Ο μουσικός δημιουργός είναι σαν την δρυ η οποία όσο μεγαλώνει τόσο βαθύτερα βυθίζονται οι ρίζες στη γη, έτσι και οι δικές του ρίζες βυθίζονται στην παράδοση όσο ωριμάζει. Ο Μάκης Σεβίλολγου είναι μουσικός με ιδιαίτερο μουσικό ύφος και ρίζες βαθιά στην παράδοση μιας και την εφηβεία του Μάκη δρόσισαν οι πηγές της μακεδονικής και ευρύτερα βαλκανικής μουσικής παράδοσης. Τις ρίζες του πότισε η αγάπη του για τη μουσική.

 Το δημοτικό τραγούδι από τα παιδικά του χρόνια όργωσε την ψυχή του. Η μουσική παράδοση μπήκε μέσα του ερήμην του, «σαν την αρρώστια (…)» από τα παιδικά του χρόνια. Και ενώ, σαν άλλος Θωμάς την απαρνιέσαι την παραδοσιακή μουσική, «αυτή ξέρει καλά πως είσαι δικός της, σε έχει μαγέψει και αργά ή γρήγορα επιστρέφεις μύστης και κοινωνός!».

 

Εφηβος βρίσκεται στο Βελιγράδι για σπουδές, έχοντας μαζί του το μπουζούκι του και την εμπειρία του από τη συμμετοχή του σε νεανικά συγκροτήματα. Ευτυχής συγκυρία να υπάρχουν και άλλα παιδιά με μουσικά ενδιαφέροντα στην πολυάριθμη τότε ελληνική φοιτητική κοινότητα. Κάποιοι βρήκαν την ευκαιρία να τα κονομήσουν και μετέφεραν το κακέκτυπο της «ελληνικής νύχτας». Κάποιοι ρομαντικοί, πίστευαν ότι η ερασιτεχνική δημιουργία χτίζει προσωπικότητες και η διασκέδαση όσο αναγκαία κι αν φαντάζει δεν είναι αρκετή. Η ψυχαγωγία είναι το ζητούμενο. Ανέπτυξαν πληθώρα δραστηριοτήτων.

 

Έφτιαξαν και ένα συγκρότημα. Τρεις φορές τη βδομάδα, στο χώρο που τους παραχώρησαν οι τοπικές αρχές λειτουργούσε ελληνική βραδιά. Μέχρι τις σκάλες ο κόσμος. Ορθιοι. Μια κιθάρα, ένα μπουζούκι, ένα αρμόνιο, κάποια παιδιά με καλή φωνή για τραγούδι. Ένα από τα παιδιά ο Μάκης που μαζί με το μπουζούκι του είχε μαζί του και τα «κεράσματα» της παράδοσης από τους ανθρώπους και τους ήχους του τόπου του (μόνιμες οι παραδοσιακές παρενθέσεις του που ενθουσίαζαν τους φοιτητές, αξέχαστος ο «Σιαμαντάκας» και οι αυτοσχεδιασμοί του). Και όταν δεν έπαιζε στο στέκι, σε κάτι καραβάκια αραγμένα στο Δούναβη και τον Σάβα ποταμό άκουσε και γνώρισε από κοντά τον βαλκανικό ήχο, στον οποίο ήταν ήδη μυημένος από μικρός, λόγω της δυτικομακεδονικής του καταγωγής.

 

Από τότε πέρασαν χρόνια αρκετά. Ο αρχαιολόγος πλέον Μάκης είχε μια «διαστροφή». Συνέχισε να τραγουδά και να σκαρώνει τραγούδια. Σήμερα, ώριμος μουσικός πια «πλέει» με τους ήχους της παράδοσης στο έντεχνο τραγούδι. Με τις ίδιες αξίες της νιότης υπηρετεί με πάθος το λαϊκό τραγούδι από το δικό του μετερίζι, χωρίς εκπτώσεις, με έδρα την Κοζάνη...

 

Ευτυχής συγκυρία η συνάντηση και συνεργασία με την Χάρις Αλεξίου το 2003. Εκτοτε είχε σημαντικές συνεργασίες (Δ. Μητροπάνο, Λ Καλημέρη, Μ. Λιδάκη κ.ά.) και ενδιαφέρουσες προσωπικές δουλειές («Γλυκό μεθύσι», «Αγκυρες»).

 

Η τελευταία του δουλειά «Ανοιχτό παράθυρο» κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό. Βιβλίο και cd μαζί. Στο βιβλίο ο Μάκης «βρίσκει ένα "Παράθυρο ανοιχτό" και κάνει ένα ταξίδι στην καρδιά και τη μνήμη, ανασύρει παιδικές αναμνήσεις και βιώματα και μας μιλά για την πιο γλυκιά του πατρίδα, τα παιδικά του χρόνια στον τόπο καταγωγής του, τους ανθρώπους, τη γλώσσα τους και την καθημερινή τους ζωή, που αν και δύσκολη, ήταν ωστόσο πιο ανέμελη, πιο όμορφη και πιο αληθινή. Μέσα από αυτό το ταξίδι, μοιράζεται μαζί μας καθημερινές ιστορίες και βιώματα που τον έκαναν να αγαπήσει τη δημοτική παράδοση και μας κερνάει 13 παραδοσιακά τραγούδια από τη Ήπειρο και τα Γρεβενά, ιδωμένα απ’ το παράθυρο, με μια καινούρια ματιά, έτσι όπως αυτός και οι μουσικοί τα αισθάνθηκαν».

 

Τραγούδια για την ξενιτιά. «Δύσκολη η ζωή σε ξένο τόπο. Ασωτες αρμαθιές ο πόνος, η αγωνία, η πίκρα, η νοσταλγία και μοναξιά σπασμένο γυαλί». Τραγούδια για το παράφορο μεθύσι του έρωτα, το νάζι της γυναίκας και το πάθος του εραστή. Τραγούδια για τον πόνο της μάνας, το πανηγύρι, τους κλέφτες. Πράγματα συμπαθητικά, οικεία και άλλα στενάχωρα, μα όλα με άρωμα παράδοσης και τη ντοπιολαλιά. Πιο πολύ απ’ όλα με άγγιξε εκείνο το γιαννιώτικο τραγούδι που αναφέρεται ενός νέου Ελληνα αρχοντόπουλου που αγάπησε την τουρκάλα Φατιμέ, τραγουδίστρια του καφέ αμάν.

 

Στο δεύτερο μέρος του οποίου είναι οι στίχοι και η ιστορία των τραγουδιών. Το εξώφυλλο του βιβλίου επιμελήθηκε ο Παναγιώτης Μάντζιος, προλογίζει ο Δημήτρης Μυστακίδης, ενώ τα σχόλια που αναφέρονται στους στίχους των τραγουδιών είναι του Αργύρη Παφίλη. Κυκλοφορεί σε όλα τα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις «ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ».

 

Παίζουν οι μουσικοί: Αποστόλης Βαγγελάκης, κλαρίνο. Ζήσης Κασσιάρας, βιολί. Δημήτρης Λάππας, κιθάρες ακουστικές και άταστη. Δημήτρης Κίτσιος, κοντραμπάσο. Βαγγέλης Κοντόπουλος, κοντραμπάσο. Κώστας Μερετάκης, ηπειρώτικο ντέφι. Aurel Qirjo, βιολί, φωνητικά. Νίκος Σιδηροκαστρίτης, τύμπανα. Θάνος Σταυρίδης, νταούλι.

* Ο Ηρακλής Κακαβάνης είναι φιλόλογος-συγγραφέας και μέλος της ΕΣΗΕΑ.