altΤο χρονικό της διετούς παραμονής (1943-1945) του Ιάκωβου Καμπανέλλη στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης και εξόντωσης, Μαουτχάουζεν, στην Άνω Αυστρία, για πρώτη φορά μετά την έκδοσή του, ως βιβλίο, το 1965, από τις εκδόσεις «Θεμέλιο», παρουσιάζεται εφέτος δραματοποιημένο στη σκηνή του Badminton. Ο σκηνοθέτης Θέμης Μουμουλίδης επιχείρησε να «μεταφέρει» στη σκηνή αυτό το χρονικό, το οποίο στο βιβλίο, όπως και στην παράσταση, δεν ακολουθεί μια γραμμικότητα· η αφήγηση ξεκινά με την απελευθέρωση του Μαουτχάουζεν, στις 5 Μαΐου του 1945 και με ένα συνδυασμό αναδρομικής και εγκιβωτισμένης αφήγησης, ξετυλίγει την εφιαλτική αυτή ιστορία. Δεν πρόκειται, όμως για θεατρική μεταφορά του βιβλίου, αλλά σκηνική μεταφορά και ως τέτοια θα πρέπει να κριθεί, με άλλα λόγια, είδαμε μια δραματοποιημένη αναπαράσταση των σημαντικότερων σκηνών από το βιβλίο με τα αφηγηματικά μέρη να είναι ακριβής απόδοση χωρίων του έργου. 


Συνεπώς όλη η παράσταση βασίστηκε πάνω στην ανάδειξη του λόγου του Καμπανέλλη, ένα κράμα ρεαλιστικής απεικόνισης και ψυχικής αναδιήγησης, μια από τις σημαντικότερες ανατομίες της ανθρώπινης ιστορίας και ψυχής όπου το παράλογο και η φρίκη συμπορεύονται με τον έρωτα και την ελευθερία, όπου τα μηνύματα που περνούν είναι καταιγιστικά, κυρίως όμως τα ιστορικά «ερωτήματα» είναι οδυνηρά καθώς δεν βρίσκουν επαρκείς απαντήσεις. Όσοι, λοιπόν, σήμερα «ευαγγελίζονται» φιλοναζιστικές και φασιστικές θεωρίες είτε συνειδητά είτε ανεύθυνα, από μόδα, θα ήταν καλό να διαβάσουν το βιβλίο ή να παρακολουθήσουν την παράσταση (η οποια πήρε παράταση μέχρι τις 12 Δεκεμβρίου προς το παρόν). Γιατί η «μνήμη όταν επιστρέφει εκδικείται» όπως λέει και ο ποιητής...

Στο δια ταύτα της παράστασης όμως. Ο Μουμουλίδης, με περιορισμένα τα σκηνικά ευρήματά του, ορθά σκεφτόμενος επέλεξε τις δύο μορφές «ομοδιηγητικού» αφηγητή, για το ρόλο του Ιάκωβου Καμπανέλλη, όπως είναι και στο βιβλίο, τον αφηγητή-παρατηρητή (Στέλιος Μάινας) και τον αφηγητή-πρωταγωνιστή (Γιώργος Πυρπασόπουλος) με ένα επιτυχημένο «παιχνίδι ρόλων» μεταξύ τους σε κάποιες σκηνές. Ο Μάινας λειτούργησε καλά ως ένας πιο αποστασιοποιημένος αφηγητής, χωρίς μελοδραματισμό ή προσπάθεια στομφώδους απόδοσης του κειμένου.

alt

Αντίθετα ο Πυρπασόπουλος φάνηκε υποδεέστερος του θεατρικού του ρόλου, ως κρατούμενος Καμπανέλλης, μην καταφέρνοντας να σωματοποιήσει όλη αυτή τη δραματικότητα και τη συνθετότητα που εξέφρασε ο Καμπανέλλης ως δρών πρόσωπο της ιστορίας. Ο Άρης Λεμπεσόπουλος, στο ρόλο του Σνάιντερ, του Αυστριακού πολιτικού κρατούμενου, ο άνθρωπος που έσωσε τη ζωή του Καμπανέλλη, περισσότερο ερμήνευσε παρά δραματοποίησε έναν ρόλο, (όπως και η Μαριάννα Πολυχρονίδη, στο ρόλο της Γιαννίνας, της γυναίκας που ερωτεύτηκε ο Καμπανέλλης μέσα στο στρατόπεδο) λειτουργώντας περισσότερο αυτόνομα σε σχέση με τον χαρακτήρα που εμφανίζεται στο βιβλίο, μη γνωρίζοντας, δηλαδή, αν είναι και ιστορικά αυτό ακριβές. Από εκεί και πέρα η διανομή των ρόλων στους τριταγωνιστές του έργου (π.χ. οι Γερμανοί αξιωματικοί, ο Ιταλός Φράνκο, ο Αντώνης κ.ά.) ήταν ιδιαιτέρως ατυχής. 

