Όταν ακούγεται το όνομα του Τζίμη Πανούση, συνήθως υπάρχει μια σχεδόν αυτόματη αντίδραση αρέσκειας ή μη, στην αιώνια συνήθεια της πλειοψηφίας να εστιάζει στην περσόνα που έχει δημιουργήσει (ο ίδιος ή η κοινωνία, δεν έχει σημασία), να μένει στο στερεότυπο που έχει μάθει να παπαγαλίζει, -κάτι που συμβαίνει κι απ’ τις δύο πλευρές, και των fans και των haters- κι εν τέλει το πιο σημαντικό, δηλαδή η δημιουργία του, να μη λαμβάνει την προσοχή που της αξίζει. Η λίστα αυτή, λοιπόν, αγνοεί την περσόνα και παρουσιάζει την ευφυέστατη στιχουργική του.

 


Γράφει ο  Άρης Φίλιππας


 

Γιατί αυτό είναι ο Τζίμης Πανούσης: ένας εξαιρετικός στιχουργός, με ποιητική ευαισθησία, αιχμηρότατο κι αληθινό λόγο, κριτικό και προκλητικό πνεύμα, που ενδεχομένως πλέον να επαναλαμβάνεται και να κουράζει, αλλά που έχει χαράξει ένα τόσο δυνατό αποτύπωμα στην ελληνική στιχουργία, σχεδόν ακατόρθωτο να μουτζουρωθεί ή να σβήσει. Χωρίς να μπαίνω στη λογική της αυθεντίας, μπορώ να πω με σιγουριά ότι δεν είναι τυχαία τα εγκωμιαστικά λόγια τού Μάνου Χατζιδάκι γι’ αυτόν. Τέλος, να τονίσω ότι δεν θα παρουσιάσω τα «ωραία του τραγούδια», δηλαδή στίχο και μουσική σαν σύνολο, αλλιώς θα έβαζα τη Μικρή Τερέζα, το Κάγκελα Παντού κτλ. Εδώ μ’ ενδιαφέρει μόνο ο στίχος. (με σειρά προσωπικής προτίμησης)

 

 

1. Γυφτάκι («Δουλειές του Κεφαλιού» – 1990)

 

Είμαι γυφτάκι στην Πανεπιστημίου-
με τα τραγούδια πατσαβούρια μου, γυαλίζω το παρμπρίζ και τα όνειρά σας,
σε στάσεις λεωφορείου.
Με τα λουλούδια τα κουλούρια μου, πουλάω και την ψυχή μου στα παιδιά σας,
σε τάφους γυμνασίου.

Τα σουσαμένια μου μπουμπούκια, βουτηγμένα σε χολή γλώσσα σφουγγάρι,
δαίμων του κυλικείου,
στο μαυροπίνακα καρφώνω τους σπασίκλες μαθητές
και τα τσιράκια του άρχοντα ηλιθίου
τους κοπαδίτες, τους μουγκούς, τους σιωπηλούς πλειοψηφούντες
δουλειές με φούντες.
Μπαίνω με τα τσαρούχια στο σαλονάκι της Ευρώπης
μια ζωή πρετ-α-πορτέ με περιμένει.

Κάνω παιχνίδια με λόγια και με νότες- έχω κρυμμένα τραγουδάκια στα μανίκια,
στα μπατζάκια γητεύω κότες, άγουρα κοριτσάκια
και τα φυτεύω στο κρεβάτι με τα κέρατα να εξέχουν στα τασάκια, από έρωτες καπότες.
Με γουρουνάκια κουμπαράδες να κυλιέμαι στα λεφτά.

Βαράω κουδούνι στης καφετζούς τις πόρτες κι η σκονισμένη νεολαία,
σαβανωμένη συνολάκια, κάνει νάζια, σε ντίσκο καρμανιόλες.
Θεατές και νικημένοι, ονειρώξεων λεκέδες είμαστε όλες ένα μάτσο βιόλες.
Σας σιχάθηκε η ψυχή μου, καρκινάκια του πλανήτη, σκατοκαριόλες.

 

 

2. Ο λάκκος με τ’ αστεία («Vivere Pericolosamente» – 1993)

 

Ο λάκκος με τ’ αστεία που φτιάχνω από παιδί,

η τέλεια ληστεία που έχω σκαρφιστεί.

