Και μόνο το γεγονός ότι τον τελευταίο χρόνο έχουν κυκλοφορήσει δύο βιβλία του που έκαναν αμέσως αίσθηση (Αναφορά στον κύριο Κωστάκη Πρου., διηγήματα, αφηγήσεις και ασκήσεις γραπτού λόγου από τις εκδόσεις Καστανιώτη και Τα λουστρίνια της παρέλασης, ιλαροτραγικά κείμενα, με το οποίο μάλιστα εγκαινιάζεται η επέκταση της δισκογραφικής ετικέτας Lyra στο χώρο του βιβλίου) θα αρκούσε ως λόγος για μια συνάντηση μαζί του. Πολύ δε περισσότερο όταν ο άνθρωπος αυτός έχει επιτυχέστατα καταπιαστεί με όλα σχεδόν τα είδη γραπτού λόγου τα τελευταία σαράντα πέντε χρόνια: ποίηση, λογοτεχνία, δοκίμιο, θεατρικά έργα, σενάρια κινηματογραφικών ταινιών. Είναι επίσης υπεύθυνος για τους στίχους περίπου 500 τραγουδιών (πολλά εκ των οποίων έγιναν μεγάλες επιτυχίες), των οποίων τη μουσική υπογράφουν οι συνθέτες Νότης Μαυρουδής, Χριστόδουλος Χάλαρης, Μίμης Πλέσσας, Βασίλης Δημητρίου, Γιώργος Κριμιζάκης, Σταμάτης Κραουνάκης κ.ά.

 

 Μιλήστε μας λίγο για εσάς, τις καταβολές σας.

Είμαι ποντιακής καταγωγής. Προέρχομαι από ορεινή θάλασσα, όπως λέω: από την Ορντού (δηλαδή τα Κοτύωρα), μεταξύ Κερασούντας και Τραπεζούντας. Γεννήθηκα στον Πειραιά στις 17 Αυγούστου του 1946, ακριβώς δύο χρόνια μετά την αποφράδα ημέρα του μπλόκου της Κοκκινιάς. Οπότε οι γονείς μου, πενθώντας τους φίλους, τους συναγωνιστές και τους συγγενείς που χάθηκαν τότε, δεν μου γιόρτασαν ποτέ γενέθλια. Ο πατέρας μου ήταν από τα ιδρυτικά στελέχη του κομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα, αργότερα υπήρξε και βουλευτής της ΕΔΑ. Τον γνώρισα για πρώτη φορά –μου τον έδειξε από μακριά η μάνα μου– σε ηλικία πέντε ετών, κάποια στιγμή που έβγαινε μαζί με τους συντρόφους του από το τμήμα μεταγωγών και έμπαινε στην κλούβα για το πλοίο Αγγέλικα, που τους πήγαινε στον Άι-Στράτη.

 

Η εφηβεία σας συνέπεσε με την πολιτιστική έκρηξη της δεκαετίας του ’60, η οποία στοίχειωσε, διά παντός ίσως, το νεοελληνικό μας πρόσωπο. Πώς θυμάστε εκείνα τα χρόνια που, μαζί με τους συνομήλικούς σας, πιστεύατε ότι θα αλλάξετε τον κόσμο;

