Το κείμενο γράφτηκε για να διαβαστεί στην εκδήλωση των ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ του ΜΟΥΣΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ για τον ΣΤΑΥΡΟ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ, που έγινε στο PASS-PORT– ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΣ στις 21 Δεκεμβρίου του 2015 – με βασικό τραγουδιστή τον ΓΙΩΡΓΟ ΝΤΑΛΑΡΑ και τη συμμετοχή του ΚΩΣΤΑ ΜΑΚΕΔΟΝΑ, της ΑΣΠΑΣΙΑΣ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ καθώς και μουσικών και τραγουδιστών που προέρχονταν από τις τάξεις του σχολείου… Μέσα στο θόρυβο μιας μεγάλης αίθουσας που περιμένει να ακούσει τα τραγούδια του, αισθάνθηκα την ανάγκη να το συντομεύσω… Την επόμενη μέρα, ξαναβλέποντάς το, είχα τη διάθεση να το …ξαναγράψω 


Γράφει ο ΓΙΩΡΓΟΣ Π. ΤΣΑΜΠΡΑΣ

Συνάντησα για πρώτη φορά από κοντά τον Σταύρο Κουγιουμτζή, στην ηλικία των ανθρώπων που σήμερα διοργανώνουν αυτή τη βραδιά. Εγώ ήμουν πολύ νέος,  λοιπόν. Για εκείνον βέβαια, ήταν  μια μάλλον δύσκολη εποχή. Η αρχή της δεκαετίας του ’80. Της «δεκαετίας του κενού», όπως την έλεγε. Για τη γενιά μου – όσους γεννήθηκαν στα μέσα του ’60 και στις αρχές του ’70 -  στις αρχές του ’80, ο Κουγιουμτζής,  ήταν ήδη «παλιός» συνθέτης. Το «παρόν»,  το εκπροσωπούσαν άλλοι. Ο ίδιος τότε, είχε  ήδη βιώσει την απόρριψη του «μεγάλου κοινού» της επικαιρότητας, και την αμφισβήτηση των εμπορικών παραγόντων του τραγουδιού. Φαίνεται  αυτό, ακόμα και στην δισκογραφική «παραγωγή» του. Στα χρόνια του ’70, εκδίδει το περισσότερο και το πιο γνωστό κομμάτι του υλικού του -κάνοντας μέσα σε 10 χρόνια 7 δίσκους. Μετά το 1980, στα 25 χρόνια ζωής που του απέμειναν, εξέδωσε μόλις 5 δίσκους. Που και αυτοί, νομίζω ότι ακόμα και σήμερα, περιλαμβάνουν επιλογές που αξίζει να «ανακαλυφθούν».

 

Για σκεφτείτε τώρα όμως. Σήμερα, 30 χρόνια μετά, ξανατραγουδάμε τα τραγούδια του Κουγιουμτζή -  κάποια τραγούδια  που 30 χρόνια πριν αντιμετωπίζονταν ήδη  ως «παρελθόν» - σα να είναι καινούργια, σα να είναι δικά μας. Κι όχι μόνο όσοι τα ζήσαμε, αλλά και πολλοί που τα άκουσαν πολλά χρόνια μετά. Τελικά, το παρελθόν δεν είναι ένα «στατικό» στοιχείο. Τα χρόνια τρέχουν, βέβαια… Αλλά διατηρούν το δικαίωμα να κοιτάζουν με άλλο τρόπο τα πράγματα. Όντως,«Αυτός ο κόσμος είναι μια πλάνη».

 

Τώρα, με την εμπειρία των ενδιάμεσων χρόνων, μπορώ να πω σχεδόν με βεβαιότητα ότι  όλες αυτές οι συζητήσεις  για το «παλιό» και το «καινούργιο», για το «σύγχρονο», το «εκσυγχρονισμένο» και το « παλιομοδίτικο», ακόμα και για την «μεγάλη επιτυχία» ή την «σιωπηλή αποδοχή», συνήθως γίνονται για να καλύπτουν διαφορετικές ανάγκες. Και εν τέλει, δεν μπορεί να είναι απόλυτες. Ξέρω πια πολλά πράγματα από το παρελθόν, που με αφορούν πολύ σήμερα… Όπως ξέρω και πολλά «σύγχρονα», που δεν με αφορούν. Βέβαια, αν  ήμουν ο «πλασιέ» αυτών των «σύγχρονων», δεν θα το παραδεχόμουν… Θα προσπαθούσα να στηρίξω συντεχνιακά την «παραγωγή» που μού έλαχε. 

