Πάντα πίστευα ότι έχει βρει έναν τρόπο να τηλεμεταφέρεται στο παρελθόν, να παρακολουθεί διάφορα θεάματα, να τα αφομοιώνει και να τα φέρνει στο σήμερα. Σοβαρά τώρα. Όσα και να έχεις διαβάσει από εφημερίδες και περιοδικά εποχής, τα υπάρχοντα οπτικοακουστικά αρχεία νομίζω πως μπορούν να σου δώσουν μόνο μια γεύση από τη νυχτερινή Αθήνα των περασμένων δεκαετιών. Κι όμως ο Φοίβος Δεληβοριάς ήξερε ακριβώς τι ήθελε να παρουσιάσει. Σαν να το έχει μελετήσει από άγνωστες σε εμάς πηγές.

 

Το εγχείρημα εμπεριείχε μεγάλο ρίσκο. Αναψυκτήριο στην Αθήνα του 2017; Μήπως κάποια πράγματα αντέχουν μόνο στην εποχή τους, γιατί αυτή είναι που τα γεννά; Κι όμως όχι. Όχι όταν προσαρμόζονται στο τώρα κρατώντας τη συνταγή του τότε, ιδωμένη και μετουσιωμένη όμως σε ένα θέαμα ουσιαστικά σύγχρονο παρά την παρελθοντική του προέλευση. Θυμηθείτε την ιστορία του «Ελεύθερου Θεάτρου» και της «Ελεύθερης Σκηνής» και την τομή τους στην ελληνική επιθεώρηση που έγραψε ιστορία.

 

Η «Ταράτσα του Φοίβου», αυτό το μικρό πατάρι που στήθηκε σε έναν ιδανικό χώρο, προοπτικά ανάμεσα στην Ακρόπολη και τον Λυκαβηττό, νομίζω πως πέτυχε γιατί επικοινώνησε με κοινό από διαφορετικές γενιές και κάλυψε τις ανάγκες όλων. Γιατί κατάφερε να συγκεράσει ετερόκλητα είδη, αλλά και να αναδείξει και να αναμίξει αρμονικά νέους καλλιτέχνες με ήδη αναγνωρισμένους συναδέλφους τους. Γιατί δεν επαναπαύτηκε στην επιτυχία της πρώτης χρονιάς και προσπάθησε τις επόμενες να πάει παρακάτω, στηριζόμενη πάντα στις ικανότητες του εκάστοτε θιάσου της, χωρίς να αντιγράφει τον εαυτό της, ούτε καν στα καλύτερα κομμάτια του. Γιατί πέρα από τη δεδομένη δημοφιλία των τραγουδιών του οικοδεσπότη της έδωσε μεγάλη σημασία στα κείμενα, με γραφή έξυπνη, δηκτική και (αυτο)σαρκαστική. Γιατί η ροή του προγράμματος και η δομή του με τις συνεχόμενες εναλλαγές ανάμεσα σε πρόζα και τραγούδι, με απρόσμενες εκπλήξεις περιεχομένου (όπως οι τραγουδιστικές αναδρομές με ποικίλες αφορμές ή οι μουσικοθεατρικές συναντήσεις της πρώτης χρονιάς), συντηρούσαν αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού, που ίσως δεν είχε ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Γιατί τελικά αυτή η επιστήμη που σπούδασα κάποτε, η Χημεία, στην καλλιτεχνική της έκφανση, εδώ λειτούργησε τέλεια.

 

 

Το πρώτο καλοκαίρι (2017) οι βασικοί καλεσμένοι προέρχονταν από τον χώρο του θεάτρου και του τραγουδιού, ενώ τα δύο επόμενα καλοκαίρια (2018 και 2019) προέρχονταν περισσότερο από τον μουσικό χώρο. Κι αυτό μάλλον γιατί στον μόνιμο θίασο της «Ταράτσας», αυτές τις 2 χρονιές, υπήρχε πια ο Θανάσης Αλευράς, που είχε κάνει ήδη αισθητή την παρουσία του στην έναρξη και το φινάλε της πρώτης χρονιάς ως δήθεν Νατάσσα Μποφίλιου δίπλα στην πραγματική. Την αξία του Θανάση Αλευρά στο θέατρο την είχα διαπιστώσει εδώ και χρόνια, από τους «Ήρωες» και τη «Φουρκέτα» (και τα δύο έργα σε κείμενα της Ελένης Γκασούκα). Στην «Ταράτσα» όμως έκανε λίγο απ’ όλα : επιθεωρησιακά σκετς, μιμήσεις, τραγούδι, χορό, συμπράξεις με καλεσμένους. Προσωπικά έχω να παρακολουθήσω σε ανάλογο θέαμα τόσο ολοκληρωμένο καλλιτέχνη από τα χρόνια της «Μέδουσας» του Γιώργου Μαρίνου. Οξυμένο αισθητήριο, ένστικτο, ταλέντο, χιούμορ, αντίληψη, ετοιμότητα, μέτρο, δοτικότητα, ισορροπία, συναίσθημα… όλα στον υπέρτατο βαθμό.