Τα θυμάμαι ως τα χρόνια της αθωότητας, τότε που με πολύ μεγάλη ευκολία θεωρούσαμε ότι οι δεκαεφτάρηδες και οι δεκαοχτάρηδες της εποχής μπορούσαμε να πάρουμε στα χέρια μας και να διαχειριστούμε τα κοινά. Παρά ταύτα, εκείνο που καταφέραμε ήτανε απλώς να αρθρώσουμε έναν σωστό, αλλά ακραία φορτισμένο, συναισθηματικά λόγο διαμαρτυρίας. Η γενιά του ’70 –όπως ονομάστηκε η γενιά εκείνη, παρά το γεγονός ότι είχε αρχίσει να σχηματοποιείται από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 ήδη– είναι η γενιά της αμφισβήτησης κατά τον Βάσο Βαρίκα. Αυτή η γενιά είχε εφαλτήρια: τις μπουάτ της Πλάκας, των πλατειών της Θεσσαλονίκης, αλλά και των μεγάλων περιφερειών του κέντρου. Είχε επίσης συμμετοχή στις οργανώσεις πολιτικών νεολαιών της εποχής, στους Λαμπράκηδες, στην Επιτροπή Ειρήνης, στην Επιτροπή Μπέρτραντ Ράσελ κ.λπ. Στο DNA των περισσότερων της γενιάς μας ενυπήρχαν το όραμα και ο στόχος της πανανθρώπινης ευτυχίας. Αυτής που αργότερα μάς έκανε να αυτοχαρακτηριζόμαστε δογματικοί, μη δογματικοί, ανανεωτές, σεχταριστές και όλα αυτά τα λήγοντα σε ιστές, που οδήγησαν εκεί όπου οδήγησαν αυτό που θέλαμε να είναι αλλά τελικά δεν έγινε το λαϊκό κίνημα της χώρας μας.

 

Πόσο κοινή καλλιτεχνική ψυχολογία είχατε με τους δημιουργούς που πρωτοεμφανίστηκαν, όπως κι εσείς, με το λεγόμενο νέο κύμα του τραγουδιού;

Μαζί με τους άλλους συνθέτες και στιχουργούς της γενιάς μου, τον Μαυρουδή, τον Σπανό, τον Σαββόπουλο, τον Παπαστεφάνου, τον Γεωργουσόπουλο, τον Κοντογιώργο κ.ά., ήμασταν όλοι μια παρέα. Δεν υπήρχαν ανταγωνισμοί μεταξύ μας. Η μόνη μας φιλοδοξία (γιατί δεν έβγαιναν τότε λεφτά από τη δισκογραφία, ούτε καν από τις μπουάτ) ήταν να αισθανθούμε ότι συμμετέχουμε στα πολιτιστικά δρώμενα, που τότε καπελώνονταν –στην κυριολεξία– από κάτι κατάλοιπα και ρετάλια μιας κακώς εννοούμενης αστικής κουλτούρας.

 

Έχω υπόψη μου μια φωτογραφία σας, όπου, μαζί με τον Νότη Μαυρουδή και τη Σούλα Μπιρμπίλη, υποκλίνεστε μπροστά στο κοινό του Φεστιβάλ Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης.

Ήταν το 1965, όταν τη διοργάνωση ανέλαβε μια ομάδα με επικεφαλής τον Μάνο Χατζιδάκι και τον μουσικολόγο Φοίβο Ανωγειανάκη. Τότε έγινε και η πρώτη προσπάθεια να αποκτήσει πολιτιστικές διαστάσεις το φεστιβάλ, να πάψει δηλαδή να είναι μια πασαρέλα των τσούμπο-τσάμπο του Οικονομίδη. Η συμμετοχή ήταν πολύ μεγάλη, τόσο από τους νεοεμφανιζόμενους συνθέτες, ποιητές και τραγουδιστές του νέου κύματος, όσο και από παλαιότερους. Φερ’ ειπείν, σε αυτό το φεστιβάλ είχε διαγωνιστεί ισότιμα μ’ εμάς ο Γιάννης Ρίτσος, μ’ ένα τραγούδι σε μουσική του Σπήλιου Μεντή. Το πρώτο βραβείο απέσπασε ο Νότης Μαυρουδής, η μετριότητά μου και η Σούλα Μπιρμπίλη με το τραγούδι Ήταν μεγάλη η νύχτα, κάτι που πραγματικά ανέτρεψε το κατεστημένο εκείνης της εποχής. Ήταν ανέλπιστο: ένα τραγούδι όπου, αντί ορχήστρας, εμφανίστηκε στη σκηνή μια κιθάρα και μια τραγουδίστρια μ’ ένα λευκό φόρεμα κάτω από τα γόνατα, να ξεσηκώσει ένα ολόκληρο Παλαί ντε Σπορ και να λάβει το πρώτο βραβείο, από μια επιτροπή τέτοιου βεληνεκούς.