 

 

Σήμερα, μέσα στην τόσο μεγάλη «άνθηση» των λόγων,  μάλλον θα αισθανόμαστε άβολα, αν συνειδητοποιούσαμε πόσα πολλά και πόσα εύκολα λόγια έχουμε πει ή έχουμε γράψει – για πράγματα που επί της ουσίας μας αφορούσαν για λίγο ή και δε μας αφορούσαν… Μπορεί ακόμα και να ντραπούμε ή να «τρομάξουμε». Είναι μερικοί χαρακτηρισμοί που πια …ντρέπομαι να χρησιμοποιώ. Ακόμα κι αν τους πιστεύω για κάποιους ανθρώπους ή για κάποια τραγούδια. Έχουμε κλίνει το επίθετο «μεγάλος» σε όλες τις πτώσεις και σε όλα τα γένη. Βάζοντας δίπλα του,  άκριτα, ανθρώπους και τραγούδια που το άξιζαν αλλά και ανθρώπους και τραγούδια που απλά, είχαμε λόγο να κολακέψουμε. 

 

Δεν είναι μόνο αυτό όμως που με κάνει να έχω μια αμηχανία στο τι πρέπει να γράψω, τι πρέπει να πω. Είναι και το γεγονός ότι ο ίδιος ο Σταύρος Κουγιουμτζής ήταν ένας εξαιρετικά λιτός άνθρωπος στην έκφρασή του. Ένας άνθρωπος που κρατούσε αποστάσεις. Φοβόταν σχεδόν, τις υπερβολικές εκδηλώσεις. Δε μιλούσε πολύ – ιδιαίτερα αν ένοιωθε ότι δεν του ταιριάζει το περιβάλλον. Δεν έχει γράψει καν τόσα πολλά τραγούδια – για τα χρόνια που κινήθηκε στο χώρο. Κι έχει πει πολύ λιγότερα, για αυτά τα τραγούδια. Δεν μπορώ να πω ότι τον συναναστράφηκα τόσο – δε θέλω να πω ότι τον συναναστράφηκα, σε μια εποχή που όλοι καυχιούνται για τις «φιλίες» τους με όλους… Είναι όμως κάποιες σκέψεις του, κάποιες συμπεριφορές του, που μπορώ να πω ότι  ήταν καθοριστικές για τον τρόπο που σιγά σιγά διαμόρφωσα τις απόψεις μου για το χώρο του τραγουδιού.

 

Θυμάμαι, όταν κάπου στα 1995, του ζήτησα ένα σημείωμα για την ψηφιακή επανέκδοση του δίσκου «Μικραίνει ο κόσμος». Χρειάστηκε να επιμείνω πολύ  για να ενδώσει. Εν τέλει, μού το διάβασε από το τηλέφωνο. Το σημείωμα ξεκινούσε : «Σημείωμα δεν έχω γράψει για τα τραγούδια μου σε κανένα δίσκο μέχρι σήμερα. Πιστεύω πως ότι έχει να πει κανείς, το λέει με τη δουλειά του. Αν τώρα παρέκλινα απ’ αυτή την αρχή, είναι γιατί μου το ζήτησαν».  Υπογραμμίζω ότι αυτό γράφεται αρχές του 1995, δηλαδή σχεδόν 35 χρόνια από την αφετηρία του στο τραγούδι και ενώ έχει εκδώσει το σύνολο σχεδόν του υλικού του… Και για την ιστορία, θα πρέπει να πω ότι στη συνέχεια, το κείμενο που εν τέλει έγραψε, ήταν για μένα μια από τις πιο ενδιαφέρουσες τοποθετήσεις, γύρω από το πολυσυζητημένο θέμα της μελοποιημένης ποίησης. 

