liveδίσκος πέρυσι και μετά, στα τέλη της χρονιάς, το κυριολεκτικά επικό, από πλευράς φιλοδοξίας, δημιουργικών διαστάσεων μα και...εύρους, «The Seer» το οποίο, σύμφωνα με τον Gira, είναι «ένας δίσκος που φτιαχνόταν επί τριάντα χρόνια». Και είναι η περιοδεία με αφορμή το τελευταίο που τους φέρνει για δύο εμφανίσεις στην Ελλάδα, την Πέμπτη 16 στο Club του «Μύλου» στη Θεσσαλονίκη και την Παρασκευή 17 Μαϊου στο «Fuzz Club» στην Αθήνα.

Τί να περιμένουμε από αυτές; Αν και ο μόνος άλλος πλην του Gira που έχει παραμείνει από την πρώτη φάση των Swans είναι ο κιθαρίστας Norman Westberg θα δούμε επί σκηνής ένα γκρουπ με δύο κιθαρίστες, μπασίστα και την κυριολεκτικά και μεταφορικά δύναμη κρούσης των δύο ντράμερ σε ένα αέναο και ατέρμονο ταξίδι προς την άγνωστη καρδιά του ήχου διαμέσου θορύβων, κρότων και - ηλεκτρονικών και μη – συχνοτήτων. Ή ίσως το soundtrackενός άλλου ταξιδιού, αυτού του Michael Gira - oοποίος θα βρίσκεται στο επίκεντρο αυτού του ηχητικού καταιγισμού τραγουδώντας αλλά και παίζοντας μια τρίτη κιθάρα - προς την τόσο σκοτεινή καρδιά του, προσπαθώντας επιτέλους να την ξεκλειδώσει έστω και για τον εαυτό του και με ενδιάμεσες στάσεις στο μυαλό και την ψυχή του. Γι’ αυτό και μην πλανάσθε αναμένοντας ότι αυτοί οι Κύκνοι θα είναι λευκοί... Ηταν, είναι και θα είναι κατάμαυροι και γι’ αυτό εξαιρετικά σπάνιοι, άρα και ιδιαίτερα πολύτιμοι. Ακριβώς γιατί μέσα τους είναι τελικά λευκότεροι και από τους πλέον λευκούς και θεωρητικά «αμόλυντους»...

 

- Την Πέμπτη 16 Μαΐου στο Club του Μύλου, στη Θεσσαλονίκη
και την Παρασκευή 17 Μαΐου στο Fuzz Live Music Club, στην Αθήνα