Με σφίγγει σαν παπούτσι ντόπιο και μπαλωμένο

στο χείλος του Ζαλόγγου το τέλος περιμένω.

 

Με δώρο μια κιθάρα, ασπίδα του μπαμπά

που πήρα με δεκάρι στα μαθηματικά

τα πρώτα τραγουδάκια με στίχους τολμηρούς

με διώχνουν από κύκλους αντιστασιακούς.

 

Το τσίρκο πούχω στήσει το υπόγειο μαγαζί

βουλιάζει και με παίρνει και μένανε μαζί.

Βουτάω το μαύρο χιούμορ σε έγχρωμη οπή

και δάχτυλο κυρίου μού γνέφει «σιωπή».

 

Θέλω να πέσω μέσα,

σε χάχανα και γέλια να πνιγώ

να γίνω πριγκηπέσσα,

της μάνας μου τα ρούχα να φορώ,

να χαθώ.

 

Θέλω να πέσω μέσα,

σε χάχανα και γέλια να πνιγώ

να γίνω πριγκηπέσσα,

της μάνας μου τα ρούχα να φορώ,

να σωθώ.

 

 

3. Ένα τραγούδι για τον χειμώνα («Αν η γιαγιά μου είχε ρουλεμάν» – 1984)

 

Όχι, δεν φταίει η μαμά μου,

ούτε όπως λένε οι γιατροί

και όπως θέλει να πιστεύει ο μπαμπάς μου:

μια ορμονική διαταραχή.

 

Όχι, δεν φταίει η ομορφιά μου,

κι οι τρόποι μου οι κουνιστοί

ούτε κι ο παιδικός μου φίλος ο Γιωργάκης,

που χαϊδευόμαστε μικροί.

 

Μοναχογιός μικρομεσαίων

με καθωσπρέπει ανατροφή,

όμως με δείχναν και γελάγαν στο σχολείο,

και με φωνάζαν αδερφή.

 

Γιατί δεν πήρα το ρολάκι

που μου πασάραν οι πολλοί:

να παίζω το γαλάζιο αγοράκι

με τη βαρβάτη την ψωλή.

 

Έχω ένα τσίρκο στην καρδιά μου.

Με πήρε μπάλα η αλλαγή.

Έβαλα σιλικόνη στα βυζιά μου,

κι έφτιαξα ψεύτικο μουνί.

 

Καταναλώνομαι τις νύχτες

με τη δικιά τους συνταγή.

Εγώ πουλάω τα όνειρά μου στους ξενύχτες,

κι αυτοί γαμάνε μια πληγή.

 

Ξενοδοχείο η αγκαλιά μου

για καμικάζι εραστές

κι έχει φρικάρει η σπιτονοικοκυρά μου,

μ’ εμένα και τους εμπρηστές.

 

Έχω έναν πόνο στην κοιλιά μου,

τη νιώθω να εγκυμονεί

θ’ απλώσω στην ταράτσα τ’ άντερά μου

με μανταλάκια χιαστί

και θα κρεμάσω τα ερμαφρόδιτα μωρά μου-

Η πρώτη μάνα τραβεστί.

 

 

4. Υγιεινή διαστροφή («Λαός οπλισμένος ποτέ νικημένος» – 2015)

 

Το κυριακάτικο τραπέζι

είναι στρωμένο πετιμέζι.

Κολλάει σαν κάπνα σε μπουρί,

σα μελωδία ποτ πουρί

στ’ αποφάγια απ’ τις κονσέρβες του Εμφυλίου.

 

Μύγα τσε τσε τσε Τσε Γκεβάρα,

τσιμπάει τη σάρα και τη μάρα.

Θα πει ο παπάς την προσευχή,

θ’ αφουγκραστεί το BBC

και θα αρχίσει το μαρτύριο του σχολείου.

 

 

Υγιεινή διαστροφή,

παίρνω ανάποδη στροφή

τα σουτζουκάκια της γιαγιάς βγάλαν σκουλήκια.

 

Υγιεινή διαστροφή,

ξαναμασάω την τροφή

και τα αρχαία μου ξερνάω μπινελίκια.

 

Υγιεινή διαστροφή,

στη δυτική καταστροφή

ν’ αποκρούσουμε τα γκέι νταηλίκια.