 

 

Δεν ξέρω αν ήμουν και λίγο θρασύς ή ενοχλητικός, αλλά λίγους μήνες μετά, επανήλθα. Ζητώντας του τότε ένα κείμενο που θα άνοιγε το πρώτο τεύχος του περιοδικού «Δίφωνο». Πάλι αντιμετώπισα αναστολές και αναβολές. Εν τέλει, ένα απόγευμα – αρχές φθινοπώρου του 1995 – μού διάβασε από το τηλέφωνο – λέγοντας μου παρακαλώ, ακόμα και τα σημεία στίξης – ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε τότε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «Δίφωνο»,  αλλά νομίζω ότι αφορά την νοοτροπία κάθε εποχής. Τώρα που το σκέφτομαι, θα ήθελα να είναι αυτό το κείμενο μόνο μέσα από λόγια του Σταύρου Κουγιουμτζή. Έτσι. Έστω και μόνο για να μην προδώσω με πολλά δικά μου λόγια, το «μέτρο» του. 

 

Το κείμενο του Σταύρου Κουγιουμτζή που σας ανέφερα, είχε τον τίτλο  «Πρωτοτυπία ή καινοφάνεια;» Με ερωτηματικό, παρακαλώ!

 

Γράφει λοιπόν ο Κουγιουμτζής:

«Για να είναι ένα έργο γνήσιο, δεν μπορεί παρά να είναι πρωτότυπο.

Η πρωτοτυπία είναι η μοίρα του, η συνισταμένη των αρετών του.

Τι είναι όμως πρωτοτυπία;

Το κείμενο αυτό δεν θα είχε κανένα λόγο να γραφτεί, αν δεν συνέβαιναν τόσες παρεξηγήσεις, στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 κυρίως, σχετικά με τα μουσικά μας δρώμενα και τον όρο πρωτότυπη τέχνη. 

Μέσα απ’ αυτές τις παρεξηγήσεις, κάτω από μια ομιχλώδη αντίληψη περί τέχνης και πρωτοτυπίας, μαζί με τα σπουδαία έργα, είδαν το φως της δημοσιότητας και πολλά κοινότυπα και ασήμαντα πράγματα.

Για τους σοβαροφανείς εκείνης της εποχής, ότι δεν έμοιαζε με το τότε γενικό κλίμα, ήταν πρωτότυπο – άρα «γνήσιο καλλιτέχνημα».

 

 

Μια μανία για πρωτοτυπία, με την πιο παρεξηγημένη της έννοια. Εντυπωσιασμός, στόμφος, σοβαροφάνεια. Ένα φαινόμενο που λίγο έλειψε να επισκιάσει ακόμα και τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Μίκη Θεοδωράκη.

 

 

Αν ζητούσαμε από κάποια άτομα να μας πουν τη γνώμη τους για την πρωτοτυπία, είναι βέβαια ότι όλοι θα μιλούσαν με κολακευτικά λόγια. Αν όμως τα ίδια άτομα τα ρωτούσαμε «τι είναι πρωτοτυπία;», πιθανόν να μας έδιναν διαφορετικές απαντήσεις, περίπου όπως θα μας απαντούσε ένα χοντροκομμένο λεξικό. Σε πολλά λεξικά π.χ. το λήμμα «μάζα» είναι συνώνυμο με τη λέξη «λαός». Στη μορφή, ίσως να είναι κι έτσι. Στο περιεχόμενο όμως, αυτές οι δυό λέξεις είναι τελείως διαφορετικές.

 

Τι είναι όμως πρωτοτυπία;

Το λεξικό που έχω στη διάθεσή μου, δε με βοηθάει καθόλου.

Διαβάζω : Πρωτοτυπία = καινοτομία, νεωτερισμός κλπ.