Κανένας δεν κατάφερε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και του ρόλου του, φέρνοντας μάλιστα μέχρι και κάποιο μειδίαμα στα χείλη, ειδικά στις δραματοποιημένες σκηνές βίας καθώς ο συνδυασμός τους με τη γλαφυρή αφήγηση και το οπτικό υλικό (video από τις φρικαλεότητες των ναζιστών) ήταν τόσο άνισος που όχι απλώς δεν μετέδωσε ούτε στιγμή το συναίσθημα (άλλωστε πώς να αποδοθεί σκηνικά μια φρικαλεότητα) αλλά αποπροσανατόλισε το θεατή καταλήγοντας να βλέπει μάλλον μια «ερασιτεχνική» θεατρική σκηνή (π.χ. ο ήχος των όπλων, τα βασανιστήρια, ο «θυμωμένος» Γερμανός αξιωματικός κ.ά.).

Αντιθέτως όπου ο σκηνοθέτης αφαίρεσε την παραστατικότητα του κειμένου και επέλεξε την κίνηση των ηθοποιών και το παιχνίδι με το φωτισμό, ως ρόλο, παράλληλα με την αφήγηση, το αποτέλεσμα ήταν ιδιαιτέρως επιτυχημένο.

altΩς προς το μουσικό μέρος της παράστασης ας σημειώσουμε πρώτα ορισμένα ιστορικά στοιχεία: Την ίδια χρονιά, με την έκδοση του βιβλίου, δηλαδή, το 1965, ο Καμπανέλλης παρουσίασε τέσσερα ποιήματά του, όλα αληθινές ιστορίες, από τη συγκλονιστική του αυτή εμπειρία στο στρατόπεδο, στον Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος και τα μελοποίησε αμέσως. Μάλιστα ο συνθέτης, υπηρετώντας το ελεγειακό και δραματικό των κειμένων, επέλεξε μια νέα ενορχηστρωτική μορφή σε σχέση με το έως τότε μουσικό του τραγουδοποιητικό παρελθόν, βάζοντας, δηλαδή, στην πρώτη γραμμή το βιολοντσέλο, το κοντραμπάσο, το φλάουτο, την ηλεκτρική κιθάρα και όχι το μπουζούκι. Τα δισκογράφησε, την ίδια, επίσης, χρονιά, με τη φωνή της Μαρίας Φαραντούρη, στην πρώτη της ουσιαστικά εμφάνιση στο ελληνικό τραγούδι, και πλέον, ο ομώνυμος αυτός δίσκος, ο οποίος στο Ισραήλ θεωρείται σαν εθνικός ύμνος, ανήκει στους ιστορικούς της παγκόσμιας δισκογραφίας. Στο μουσικό έργο εμπεριέχονται, λοιπόν, το «Άσμα Ασμάτων» (το οποίο κατά τους Times του Λονδίνου [1995] είναι ένα από τα δυο κορυφαία ποιήματα που χαρακτηρίζουν το Ολοκαύτωμα), ο «Αντώνης», ο «Δραπέτης» και το «Άμα τελειώσει ο πόλεμος». 

Στην παράσταση στο Badminton, υπήρχε 20μελης ορχήστρα επί σκηνής υπό τη διεύθυνση του Μίλτου Λογιάδη για την εκτέλεση της μουσικής και των τραγουδιών του Μίκη Θεοδωράκη αλλά και του Gustav Mahler (ο οποίος ήταν εβραϊκής καταγωγής, εξ ' ου υποθέτω, μεταξύ των άλλων, και η επιλογή του) με την Ρίτα Αντωνοπούλου στην ερμηνεία. Η παρουσία τους λειτούργησε, θα λέγαμε, ως το «χορικό άσμα», με την Αντωνοπούλου να είναι η Κορυφαία του Χορού αφού θύμισε με τη σκηνική της παρουσία αρχαίο δράμα.

Μόνο που στην περίπτωση του Μαουτχάουζεν όλα όσα είδαμε και ακούσαμε στην παράσταση, είναι πέρα ως πέρα αληθινά. Για αυτό και το «σενάριο» είναι ακόμα πιο εφιαλτικό...