Η σχέση του Μπόμπ Ντύλαν με το χώρο της Λογοτεχνίας, ως στιχουργική του έκφραση, έχει αφήσει εδώ και πολλές δεκαετίες τα διαπιστευτήριά της. Πρώτα στη συνείδηση και στην καθημερινότητα του κόσμου και  έπειτα στις μουσικολογικές κρίσεις και τοποθετήσεις. Από χθες, πια διαθέτει και την επίσημη  βούλα της Σουηδικής Ακαδημίας. Πίσω όμως από αυτό το λογοτεχνικά στιχουργικό έργο, το οποίο περιβλήθηκε με το μουσικό μανδύα, -αλλά και το αντίστροφο- υπάρχει ένα υπόστρωμα βιωματικής εμπειρίας, αλλά και αναγνωστικής  παιδείας. Στη βιογραφία του, «Bob Dylan, «η ζωή μου» (μετφρ. Χίλντα Παπαδημητρίου- Νίκη Προδρομίδου, Μεταίχμιο, 2005) κάνει λόγο σε πολλά σημεία της για το ρόλο της λογοτεχνίας, τη σημασία της αυτομόρφωσης καθώς και για τις αναγνωστικές του προτιμήσεις οι οποίες συνετέλεσαν –με τη σειρά τους- στη δημιουργία του δικού του σύμπαντος ζωής και λόγου. 

 

 
 Σταχυολογώ ορισμένα ενδεικτικά σημεία:
 
«Έκλεισα το ραδιόφωνο, διέσχισα το δωμάτιο και σταμάτησα μια στιγμή για να ανάψω την ασπρόμαυρη τηλεόραση. Έπαιζε το σίριαλ Wagon Train. Μου φάνηκε σαν να εξέπεμπε από κάποια ξένη χώρα. Την έκλεισα κι αυτήν και πήγα σε ένα άλλο δωμάτιο, χωρίς παράθυρα και με βαμμένη πόρτα- μια σκοτεινή σπηλιά με μια βιβλιοθήκη από το πάτωμα ως το ταβάνι. Άναψα τα φώτα. Η παρουσία της λογοτεχνίας στο δωμάτιο σε κυρίευε και σε υποχρέωνε να ξεπεράσεις την άγνοιά σου. Μέχρι τότε, είχα μεγαλώσει σ’ ένα πολιτισμικό πλαίσιο που με είχε αφήσει σε βαθιά μεσάνυχτα»
*
«Συνήθως άνοιγα ένα βιβλίο στη μέση, διάβαζα μερικές σελίδες, και αν μου άρεσε, το έπιανα από την αρχή. Έψαχνα εκείνο το κομμάτι της μόρφωσης που δεν πήρα ποτέ»
*
«Διάβαζα ποίηση κυρίως. Μπάιρον και Σέλει, και Λονγκφελόου και Πόε. Έμαθα απέξω το ποίημα «Οι καμπάνες» του Πόε κι έφτιαξα μια μελωδία γι’ αυτό στην κιθάρα. 
*
«Τα βιβλία κάνουν το δωμάτιο να πάλλεται με τέτοια ένταση, που σε πιάνει ναυτία. Οι λέξεις του Λεοπάρντι στο ποίημα «La Vita Solitaria» έμοιαζαν να ξεπηδούν από τον κορμό ενός δέντρου, συναισθήματα καταδικασμένα, αλλά αδάμαστα.»
*
«Διάβαζα πολλές σελίδες δυνατά και μου άρεσε ο ήχος των λέξεων, η γλώσσα. Το ποίημα διαμαρτυρίας του Μίλτον, «Σφαγή στο Πεδεμόντιο», ένα πολιτικό ποίημα για τη δολοφονία αθώων από τον Δούκα της Σαβοΐας στην Ιταλία. Οι στίχοι του ήταν σαν τους στίχους των folk τραγουδιών, και ακόμα πιο κομψοί».
*
«Ο Ντοστογιέφσκι είχε κατηγορηθεί ότι έγραφε σοβιετική προπαγάνδα. Τελικά ο τσάρος του έδωσε χάρη κι αυτός άρχισε να γράφει ιστορίες για να ξεπληρώσει τους πιστωτές του. Όπως εγώ, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, έγραφα δίσκους για να ξεπληρώσω τους δικούς μου πιστωτές».
*
«Στο παρελθόν, δεν με απασχολούσαν τόσο τα βιβλία και οι συγγραφές όσο μου άρεσαν οι ιστορίες. Οι ιστορίες του Έντγκαρ Ράις Μπάροουζ, που έγραψε για τον Ταρζάν και τη μυθική Αφρική. Οι θρυλικές ιστορίες του Λουκ Σορτ για την άγρια Δύση. Οι ιστορίες του Ιουλίου Βερν, του Χ. Τζ. Γουέλς. Αυτοί ήταν οι αγαπημένοι μου, αυτό όμως πριν ανακαλύψω τους τραγουδιστές της folk. Οι τραγουδιστές της folk έλεγαν τραγούδια που ήταν σαν ολόκληρο βιβλίο, σε λίγους στίχους μόνο».
*
«Στο σπίτι του Ρέι δεν ακουγόταν τίποτα, παρά μόνο όταν άνοιγα το ραδιόφωνο ή άκουγα δίσκους. Κατά τ’ άλλα, επικρατούσε νεκρική σιγή και εγώ γύριζα πάντοτε στα βιβλία…έκανα ανασκαφές σαν αρχαιολόγος». 
*
«Είχα κόψει τη συνήθεια να σκέφτομαι με κύκλους σύντομων τραγουδιών και άρχισα να διαβάζω όλο και μεγαλύτερα ποιήματα, για να δω αν μπορούσα να θυμηθώ τι περίπου είχα διαβάσει στην αρχή. Χρειάστηκε να εξασκήσω το μυαλό μου, να κόψω τις θλιβερές μου συνήθειες, κι έμαθα να κάθομαι ήρεμος και να δουλεύω. Ξαναδιάβασα όλο τον «Δον Ζουάν» του Λόρδου Μπάιρον, συγκεντρωμένος απολύτως από την αρχή ως το τέλος. Επίσης, τον «Κουμπλάϊ Χαν» του Κόλεριτζ. Άρχισα να παραγεμίζω το μυαλό μου με βαθυστόχαστα ποιήματα κάθε λογής». 
*
«..η Σούζι με μύησε στην ποίηση του γάλλου συμβολιστή ποιητή Αρθούρου Ρεμπώ. Άλλη μια σημαντική αποκάλυψη για μένα. Έπεσα πάνω σ’ ένα από τα γράμματά του που έλεγε: «Je est un autre», δηλαδή, «Εγώ είναι κάποιος άλλος». Μόλις διάβασα αυτά τα λόγια, άρχισαν να χτυπάνε καμπάνες. Ήταν απόλυτα σαφές. Μακάρι κάποιος να μου τον είχε αναφέρει νωρίτερα». 
*
«Λίγο αργότερα, ωστόσο, εντελώς αναπάντεχα, έπεσα πάνω σε μερικά ποιήματα του Dylan Thomas.[…]. Την πρώτη φορά που με ρώτησαν το όνομά μου στις Δίδυμες πόλεις, ενστικτωδώς και αυτόματα, χωρίς να το σκεφτώ καθόλου, απάντησα απλώς «Βob Dylan». 
*
«Ένιωθα την ανάγκη να μάθω πώς να συμπυκνώνω πράγματα και ιδέες. Τα πράγματα ήταν πολύ μεγάλα για να τα δεις ολοκληρωμένα μεμιάς, όπως τα βιβλία στη βιβλιοθήκη- τα πάντα ήταν απλωμένα πάνω στα τραπέζια. Ίσως μπορούσες να τα βάλεις όλα σε μια παράγραφο ή στο στίχο ενός τραγουδιού, αν κατάφερνες να πιάσεις σωστά το νόημά τους»
 