 

Στον Φοίβο Δεληβοριά, τις βαθιές του γνώσεις και προσλαμβάνουσες από διαφορετικά και μερικές φορές αισθητικά αλληλοσυγκρουόμενα είδη διασκέδασης και την ακομπλεξάριστη ενασχόλησή του μαζί τους, έχω αναφερθεί και άλλες φορές στο παρελθόν. Όπως και στην αμεσότητα της μεταφοράς όλων αυτών των βιωμάτων με γλαφυρό τρόπο, σε πρώτο ή σε τρίτο πρόσωπο, στα τραγούδια του. Αυτά τα 3 καλοκαίρια όμως (ειδικά τα 2 τελευταία) μου αποκαλύφθηκε και η κωμική του φλέβα, κυρίως στη συγγραφή και στις μιμήσεις. Το ότι έχει παρακολουθήσει πολλές επιθεωρήσεις το ήξερα μέσα από πολύωρες παλιότερες συζητήσεις μας. Το ότι αυτό έχει περάσει τόσο πολύ στο κύτταρό του (αν και άνθρωπος της μουσικής), το αγνοούσα και μου αποκαλύφθηκε με τον καλύτερο τρόπο. Η δε συνύπαρξή του ως Λευτέρης Παπαδόπουλος δίπλα στον Θανάση Αλευρά ως Μίμη Πλέσσα το 2018 και Βίκυ Φλέσσα το 2019 υπήρξε εκρηκτική (η χημεία που λέγαμε παραπάνω…)

 

Δε μπορώ να μην εκφράσω το θαυμασμό μου για αρκετούς απ’ τους stand up κωμικούς που πέρασαν αυτή την τριετία από την «Ταράτσα». Ειδικά στο πόσο έχουν μελετήσει αυτό το είδος, χωρίς να επαναπαύονται στο πηγαίο τους χάρισμα. Ένα είδος που ομολογώ πως το είχα μάλλον παρεξηγήσει, ίσως επειδή έβλεπα τα τελευταία χρόνια να υποκαθιστά (αλλά όχι να αντικαθιστά) την αγαπημένη μου Επιθεώρηση.

 

Με τις περιορισμένες αναφορές ίσως να αδικώ κάποιους και κάποιες, αυτό όμως δεν έχει να κάνει π.χ. με την αναγνώριση της δουλειάς των «μάγων» ή των κοριτσιών του «μπουρλέσκ» που πέρασαν αυτά τα 3 χρόνια από την «Ταράτσα» ή τη σατιρική/πολιτική εμφάνιση του Σπύρου Γραμμένου.

Από την άλλη όμως, από τους μόνιμους συνεργάτες της τριετίας, πώς να μην αναφερθείς στο γούστο και την τόλμη του σκηνοθέτη Άγγελου Τριανταφύλλου που έπρεπε να στήσει ένα διαφορετικό κομμάτι του προγράμματος κάθε βδομάδα ανάλογα με τους ξεχωριστούς καλεσμένους, τα αντίστοιχα εμπνευσμένα και καλογυρισμένα βίντεο του Δημήτρη Μακρή που σε δελέαζαν για το κάθε επόμενο διήμερο (ψάξτε τα στο κανάλι του Φοίβου στο youtube, έστω εκ των υστέρων), τον απόλυτα ενταγμένο στην παράσταση και πάντα αποτελεσματικό υπεύθυνο σκηνής Κώστα Δετώρο, τη φωνητική ευελιξία και προσαρμοστικότητα της Νεφέλης Φασούλη σε τόσα και τόσο διαφορετικά πράγματα που κλήθηκε να τραγουδήσει, αλλά και όλους τους μουσικούς – κυρίως τους παρόντες και τα 3 καλοκαίρια και πάντα έτοιμους για όλα Κωστή Χριστοδούλου και Σωτήρη Ντούβα

 

Το ίδιο συμβαίνει και με τους καλεσμένους. Είναι αδύνατον να αναφερθούν όλοι. Ας δώσω λοιπόν τον λόγο στο συναίσθημα και θα το αφήσω αυτό να ανασύρει από τη μνήμη μου κάποιες ιδιαίτερες βραδιές ή στιγμιότυπα, χωρίς καμία διάθεση ιεράρχησης εντυπώσεων ή διαβάθμισης της καλλιτεχνικής αξίας των μη αναφερθέντων. Η ιστορία άλλωστε έχει ήδη μιλήσει για όλους σχεδόν. Δε θα ξεχάσω λοιπόν :

 

