O Howard Zinn, στο έργο του “ο Μαρξ στο Σόχο” βάζει τον ήρωά του – ο οποίος είναι ο μεγάλος θεωρητικός, έχοντας επιστρέψει στη γη κατά τη σύγχρονη εποχή – να λέει «Μα εγώ δεν είμαι Μαρξιστής!» Και πώς θα μπορούσε άλλωστε αυτός ο τόσο επαναστατημένος ερευνητής και αλιευτής της αλήθειας να δηλώσει πιστός σε ένα δόγμα; Αν ερχόταν σήμερα στον κόσμο, θα ήταν ο πρώτος που, ψάχνοντας για την αλήθεια, θα αμφισβητούσε τον Μαρξισμό, θα τον ανανέωνε, ίσως και να τον κατέρριπτε. Όλο αυτό καθ΄ότι ήταν ένας επιστήμονας που τον ενδιέφερε η αποτύπωση της αλήθειας και τα συμπεράσματά του ήταν απόρροια βαθιάς μελέτης και έρευνας. Άλλωστε, η επιστήμη σού δίνει το προνόμιο της ευχαρίστησης του λάθους, αφού αυτό το λάθος θα σε φέρει πιο κοντά στην αλήθεια που είναι κι εξαρχής το ζητούμενο.


γράφει ο Σταύρος Ρουμελιώτης


 

Έτσι λοιπόν, πάνω από τη σύγχρονη ελληνική μουσική πραγματικότητα πλανιέται ένα φάντασμα. Εκείνο του “Θανασισμού”. Της “ιδεολογίας – δόγμα” που εισήγαγε, ίσως άθελά του, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου. Της οποίας θύματα και θιασώτες είμαστε ακροατές και καλλιτέχνες που πλέοντας στα ρηχά της ουσίας και της δημιουργίας  του, αδυνατούμε να κάνουμε μακροβούτι.

 

Εμφανίστηκε στις αρχές του ‘90 όπου το κιτς, το ξενόφερτο ως δείγμα ανάπτυξης, το ρηχό, το χυδαίο, η υποτίμηση κάθε αισθητικής αξίας, η εξαφάνιση οποιουδήποτε φολκλορικού στοιχείου (ως χουντικό από τους μεν και ως μπανάλ και “δεν ταιριάζει στην Ευρώπη μας” από τους δε), ήταν οι κυρίαρχες τάσεις της ψυχαγωγίας και της διασκέδασης. Στον αντίποδα, από τη μία οι παλιοί μας συνθέται και ποιηταί που σιγά σιγά, είτε είχαν αρχίσει να “την κάνουν”, είτε έπνεαν τα καλλιτεχνικά λοίσθια και από την άλλη κάτι περίεργοι τύποι από τη Θεσσαλονίκη. Κάτι Ρασούληδες κάτι Παπάζογλου, ένας κοντός που βρίζει και πίνει και άλλοι παρόμοιοι. Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου ξεπήδησε μέσα από τη δεύτερη κατηγορία με τους περίεργους τύπους. Μέσα σε όλον αυτόν τον Μπεκετικό συρφετό, ξεκίνησε ένας τυπάκος παίζοντας κάτι που έμοιαζε με μπουζούκι, τραγουδώντας με κάτι που έμοιαζε με φωνή, να μας λέει ιστορίες υπαρξιακές, αστρονομικές, ερωτικές,  πασπαλισμένες με προσωπικές εμπειρίες από το ποδόσφαιρο, την καθημερινή ζωή και την ύπαιθρο. Τη δική του ύπαιθρο. Όχι του Παπαδιαμάντη, του Βιζυηνού και του Σκαρίμπα. Ήρθαμε αντιμέτωποι με μια νέα ποίηση. Την εποχή που εμφανίστηκε χαρακτηρίστηκε ανατρεπτικός. Αμφισβήτησε νόρμες, αισθητικά κριτήρια, συνταγές επιτυχίας. Του πήρε χρόνια. Ένα στοιχείο που τον ξεχώρισε, μαζί με τους συνοδοιπόρους του από τη Θεσσαλονίκη, ήταν η εξέλιξη του από δίσκο σε δίσκο.  Δεν φάνηκε να  επαναπαύεται ποτέ.