 Όχι μόνον δε με βοηθάει το λεξικό, αλλά με μπερδεύει.  Έτσι, είμαι υποχρεωμένος να ακολουθήσω το δικό μου συλλογισμό για να απαντήσω στο ερώτημα.  Για μένα η λέξη, η έννοια πρωτοτυπία, δεν είναι συνώνυμη με την καινοτομία ή το καινοφανές. Η καινοτομία εύκολα αναγνωρίζεται γιατί κραυγάζει. Η πρωτοτυπία αποκαλύπτεται μόνο σε αυτούς που διαθέτουν καλλιτεχνικό γούστο και ενόραση. Πρωτοτυπία είναι κάτι παλιό και νέο μαζί. Είναι η συνέχεια της παράδοσης και το πρόσωπο του δημιουργού. Πρωτοτυπία είναι, όχι να μην μοιάζεις με κανέναν, αλλά να μοιάζεις με όλους τους άλλους και ταυτόχρονα, να είσαι ο εαυτός σου. 

 

Οι συνθέτες μιας εποχής π.χ. του 18ου αιώνα, μιλούσαν την ίδια γλώσσα και – όπως λέει ο Στραβίνσκυ στην «ποιητική» του – «αντηχούσαν ο ένας μέσα στον άλλον». Αυτό τι σημαίνει; Ότι δεν ήταν πρωτότυπος ο Μότσαρτ ή ο Μπετόβεν; Όταν πέθανε ο Ιωάννης Σεβαστιανός Μπαχ, η τότε ελίτ μίλησε για τον μεγάλο οργανίστα, ο οποίος, βέβαια, έγραφε και μουσική. Και ξέρετε γιατί; Γιατί έκανε και εκείνος τις ίδιες μουσικές χειρονομίες με τους σύγχρονούς του.

 

 Όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν μεταξύ τους. Όμως ο καθένας είναι και μια ανεπανάληπτη μονάδα. Ο Θεός είναι πρωτότυπος. Δεν είναι νεωτεριστής, ούτε καινοφανής. Ο Μίκης Θεοδωράκης το 1958, έγραψε ένα αριστούργημα. Τον «Επιτάφιο». Ένα έργο εκπληκτικά πρωτότυπο, γυρίζοντας πίσω στην παράδοση 500 και πλέον χρόνια. Το υλικό που χρησιμοποίησε ( βυζαντινό μέλος, δημοτικό τραγούδι, λαϊκό τραγούδι ) το αφομοίωσε και μέσα από αυτό, ανέδειξε το δικό του πνευματικό και καλλιτεχνικό πρόσωπο.

 

Και εδώ, μπαίνουμε στην βαθύτερη ουσία της τέχνης, στο θαύμα της δημιουργίας. Εδώ, έρχεσαι αντιμέτωπος με το υλικό της παράδοσης, που είναι ισχυρό και τείνει να σε αφομοιώσει. Γι’ αυτό, χρειάζεται να διαθέτεις πολλά προσόντα, μουσικά και πνευματικά, για να γίνει η σύνδεση της παράδοσης με το πρόσωπο του δημιουργού και να προκύψει το νέο, το πρωτότυπο έργο.

Αν λοιπόν, δεν έχεις αυτά τα προσόντα, αν δεν μπορείς να είσαι πρωτότυπος, γίνε καινοφανής. Έχει πέραση και δεν θα λείψουν οι κουλτουριάρηδες – ποτέ δεν λείπουν αυτοί – που θα υποκλιθούν μπροστά σου και θα θέσουν όλους τους μηχανισμούς και παραμηχανισμούς προβολής στη διάθεσή σου».

 

 

Αυτά έγραφε ο Κουγιουμτζής στα 1995. Πραγματικά,  αναρωτιέμαι πόσο θα τα άλλαζε, αν λάβαινε υπ όψιν του και τα όσα μεσολάβησαν – με τα ιδιωτικά «μέσα» και την ασυδοσία του διαδικτύου. 