 

Σκάει στο χέρι μου ένα λόττο,

σα πασχαλιάτικο μπουρλότο

οι αντιστάσεις των μαζών

κουρεύονται με το γκαζόν

και οι βροντές του Ολύμπου

πήγανε στο βρόντο.

 

Του Εωσφόρου οι κουστωδίες

έχουν αλώσει τις πρεσβείες

της Θεοτόκου τα νερά σπάνε

και πνίγουν τα ιερά

και το παιχνίδι ξαναχάνουμε στον πόντο.

 

 

5. Ερωτικό (Οικογενειακή συνωμοσία) («Μουσικές Ταξιαρχίες» – 1982)

 

Λες μ’ αγαπάς, θες να παντρευτούμε.

Λες μ’ αγαπάς και μου δίνεις συμβουλές:

πρώτα να τελειώσω το Πανεπιστήμιό μου,

μετά να κάνω τη θητεία στο στρατό,

να πιάσω δουλειά σε κανένα γραφείο

να παντρευτούμε, να κάνουμε παιδιά.

 

Λες μ’ αγαπάς, θες να παντρευτούμε.

Λες μ’ αγαπάς και μου δίνεις συμβουλές:

πρώτα να πάω σε κανένα κουρείο να κόψω τα γένια,

να κοντύνω τα μαλλιά, να έρθω στο σπίτι

να γνωρίσω τον μπαμπά σου να σταματήσω και τα ναρκωτικά.

 

Κι εγώ σ’ αγαπώ, γαμώ τον Χριστό μου.

Κι εγώ σ’ αγαπώ, γαμώ τον Χριστό.

 

 

6. Φασμπίντερ και ξερό ψωμί («Κάγκελα Παντού» – 1986)

 

Τρίζουν τα κόκκαλα του Μακρυγιάννη,

του μπαρμπα-Γιάννη του Κανατά.

Κάτι ξενέρωτοι Αμερικάνοι,

κάτι ροκάδες του κερατά

πήραν φαλάγγι μπαγλαμάδες και μπουζούκια

μα δεν πειράζει, πατριώτες, είμαστε εφτάψυχοι.

 

Πόσο θ’ αντέξουνε ο Μάρκος κι ο Τσιτσάνης;

Δεν έχουν κάνει ούτε ένα βιντεοκλίπ.

Σαν τα κοράκια σού χιμάνε όταν πεθάνεις

οι κομπανίες με τους πράκτορες της ΚΥΠ.

Γίναν οι μάγκες φεμινίστριες με ταγάρια

μα δεν πειράζει, πατριώτες, είμαστε εφτάψυχοι.

 

Με σέξυ πόζες κοριτσιών στην Ελασσόνα,

με Παλαιστίνιο εραστή εκτελεστή

θα καβαλήσουμε κι ετούτο τον χειμώνα

μπροστά στην τηλεοπτική μας θαλπωρή.

Σαν τους ανάπηρους που βλέπουνε αγώνα.

Μα δεν πειράζει, πατριώτες, είμαστε εφτάψυχοι.

 

Φράνσις Φορντ Κόππολα, Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ και ξερό ψωμί.

 

 

7. Για μια χούφτα δολλάρια («Disco Tsoutsouni» – 1980)

 

Στα γυμνάσια θηλέων

βγήκαν όλες οι μαθήτριες στο κλαρί.

Μετατρέψανε τις τάξεις σε πορνεία,

κι οι καθηγητές τους γίναν μαστρωποί.

Στα κυλικεία δεν πουλάνε τυρόπιτες και αναψυκτικά

τώρα πουλάνε καπότες, βαζελίνη και αντισυλληπτικά.

Το Υπουργείο Παιδείας

τώρα ονομάζεται Υπουργείο Πορνείας.

 

Στα γυμνάσια αρρένων

γίναν όλοι οι μαθητές ναρκομανείς.

Μετατρέψανε τις τάξεις σε τεκέδες,

κι οι καθηγητές μοιράζουνε χασίς.

Στα κυλικεία δεν πουλάνε τυρόπιτες και αναψυκτικά

τώρα πουλάνε μορφίνη, ηρωίνη και βαρβιτουρικά.

Το Υπουργείο Κουλτούρας τώρα ονομάζεται Υπουργείο Μαστούρας.

