Η επιλογή του Andrea Segre, ως σκηνοθέτη του «Indebito», από τον Vinicio Capossela (ο οποίος είχε και την αρχική ιδέα του εγχειρήματος) εξασφάλισε την εις βάθος προσέγγιση της κοινωνιολογικής σημασίας ενός φαινομένου, όπως το ρεμπέτικο. Το ιταλικής παραγωγής (αλλά με απολύτως ελληνική «βάση») ντοκιμαντέρ θα προβληθεί για πρώτη φορά στη χώρα μας την Τετάρτη 20 Νοεμβρίου, στον κινηματογράφο «Τριανόν» (Πατησίων 101 και Κοδριγκτώνος 21) με την υποστήριξη του MusicPaper.gr (δείτε πώς μπορείτε να κερδίσετε προσκλήσεις εδώ) και φέρει τη σφραγίδα ενός από τους σημαντικότερους κινηματογραφιστές, που ανέδειξε το ιταλικό σινεμά τα τελευταία χρόνια. Ο Andrea Segre εξηγεί στο MusicPaper.gr την οπτική με την οποία επέλεξε να προσεγγίσει το ρεμπέτικο, καθώς και τη δική του προσωπική εμπειρία, μέσα από την επαφή του με το είδος και τις κοινωνικές του διαστάσεις.

Πως συνδεθήκατε με το project του «Indebito»;

Τον Μάρτιο του 2012, ο Vinicio Capossela επικοινώνησε μαζί μου και με ρώτησε εάν είχα ακούσει ποτέ για το ρεμπέτικο. Για να είμαι ειλικρινής, η απάντηση είναι πως όχι και έτσι μου γεννήθηκε η περιέργεια για να μάθω περισσότερα γι’ αυτή την παλιά και σημαντική μουσική. Ο Vinicio μου έδωσε βιβλία, δίσκους, φιλμ και επίσης λογοτεχνία σχετικά με αυτό. Για τις επόμενες 10 ημέρες δεν μπορούσα να σταματήσω να διαβάζω, να παρακολουθώ και να ακούω αυτό το υλικό. Ήμουν εντελώς συνεπαρμένος από το βάθος και τη μαγεία αυτού του καινούργιου –για εμένα- κόσμου. Μου ήταν αδύνατο να αρνηθώ την πρότασή του να φτιάξουμε μαζί ένα ντοκιμαντέρ για τον κόσμο του ρεμπέτικου και την πραγματική διάσταση της ζωής στην Ελλάδα, προσπαθώντας να βρούμε τον τρόπο, με τον οποίο το ρεμπέτικο θα μπορούσε να βοηθήσει τους Ευρωπαίους να καταλάβουν τι πραγματικά σημαίνει το να είσαι «σε κρίση» στις μέρες μας.

Main Menu

Πως αποφασίσατε να προσεγγίσετε την αφήγηση του ντοκιμαντέρ;

Ως ντοκιμαντερίστας, είναι πολύ σημαντικό να εισέρχομαι σε έναν άγνωστο –για εμένα- κόσμο, ώστε να έχω την ευκαιρία να εισπράξω από αυτόν μία νέα εμπειρία γνώσης και συναισθήματος. Υπό αυτή την έννοια, αποφάσισα να οργανώσω, με τη βοήθεια ορισμένων φίλων από τη Ελλάδα, εξειδικευμένων στο αντικείμενο, ένα ταξίδι μέσα από μερικά πολύ σημαντικά μέρη για το ρεμπέτικο, όπως συγκεκριμένες ταβέρνες, στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, παρέα με σύγχρονους μουσικούς που παίζουν αυτή τη μουσική σήμερα. Προσπάθησα να παραμείνω στο δικό τους κόσμο και να τους περιγράψω μέσα από τον τρόπο συμπεριφοράς τους και βιώματος αυτής της μουσικής, καθώς και μέσα από αυτή την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα και τα συναισθήματα. Επιπλέον, ζήτησα από αυτούς τους μουσικούς, όχι μόνο να παίξουν, αλλά και να εξηγήσουν τη μουσική τους, μέσα από τα δικά τους λόγια και τις σκέψεις για τη σχέση τους με το συγκεκριμένο είδος. Στο μεταξύ, ζήτησα από τον Vinicio, που είναι και ο μουσικός ο οποίος μου έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσω αυτό τον ιδιαίτερο κόσμο, να αναλάβει το ρόλο ενός νυχτερινού περιπατητή (ενός «αλήτη», αν μπορούμε να δανειστούμε την ελληνική ορολογία), ώστε να είναι σε θέση να βοηθήσει τον θεατή να εισέλθει μέσα σε αυτόν τον κόσμο, μέσα από τις σκέψεις και τις σημειώσεις του.

 

Τι αποκομίσατε και τι μάθατε μέσα από το ντοκιμαντέρ σχετικά με το ρεμπέτικο, την ελληνική κοινωνία και την κρίση;

Όπως αναφέρει και ένας από τους πρωταγωνιστές «το ρεμπέτικο με κάνει να αισθάνομαι λιγότερο μόνος…». Πραγματικά, νιώθω κι εγώ λιγότερο μόνος σε μία δυτική κοινωνία που παρακμάζει, χάρις στην ανακάλυψη της ψυχής και του θάρρους αυτής της μουσικής, καθώς και του ρόλου που εξακολουθεί να έχει στη σημερινή κοινωνία της Ελλάδας. Δεν σκόπευα να εξηγήσω το φαινόμενο της ελληνικής κρίσης στο υπόλοιπο ευρωπαϊκό κοινό, αλλά ήθελα να δώσω στους Ευρωπαίους να καταλάβουν τι μπορεί να διηγηθεί το ρεμπέτικο σχετικά με την ανθρωπότητα και την κρίση. Πιστεύω πως η ευρωπαϊκή κοινωνία βιώνει μία βαθιά, υπαρξιακή κρίση που συνδέεται με τον τεράστιο ρόλο που παίζουν στις ζωές μας οι αγορές και το χρήμα. Η οικονομική κρίση έχει μια επιφανειακή διάσταση και είναι συνέπεια μιας βαθύτερης, σοβαρής υπαρξιακής κρίσης του ανθρώπου στη σύγχρονη εποχή. Αυτό είναι ένα σημαντικό μάθημα που έχω μάθει στις ελληνικές ταβέρνες από τους στίχους, τις δονήσεις και τα συναισθήματα του ρεμπέτικου.

Main Menu

 

Έχει το ρεμπέτικο τη δυνατότητα να ανοίξει μία παγκόσμια συζήτηση γα τη χρήση της μουσικής ως ένα κοινωνικό εργαλείο;

Θα έπρεπε να έχει. Αλλά το πραγματικό ερώτημα είναι: πόσο η κοινωνία μας θέλει να αναγνωρίσει στη μουσική έναν ουσιαστικό ρόλο ως κοινωνικό εργαλείο. Οι σημερινές κοινωνίες προτιμούν πολύ περισσότερο να αντιμετωπίζουν τη μουσική ως μια εμπορική μορφή απόσπασης της προσοχής από την κοινωνική πραγματικότητα.

 

Ποια είναι η σύνδεση του «InDebito» με τα προηγούμενα φιλμ σας;

Στη φιλμογραφία μου έχω πάντα προσπαθήσει να ζητήσω από περιθωριακές κοινότητες να καταδείξουν την κοινωνική αδικία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια με τη σιωπηλή πλειοψηφία. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο και το «Indebito» θα μπορούσε να λειτουργήσει.