 

Η αλήθεια είναι ότι από εκεί και κάτω, ο Κουγιουμτζής, άρχισε να …εμπιστεύεται περισσότερο το λόγο του – ίσως και ως ένα αντίβαρο στην δισκογραφική του σιωπή. Εν τέλει, εξέδωσε δυό βιβλία που νομίζω ότι αξίζει να τα διαβάσει κανείς. Όχι μόνο για να μάθει τον Κουγιουμτζή. Κυρίως, για να συναντήσει την αλήθεια του. Πρώτα  ήταν τα «Ανοιχτά παράθυρα με κλειστά παντζούρια». Ο τίτλος είναι πολύ χαρακτηριστικός,   για ένα κείμενο που γράφτηκε για το ραδιόφωνο και αποτελεί μια αφήγηση των καθοριστικών παιδικών και νεανικών χρόνων του συνθέτη. Και αργότερα, εξέδωσε μια  σειρά 23 μικρών διηγημάτων, με τον τίτλο «Στα διώροφα έμεναν οι όμορφες»:  Θα ήθελα πολύ να …αντιγράψω, έστω  το πρώτο από αυτά, την «ψυχούλα». Αλλά,  αφ’ ενός φοβάμαι ότι μπορεί να σας κούρασα ήδη και αφ’ ετέρου είναι μια αφορμή για να ψάξετε γενικότερα αυτή την έκδοση.

 

 

Να μην ξεχνιόμαστε όμως: Τον Κουγιουμτζή,  τον ξέρουμε κατ’ εξοχήν από τα τραγούδια του.  Και όσα κι αν τον έχουν τραγουδήσει πολλοί ακόμα, υπάρχει μια φωνή που έχει συνδεθεί μαζί του περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη. Ξέρω ότι συνήθως οι συνεργάτες ανταλλάσουν φιλοφρονήσεις – σήμερα αυτό φτάνει και στην υπερβολή. Γι’ αυτό, θέλω να μεταφέρω δυο λόγια του Κουγιουμτζή για τον Γιώργο Νταλάρα, από τα πρώτα που άκουσα από αυτόν… Είναι σε κάποια χρόνια που ο Κουγιουμτζής είναι σε «καλλιτεχνική» απόσταση από τον Γιώργο Νταλάρα.

 

Κάποια στιγμή, ο Νταλάρας θα προσπαθήσει να μού εξηγήσει αυτή την «απόστασή» τους, ως εξής : « Ο Σταύρος, προσπαθούσε να μού εξηγήσει  τη διαφορά του συνθήματος και του ουσιαστικά πολιτικού τραγουδιού,  που κουβαλάει μαζί του ιδέες και τις σπρώχνει, τις διαχέει,  χωρίς όμως να φωνάζει. Θεωρούσε ότι εγώ ίσως είχα υπερβάλλει λίγο στα συνθήματα εκείνη την εποχή… Εγώ του έλεγα ότι τα έχω ανάγκη αυτά τα τραγούδια γιατί κινητοποιούν τους ανθρώπους, γιατί τραγουδάω σε μεγάλες εκδηλώσεις που εκφράζουν αγωνίες και ανάγκες. Είχα καταλάβει βέβαια, ότι δεν του άρεσε πολύ η κραυγή. Εκείνος διαμαρτυρότανε  με μια «γκαντική» νοοτροπία και όχι με την …λενινιστική…

 

Οι δύο διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος. Η μια πλευρά επιλέγει να διαχέει τα μηνύματα μ’ έναν πιο εσωτερικό, έναν ψυχολογικά φορτισμένο τρόπο -  χωρίς την άμεση αναφορά, την «βία» αν θέλεις, την αντιπαράθεση με τους πάντες και τα πάντα.

 

Και η άλλη,  κραυγάζει  το πρόβλημα. Όσο μεγάλωνα, άλλαζα κι εγώ. Αλλά μέχρι εκείνη την εποχή, ήθελα το χειροπιαστό και προσπαθούσα να  δω γιατί δεν του αρέσει. Ο Κουγιουμτζής λοιπόν, ήταν λίγο πιο μαζεμένος. Έβλεπε το πράγμα να χειροτερεύει. Που να φανταστεί βέβαια, ο άνθρωπος ότι θα φτάναμε σ' αυτό το σημείο σήμερα;  Που ο κόσμος γλιστρά όλο και πιο πολύ στη φαμφάρα…»

 