 

 

8. 17 Νοέμβρη απόγευμα («Δείγμα Δωρεάν» – 2002)

 

Πέφτει το κόκκινο αστέρι,

κάνω ευχή για να μου φέρει

γροθιά του ’60 στόνα χέρι,

και στάλλο δίκοπο μαχαίρι

νάρθει η αγάπη μου η πρώτη

να μαχαιρώσει τον προδότη

τον φιλελεύθερο ιππότη,

τον γιάπη τον Ισκαριώτη.

 

Δυο μυρωδιές έχει ο δυόσμος,

ο πάνω και ο κάτω κόσμος

τα κεφτεδάκια από τη Σμύρνη,

κακά στης Barbie το μπικίνι.

Στο σβέρκο μου έχω καουμπόη,

καβάλα σ’ όλο μου το σόι

με πυρωμένα μανουάλια

μαρκάρει ανθρώπινα βουβάλια.

 

Βλέπω τον σπόνσορα τον κλέφτη

στου αυτοκινήτου τον καθρέφτη.

Ο ουρανός θα με πλακώσει,

μέχρι την τελευταία δόση.

Μες στης Πανδώρας το κουτί,

της Μέδουσας τα μπικουτί,

τη ρόμπα της κυρα-Κατίνας,

το σκάρτο πείραμα της Κίνας.

 

Η Coca Cola είναι φόλα,

κι εμείς σκυλιά σε τροχοφόρα

στην Εθνική στην κατηφόρα,

μετωπική θανατηφόρα.

 

 

9. Τα προβατάκια («Χημεία και Τέρατα» – 1987)

 

Άιντε, βγήκαν πάλι τα προβατάκια,

άιντε, με ντουντούκες και πανό.

Θέλουνε να διώξουνε τις στάνες του θανάτου,

θέλουν περισσότερο σανό.

 

Άιντε βγήκαν πάλι τα προβατάκια

θέλουνε ν’ αλλάξουνε βοσκό.

Έξω ο Αμερικάνος καουμπόη

ζήτω ο μοντέρνος Γκορμπατσώφ.

 

Κι εγώ απ’ το πεζοδρόμιο να παρακολουθώ,

μίζερο τσοπανόσκυλο, περιθωριακό.

Μα σαν πλακώσουν λύκοι,

τα πρόβατα σκορπίζουνε

και πάλι σαν μαλάκας θα καθαρίζω εγώ.

 

Άιντε βγήκαν πάλι τα προβατάκια

άιντε με ροκάνες και κασκόλ.

Έχουν στα λαρύγγια τους φωτοβολίδες

και χαροπαλεύουν για ένα γκολ.

Κι εγώ τερματοφύλακας στα ένδοξα γκολπόστ

δοκάρια κυανόκρανα και δίχτυα της Λακόστ.

Μα σαν πλακώσουν λύκοι,

οι φίλαθλοι σκορπίζουνε

και πάλι σαν μαλάκας θα καθαρίζω εγώ.

 

 

10. Μάγισσα Μανούλα («Hardcore: ζωντανή ηχογράφηση στο Κύτταρο» – 1985)

 

Σε φέρετρο ανοιγμένο μπαινοβγαίνω
στην αγκαλιά σου σαν παιδάκι τρομαγμένο.
Σα μαργαρίτα την καρδούλα μου μαδάω
κι όλο μου βγαίνει πως στο βάθος σ’ αγαπάω.

Απ’ το φουστάνι σου κρατιέμαι και με σέρνεις
στην πασαρέλα μιας ζωής μαστουρωμένης.
Είμαι χαμένος σε μια ατέλειωτη ανία
αλλά το ξέρω: μάνα είναι μόνο μία.

Ηλεκτρικά ναρκωτικά με ταξιδεύουν
μέσα από γυάλινα κουτιά με κοροϊδεύουν.
Είσαι η μάγισσα που θάθελα να κάψω
και μπρος στα πόδια σου, το πτώμα σου να κλάψω.

Μάνα, μητέρα, μανούλα, μαμά
στου κόλπου σου τη ζέστη, χωμένος βαθιά.
Εσύ κοιλοπονάς, μα εγώ δε βγαίνω
να ξαναγεννηθώ δεν την παθαίνω.