 
Ήδη σημειώθηκαν ορισμένες ενστάσεις σχετικά με το αν έπρεπε να βραβευτεί με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, ένας τραγουδοποιός και όχι ένας καθαρόαιμος συγγραφέας. Προσωπική μου άποψή είναι ότι όσο δικαιούται ένας θεατρικός συγγραφέας πχ. Πίντερ, Φο κ.ά. να πάρει το Νόμπελ Λογοτεχνίας, με δραματουργικά έργα προορισμένα για τη συνθήκη του σανιδιού, άλλο τόσο δικαιούται και ένας τροβαδούρος που γράφει αέρινη λογοτεχνία, η οποία υπόκειται στους νόμους του τραγουδιού. 
 
Το βασικό θέμα είναι αλλού, όπως γράφει και ο ίδιος ο Ντύλαν: «Όλο και κάποιους τίτλους μού κολλούσαν κάθε τόσο, τίτλους αναχρονιστικούς και ασήμαντους όσο σπουδαίοι κι αν ακούγονται. Θρύλος, είδωλο, αίνιγμα («Ο Βούδας με τα ευρωπαικά ρούχα» ήταν ο αγαπημένος μου)- τέτοια πράγματα, αλλά δεν με πείραζε. Αυτοί οι τίτλοι ήταν ήπιοι και ακίνδυνοι, χιλιοειπωμένοι, μπορούσες εύκολα να τα βγάλεις πέρα μ' αυτούς. Προφήτης, μεσσίας, σωτήρας- αυτοί είναι οι δύσκολοι».