mitropanos3Είναι από τις στιγμές που στην αναγγελία ενός θανάτου αδυνατείς να προσαρμοστείς σ’ αυτό που μόλις άκουσες. Κι αυτό όχι γιατί δεν είχες προετοιμαστεί ως προς το ενδεχόμενο μια τέτοιας είδησης, άλλωστε τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε τα τελευταία χρόνια ήταν και γνωστά και σοβαρά. Όμως κατά βάθος ήσουν πεισμένος πως ο Δημήτρης Μητροπάνος θα ήταν εσαεί «εκεί», να σου θυμίζει με την παρουσία του πως υπάρχουν ακόμα στις μέρες μας αρσενικοί λαϊκοί τραγουδιστές, που όχι μόνον ερμηνεύουν αλλά και χορεύουν ωραία τα ζεϊμπέκικα. Οι οποίοι όμως δεν πουλάνε μιαν αγοραία αρρενωπότητα, αντίθετα συνδυάζουν τη μαγκιά με μια λυτρωτική και συχνά ντροπαλή συναισθηματικότητα. Ο Μητροπάνος μας διδάσκει επίσης πως το τραγούδι είναι μια τέχνη όπου η ψυχή παίζει τον πρωτεύοντα ρόλο. Πως μπορεί να μην είσαι κατ’ ανάγκην προικισμένος σ’ αυτό που λέμε συμβατικά «καλή φωνή», όμως, αν όμως είσαι αληθινός και αποφασισμένος να ξοδέψεις κάθε ικμάδα της ενέργειάς σου πάνω στη σκηνή, στο τέλος εσύ είσαι αυτός που θα καθηλώσει το κοινό.

Έχουμε πολλά πράγματα να θυμόμαστε από το Δημήτρη Μητροπάνο: πριν απ’όλα την παρθενική του εμφάνιση στην ανοιχτή συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη τον Ιούνιο του 1966 στο γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας. Αλλά επίσης, με χρονολογική, σειρά: τα τραγούδια που του εμπιστεύτηκε ο Γιώργος Ζαμπέτας (Θεσσαλονίκη, Ξενύχτης κ.α), το Φιλότιμο τ’ αντρίκιο του Άκη Πάνου και το Δώσε μου φωτιά του Γιώργου Μανισαλή. Ακόμα: τον –οριακό- Άγιο Φεβρουάριο του Μούτση, τα Κύθηρα του Κατσαρού, τα Σκόρπια φύλλα του Καλδάρα. Αλλά και όλη τη σειρά των νεολαϊκών τραγουδιών στα μέσα της δεκαετίας του ’70, με τα περισσότερα απ’ αυτά να έχουν την υπογραφή του Τάκη Μουσαφίρη και του Σπύρου Παπαβασιλείου και κάτι «μυστήριους τίτλους»: Πες μου που πουλάν καρδιές, Τι το θες το κουταλάκι, Κάνε κάτι να χάσω το τραίο, Σε μια στοίβα καλαμιές κλπ. Η επιτυχία αυτών των τραγουδιών, που στην αρχή ακούγονταν μόνο σε περιφερειακές καφετέριες και μπιλιαρδάδικα, έδωσε στον Μητροπάνο τη δυνατότητα να ανέβει στην πρώτη κατηγορία των ερμηνευτών και να συνδεθεί με αρκετές concept δισκογραφικές δουλειές που ακολούθησαν και οι οποίες αποδείχτηκαν διαχρονικές: Τα συναξάρια (Γιώργος Χατζηνάσιος), Πικροσάββατα (Μίκης Θεοδωράκης), Ο Μητροπάνος τραγουδάει Γιάννη Σπανό κ.α. Με την «απογείωση» να έρχεται τη δεκαετία του ’90, όταν η φωνή του συνάντησε τα ζεϊμπέκικα του Μάριου Τόκα και του Θάνου Μικρούτσικου.

mitropanosΠέραν όμως όλων αυτών, ο Δημήτρης Μητροπάνος ήταν και παρέμεινε μέχρι το τέλος ένας ενεργός πολίτης. Παιδί ενός αντάρτη του Δημοκρατικού Στρατού που κατέφυγε στη Ρουμανία (και με τον οποίο συναντήθηκε για πρώτη φορά όταν ήταν σχεδόν τριαντάρης), δεν έκρυψε ποτέ από το δημόσιο λόγο του το αριστερό φρόνημα που ενστερνιζόταν από έφηβος. Χωρίς όμως να διανοηθεί να υποστείλει ή να μετριάσει την κριτική του όταν αναφερόταν στις υπαρκτές συλλογικότητες της Αριστεράς.

Για όλα τα παραπάνω λοιπόν, και για πολλά ακόμα (ούτως ή άλλως οι γραμμές αυτές γράφονται εν θερμώ), καλό σου ταξίδι αγαπημένε και ακριβέ μας Δημήτρη.