Εκείνη την εποχή λοιπόν,  μόλις έχουν ξανασμίξει στο  δίσκο «Τρελοί και άγγελοι», όπου ο Νταλάρας τραγουδάει με τον «τρόπο» του Κουγιουμτζή «τι κάθεσαι εδώ πέρα και σαπίζεις, εδώ δεν αγαπούν τους ταπεινούς» ή «Μη γυρεύεις ομορφιές»… Ο Νταλάρας έχει την προσωπική του συναυλιακή πορεία σε πλήρη άνθηση… Και ο  Κουγιουμτζής εμφανίζεται σε κάποιους μικρότερους χώρους,  παρουσιάζοντας  τα  τραγούδια του με νέους τραγουδιστές. Έχει ίσως κάθε λόγο να διαχωρίσει το δημιούργημα από τον ερμηνευτή και φυσικά να πλειοδοτήσει υπέρ του πρώτου.

 

Κι όμως! Όταν τον ρωτώ για τη σχέση δημιουργού και τραγουδιστή, είναι αλλιώς …απόλυτος : « Το πόσο ο τραγουδιστής ή το τραγούδι «πουλάνε», είναι ένα άλλο θέμα. Είναι γεγονός ότι εκείνο που «φαίνεται», περνάει περισσότερο στον κόσμο. Αλλά προσωπικά πιστεύω ότι, αν το δούμε καθαρά καλλιτεχνικά, ένας καλός τραγουδιστής προσθέτει κατά πολύ σ’ ένα τραγούδι, μπορεί να το φτάσει στην τελειότητα που είχε φανταστεί ο δημιουργός του. Υπάρχουν βέβαια τραγούδια απλά, εύληπτα που μπορεί να τα πει ο καθένας. Το «Να ‘τανε το 21», θα μπορούσαν να το πουν πολλοί και να γίνει επιτυχία. Αλλά, το «Μ έκοψαν με χώρισαν στα δυό», νομίζω πως δεν μπορεί να το αποδώσει άλλος με τον τρόπο του Γιώργου Νταλάρα. Εκτός αν βρεθεί κάποιος του ιδίου ύψους. Ομολογουμένως όμως, με τη θέλησή μου, δεν θα άλλαζα έναν τραγουδιστή παρά μόνον αν έβρισκα έναν καλλίτερο». 

 

Νομίζω ότι τα πράγματα όπως ήρθαν από εκεί και κάτω, έδειξαν ότι μάλλον το εννοούσε αυτό ο Κουγιουμτζής. Βέβαια σήμερα, μιλάμε 30 χρόνια μετά, 10 χρόνια αφ ότου εκείνος έχει φύγει. Και είναι δεδομένο ότι τα καλλιτεχνικά δημιουργήματα προχωρούν πέρα από τη ζωή του δημιουργού τους. Είναι καλοδεχούμενοι λοιπόν όλοι οι νεώτεροι μουσικοί και τραγουδιστές που μπαίνουν στην ουσία των τραγουδιών. 

 

Έτσι κι αλλιώς, το παρελθόν δεν είναι στατικό, όπως λέγαμε και στην αρχή. Δεν ξέρουμε πως θα το δει το αύριο. Θέλω να τελειώσω αυτό το κείμενο με τη σκέψη μου σε όσα τραγούδια του Κουγιουμτζή δεν επιλέγονται για να  ακουστούν με την πρώτη ευκαιρία… Και να σας προτρέψω να ψάξετε ανάμεσα σ’ αυτά. Πολύ χαίρομαι που τα τελευταία χρόνια ο Γιώργος Νταλάρας διαλέγει να τραγουδά ζωντανά το «Σ' αυτή την πόλη» ή το «Αυτός ο κόσμος είναι μια πλάνη» - αυτός ο στίχος θέλω να είναι και ο τίτλος αυτής της αναφοράς. Κι αν αναζητούσα το τραγούδι που ακούω ο ίδιος πιο συχνά από δίσκο – κυρίως, γιατί δύσκολα μπορεί να το βρω σε καθημερινές επιλογές – θα στεκόμουν μάλλον στο «Κύριε καταφυγή», από τους «Ύμνους αγγέλων σε ρυθμούς ανθρώπων».