 

Αυτό βέβαια συνέβαινε ακριβώς επειδή ο ίδιος ο Θανάσης δεν ήταν “Θανασιστής”. Δεν ενστερνιζόταν μια δογματική αντιμετώπιση της Τέχνης. Αντίθετα, φαίνεται να ενδιαφέρεται “τα τραγούδια του να σχίζουνε τα μέτωπα, να ανοίγουνε κρατήρες”.  Στα τραγούδια του, ο τραγουδοποιός αμφισβητούσε διαρκώς τον ίδιο του τον εαυτό. Στο απόγειο της καλλιτεχνικής του εξερεύνησης, μάς χάρισε ένα δίσκο (κόσμημα κατ’ εμέ) δυσαρεστώντας  ακόμα και  μερίδα των πιο φανατικών του ακροατών. Επιπρόσθετα η εταιρεία του έδειξε να τον εκδίδει περισσότερο εν είδει χάρης στον καλλιτέχνη (“Η Βροχή από κάτω”, Lyra 2006). Το ίδιο έχει συμβεί στο παρελθόν και  με τους άλλους μεγάλους καλλιτέχνες. Τι να πει κανείς για τον Λοΐζο, τον Θεοδωράκη, τον Τσιτσάνη, τον Μάρκο και τον Χατζιδάκι; Ο Χατζιδακισμός φανερώνει  ένα αισθητικό αποτύπωμα. Οι Χατζιδακιστές όμως, ενίοτε το μεταφράζουν και το αναπαράγουν  ως μια γλυκανάλατη σαλονάτη εμπειρία.

 

Πλέον ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου είναι από τους πιο αναγνωρισμένους και επιτυχημένους δημιουργούς.  Γεμίζει τα θέατρα και τις σκηνές, είναι ένας αξιοπρεπέστατος άνθρωπος με συνέπεια λόγου και πράξης και οι στίχοι του γίνονται συνθήματα σε τοίχους. Καιρό είχαμε νε δούμε κάτι αντίστοιχο.  Καλλιτέχνης με βάθος, με προεκτάσεις φιλοσοφικές και πολιτικές. Χαρακτηρίστηκε αντισυστημικός και αγνοήθηκε από την καθεστηκυία μουσική βιομηχανία, η οποία μετέπειτα  τον χρησιμοποίησε τυπώνοντας τη μούρη του καλλιτέχνη σε κούπες για να “πίνουμε τις στάχτες του/μας σύντροφοι.”

 

Αφού λοιπόν έφτασε σε σημείο αναγνωρισιμότητας και αποδοχής, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας των 00’s άρχισαν να ξεπηδούν νέοι ως “γνήσιοι” καλλιτεχνικοί εκφραστές του “Θανασισμού”. Σε μια περίοδο κατά την οποία η παράδοση είχε αρχίσει να παίρνει την εκδίκηση της από τους μεν και τους δε  (καταλυτική ήταν η συμβολή των Μουσικών Σχολείων και των καλλιτεχνικών  σεμιναρίων,  όπως ο “Λαβύρινθος”,  το “Μουσικό Χωριό” κ.α.) άρχισαν να πετάγονται Θανασάκια. Τζουράδες και ηλεκτρικές κιθάρες , κάπου κάπου κάποια κλαρίνα και κάποιες γκάιντες, ένα στιχάκι περίεργο, λέξεις ασυνήθιστες, φωνές ακατέργαστες. Όλο αυτό βέβαια διόλου κακό δεν είναι, έτσι είναι η τέχνη κι έτσι προχωράει. Όμως, θα περίμενε κανείς την εξέλιξη αυτού κι όχι τον πιθηκισμό του.