 

Θα ήθελα τώρα να μου μιλήσετε για τη συνεργασία σας με έναν συνθέτη, ο οποίος, με την εμφάνισή του τη δεκαετία του ’70 στη δισκογραφία, ξεχώρισε αμέσως εξαιτίας του πολύ δυναμικού προσωπικού του ήχου. Αναφέρομαι στον Χριστόδουλο Χάλαρη, μαζί με τον οποίο κάνατε τους δίσκους Τροπικός Της Παρθένου και Ακολουθία.

Ο Χάλαρης αποτελεί σπουδαία φυσιογνωμία στη μουσική μας. Εξαιρετικά σεμνός και αθόρυβος, αλλά με εκρηκτικό ταλέντο και ταμπεραμέντο. Βρεθήκαμε στο Παρίσι όταν σπουδάζαμε, εγώ στη νομική και ο Χριστόδουλος ηλεκτρονική μουσική. Ήταν μάλιστα μαθητής του Γιάννη Ξενάκη, μαζί του έκανε δομική ανάλυση της βυζαντινής μουσικής. Όταν άκουσα τις ασκήσεις του στο πλαίσιο των μαθημάτων του με τον Ξενάκη, δεν μπορούσα να τις κατανοήσω, ήταν αυτό που λέμε musique concrète. Όταν όμως έπιανε την κιθάρα του τραγουδούσε τραγούδια δικά μας, καθημερινά. Είχε και μια θεία φωνή, τραγουδούσε εξαιρετικά τα γαλλικά τραγούδια της nouvellevague· αγαπημένο του τραγούδι ήταν το Δυο πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες, που του θύμιζε τους γονείς του. Εκεί ήταν που αποτόλμησα και του είπα: «Ρε συ, φωνή έχεις, μουσική ξέρεις, κάνεις σαχλαμάρες με τον Ξενάκη [ω της βεβήλωσης βέβαια αυτό], δεν προσπαθείς λίγο στο τραγούδι;». Και του έδωσα τους στίχους που είχα γράψει για τον Τροπικό Της Παρθένου, οι οποίοι ήτανε σκόρπιοι τότε. Η έκπληξη ήταν όταν άκουσα συγκλονιστικό ήχο και συγκλονιστικά τραγούδια.

 

Στην Ακολουθία, στο τραγούδι Του θάνατου παράγγειλα, καταγράφεται και η –μοναδική– συνύπαρξη δύο μεγάλων τραγουδιστών που προέρχονται από την παραδοσιακή μουσική: του Νίκου Ξυλούρη από την Κρήτη και του Χρύσανθου (Θεοδωρίδη) από τον Πόντο. Πώς προέκυψε αυτή η σχέση;

Ο Χρύσανθος έτυχε να παρίσταται σε μια από τις πρόβες που έκανε ο Χάλαρης με τον Ξυλούρη για την Ακολουθία. Οι πρόβες γίνονταν στο σπίτι του Χριστόδουλου στην οδό Σερίφου, στην πλατεία Αμερικής· εκεί μαζευόμασταν όλοι. Κάποια στιγμή λοιπόν που ο Ξυλούρης προβάριζε Του θάνατου παράγγειλα, άρχισε από μόνος του ο Χρύσανθος να ψελλίζει τη μελωδία. Μόλις το πήρε χαμπάρι ο Χάλαρης, άρχισε να ανταλλάζει ματιές με τον Ξυλούρη. Και εκεί ήταν που είπε ο Νίκος: «Αυτό πρέπει μάλλον να το τραγουδήσω μαζί με τον Χρύσανθο». Έτσι, δόθηκε στον Χρύσανθο το ρεφρέν Ρούχο έχω πράσινο / κι είναι αφόρεγο.