  • Τη στιγμή που ο Φοίβος Δεληβοριάς δίνει στίχους του στον Σταμάτη Κραουνάκη που αναφέρονται στην αγαπημένη τους Καλλιθέα και εκείνος επιτόπου και prima vista τους μελοποιεί πανέμορφα.
  • Το αφιέρωμα στον Λουκιανό Κηλαηδόνη.
  • Τη θέρμη και το παρατεταμένο χειροκρότημα με τα οποία υποδέχθηκε το κοινό της «Ταράτσας» τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά.
  • Τη συγκλονιστική, αληθινή και τόσο γενναία αφήγηση της Κατερίνας Βρανά για τη σοβαρότατη περιπέτεια που περνάει με την υγεία της.
  • Τη δίκαια τεράστια απήχηση και το φανατικό κοινό που έχουν η Μαρίζα Ρίζου, οι Imam Baildi, οι Χατζηφραγκέτα και εις το διηνεκές ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου.
  • Τα παράπονα του Σταμάτη Φασουλή στον Κωστή Μαραβέγια, ως μάνα και γιος, για τις σπουδές του στην Ιταλία και τη μουσική του κατεύθυνση.
  • Την προτελευταία βραδιά της «Ταράτσας» με το «Πάρτυ» (Φοίβος Δεληβοριάς) και το «Πουλί» (Μαρία Ναυπλιώτου) από την «Οδό ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι και στη συνέχεια το «προσκοπικό» «Όχι δε χωριζόμαστε» με όλους τους συντελεστές επί σκηνής και με συνοδεία μελλόντικας από τον Άγγελο Τριανταφύλλου.

Σίγουρα θα υπήρχαν και στιγμές που «έγραψαν» στις ψυχές άλλων θεατών, αλλά και βραδιές που δε μπόρεσα να παρακολουθήσω. Ωστόσο, για τις βραδιές που βρέθηκα σε αυτή την ταράτσα της Ιεράς Οδού οφείλω να ευχαριστήσω τον Ηλία Μαροσούλη, τον Άγγελο Κοταρίδη, την Κατερίνα Σταματάκη, την Ελένη Γιαννοπούλου, την Έφη Κουφοπούλου, τον Δημήτρη Σταμάτη, τη Χαρά Ζούμα, την Ελένη Τόρου, χωρίς να παραλείπω τον Γιάννη Ράπτη και τους συναδέλφούς του στο service οι οποίοι πρόθυμα φρόντιζαν να υπάρχει πάντα μία καρέκλα για μένα δίπλα σε ένα παράθυρο στον προθάλαμο του χώρου, τις προχωρημένες ώρες που έφτανα εκεί. Και πάνω απ’ όλους φυσικά τον ίδιο τον Φοίβο Δεληβοριά που με ελάχιστη ανάμιξη από μέρους μου και απλόχερη προβολή από μέρους του, με έκανε συμμέτοχο της επιτυχίας της αρχικής του ιδέας, προσφέροντάς μου επί 3 καλοκαίρια διακοπές μέσα στην πόλη.

 

Νομοτελειακά και δικαιωματικά, ο τραγουδοποιός του μέλλοντος, σε πιθανή διασκευή του «Μπάσταρδου γιου», ανάμεσα στα μουσικοθεατρικά ονόματα και γεγονότα που παραθέτει ο Δεληβοριάς στο τραγούδι του, θα πρέπει να προσθέσει και την «Ταράτσα του Φοίβου» που αποτέλεσε σημείο αναφοράς και συνάντησης στην καλοκαιρινή Αθήνα των ημερών μας και πέρασε στην ιστορία με απόφαση που πάρθηκε από τον δημιουργό της, πριν το ξεκίνημα της τρίτης χρονιάς. Ελπίζω στο μέλλον να επανέλθει. Και αν εκείνος φανεί επιφυλακτικός, εύχομαι να τον μεταπείσει η ίδια η φύση αυτού του θεάματος και η δεδομένη και πετυχημένη πια σύνδεσή του μ’ αυτό. Πάντα υπάρχουν τραγούδια ή ρόλοι που συνδέονται προσωπικά με τραγουδιστές ή ηθοποιούς και τους ακολουθούν, κατά καιρούς, σε όλη τους την καριέρα.

 

Στους στίχους με τους οποίους κλείνει ένα από τα αγαπημένα μου δικά του τραγούδια («Ερημιά στην Καλλιθέα»), γραμμένο πριν από την πραγματοποίηση της «Ταράτσας», ο Φοίβος Δεληβοριάς λέει :

 

«Ανεβαίνω στην ταράτσα που καίει,

πετάω τη μπάλλα που κρατούσα στο διάστημα

και ο Γκάλης που μέσα μου κλαίει… «Φεύγω» λέει».

 

Εγώ πάλι (θέλω να) πιστεύω πως κάποτε θα ξαναγυρίσει.