 

Στα τέλη της δεκαετίας μας, ο Θανάσης είναι πλέον  "ο παλιός" και  έχει κληροδοτήσει σε μια μεγάλη μερίδα της επόμενης καλλιτεχνικής  γενιάς το άλλοθι της προχειρότητας. Υιοθετήσαμε την όχι άρτια φωνή, το όχι βιρτουόζικο παίξιμο και μια θεματολογία που μάλλον βιώνουμε επιφανειακά και αγνοούμε το πραγματικό αποτύπωμα της προσωπικής καλλιτεχνικής του κατάθεσης. Με λίγα λόγια είδαμε το δέντρο και  χάσαμε το δάσος. Σημειωτέον, ο ίδιος ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου έχοντας επίγνωση των αδυναμιών του, διάλεξε κορυφαίους συνεργάτες  (μουσικούς, ενορχηστρωτές, ερμηνευτές, βλέπε Μπ. Παπαδόπουλος, Φ. Σιώτας, Κ. Θεοδώρου, Σ. Μάλαμας, Μ. Φριντζήλα κ.α.) χωρίς τους οποίους η πορεία του δε θα ήταν πιθανώς αυτή που ξέρουμε.

 

Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου είναι ένα παιδί από την επαρχία που σκάλισε τις τσέπες του, είδε το περιεχόμενο και κατόπιν  παρατήρησε τον ουρανό, διάβασε τους ποιητές και έτσι κατάφερε να συμπληρώσει τα κενά και εν τέλει να δημιουργήσει το δικό του μοναδικό και αυτοτελές σύμπαν.  Οι επίγονοί του όμως, είναι (και είμαστε) παιδιά από την Κυψέλη, το Κερατσίνι, τον Άλιμο, την Τούμπα και την Καλαμαριά που επαναπαύονται (και επαναπαυόμαστε) στο άλλοθι της προχειρότητας, της φυγοπονίας και της – πλέον - μόδας. Πού είναι όλα αυτά που ανάδειξε το καλλιτεχνικό μας πρότυπο; Την κατάσταση βέβαια επιβαρύνει το γεγονός ότι τα Μέσα χαιρετίζουν τις απομιμήσεις σαν κάτι νέο, κάτι φρέσκο. Τα ίδια Μέσα έχουν αποδείξει περίτρανα ότι όχι μόνο προωθούν το παλιό ως νέο (όχι χρονικά, ως τάση), αλλά και ότι το πραγματικά καινοτόμο δεν το καταλαβαίνουν και το φοβούνται. Βέβαια δεν υπάρχει μόνο ο Θανασισμός. Υπάρχει και ο Κραουνακισμός, ο Νικολακοπουλισμός κλπ κλπ. Είναι όμως μια τραγουδοποιία που έχω ελάχιστη επαφή και ως εκ τούτου δεν κρίνω.

 

Εάν ερχόταν ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου σήμερα στα πράγματα, θα έγραφε Θανασικά; Ο Μάνος Χατζιδάκις θα ήταν Χατζιδακικός 40 χρόνια μετά; Η Λένα Πλάτωνος θα είχε την ανάγκη να συστηθεί με το “Σαμποτάζ” ή με κάτι ακόμα πιο ρηξικέλευθο; Πόσο επαναστατούμε και πόσο καινοτομούμε αντιγράφοντας – άτεχνα κιόλας – τον επαναστάτη; Δε θα ήταν άραγε πιο δημιουργικό να τον μελετήσουμε βαθιά, να δοκιμάσουμε τις φόρμες του, κατόπιν να τις αμφισβητήσουμε μέσα από το δικό μας πρίσμα και εν τέλει να τον αποδομήσουμε;  Ψάχνοντας, όπως έψαξε κι ο ίδιος, τις δικές μας αλήθειες, πειραματιζόμενοι οι ίδιοι σε σχέση με αυτό που είμαστε, με τα βιώματα, τις καταβολές μας και τη μελέτη μας. 

 

Ο Μαρξ στο Σόχο και ο Θανάσης στον ρόγχο, τον επιθανάτιο, αυτόν που προκαλούμε οι απανταχού “–ιστές”.