 

Σ’ αυτό το τραγούδι δεν είναι που οι έχιδνες του αρχικού στίχου γίνανε όφιδες κατά την ηχογράφηση;

Ναι. Κι αυτό είναι μια απόδειξη πως ο Ξυλούρης το είχε λατρέψει πραγματικά το τραγούδι και πως το βίωνε, το ζούσε την ώρα που το ερμήνευε. Τον είχε συνεπάρει ο ήχος της ορχήστρας, έδειχνε εκστασιασμένος. Οπότε άρχισε να αυτοσχεδιάζει εν ώρα ηχογραφήσεως και να προσθέτει διάφορα επιφωνήματα πάθους –ωχ, αχ και τέτοια–εκτός του αρχικού σχεδιασμού του τραγουδιού. Ο στίχος έγραφε ανάθεμά σας έχιδνες / και μια κατάρα στέλνω· όμως εκείνος είπε ανάθεμά σας όφιδες και ολοκληρώνει το τραγούδι. Με το που τελειώνει, μου λέει: «Αμάν ρε Γιάννη, είπα λάθος στίχο και σας χάλασα το τραγούδι». Τον ρωτάω: «Η λέξη που είπες υπάρχει;». «Ναι» μου απαντάει «εμείς έτσι το λέμε στην Κρήτη». «Ε τότε δεν υπάρχει θέμα. Εμείς στον Πόντο τις έχιδνες δεν τις λέμε έχιδνες». Και έτσι έμεινε αυτή η λεκτική παρέμβαση του Νίκου Ξυλούρη.

 

Μια άλλη δραστηριότητά σας που έσπασε ταμεία ήταν όταν, μαζί με τον Βασίλη Τριανταφυλλίδη (δηλαδή τον Χάρρυ Κλυνν) γράφατε τις θρυλικές παρλάτες που άφησαν εποχή.

Μαζί με τον Βασίλη συνεργαστήκαμε επί δεκαοκτώ συναπτά χρόνια. Δουλεύαμε ακατάπαυστα: γράφαμε κάθε χρόνο δύο θεατρικά έργα, έναν δίσκο, ενώ είχαμε και την παράσταση κάθε βράδυ στην Πλάκα ή σε όποιο νυχτερινό κέντρο εμφανιζόταν, με τα κείμενα να ανανεώνονται διαρκώς, ανάλογα με την επικαιρότητα. Έχουμε γράψει και ποντιακά τραγούδια μαζί, έχουμε κάνει επίσης και την πρώτη ποντιακή διαφήμιση, όπου διαφήμιζε με ποντιακή διάλεκτο εκείνα τα παιδικά σνακς, τα φουντούνια. Θέλω πάντως εν τιμή να καταθέσω πως, απ’ όλα αυτά τα κείμενα που έχουν γραφτεί, δεν ξέρω (και δεν το ξέρει ούτε ο Βασίλης) ποιο κείμενο είναι ποιανού. Δηλαδή: έλεγε μια λέξη ο ένας, μια ο άλλος, ξεκίναγε από μια ιδέα τού ενός και το φινάλε ερχόταν με την ιδέα τού άλλου, οι αμοιβαίες παρεμβάσεις στην εξέλιξη της συγγραφής ήταν δεδομένες. Και φυσικά, ο Κλυνν είναι ένα μοναδικό φαινόμενο γνήσιου λαϊκού καλλιτέχνη, δεν είναι τυχαίο ότι χαρακτηρίστηκε ο γελωτοποιός της ρωμιοσύνης.

 

Τι κρατάμε τελικά από όλο αυτό το δημιουργικό πάθος που μου περιγράψατε στην αρχή της συνομιλίας μας;

Κρατάμε την εφηβεία μας, η οποία δεν έχει αλλάξει. Ακόμα, τις ψευδαισθήσεις ότι αύριο το πρωί όλα θα αλλάξουν και θα γίνουν όπως τα ονειρευόμασταν τότε. Είναι ένα όνειρο που δεν έχει διακοπεί, κρατάει σχεδόν πενήντα χρόνια τώρα. Από κει και πέρα, υπάρχει η φιλοδοξία να καμαρώσουμε τη νεότατη γενιά των συνελλήνων να υλοποιεί αυτά που ξεχάσαμε –ή δειλιάσαμε να ολοκληρώσουμε– εμείς.

 

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο τεύχος 175 του περιοδικού Δίφωνο (Νοέμβριος 2010)