«Ο Γιάννης έγραφε υπέροχους στίχους» γράφει σε ένα σημείωμά του, ο αδελφός του Μίκης Θεοδωράκης. «Αλλά εκείνη την εποχή, επειδή στην Κρήτη όλοι ήταν ένοπλοι, εθεωρείτο ότι δεν είναι πολύ αντρίκιο να είναι κανείς ποιητής. Τα έγραφε κρυφά από μένα και μετά τα πετούσε από δω και από κει. Πήγαινα να πάρω κάτι το πρωί και έβρισκα ποιήματα του Γιάννη. Τα έκανα συλλογή και τα εξέδωσε ο Γουδέλης. «Οι Λιποτάκτες». Το «Χάθηκα» είναι το πιο χαρακτηριστικό τραγούδι μου, νομίζω. Είναι βέβαια και η «Όμορφη Πόλη», το «Χάθηκα» όμως μου θυμίζει το λιμάνι των Χανίων που έζησα μια ολόκληρη ζωή, τον αδελφό μου.». Στην αφήγηση που ακολουθεί, η κόρη του Γιάννη Θεοδωράκη και της Νίτσας Λουλέ, Μάρω, συγγραφέας δεκάδων παιδικών βιβλίων, αλλά και του «Βάρκα στο γιαλό – Τα άγνωστα παιδικά χρόνια του Μίκη Θεοδωράκη», καθηγήτρια πιάνου και υποκριτικής τραγουδιού μιλά για τον πατέρα της.

  
Ο πατέρας μου ήταν ένας ευαίσθητος άνθρωπος κι ένας γλυκός πατέρας. Του άρεσε να προβάλει την κρητική του καταγωγή και μας μετέδωσε την αγάπη του για τα Χανιά και  για τον Γαλατά, το χωριό του,  που το λάτρευε. Αγαπούσε πολύ το τραγούδι και τον χορό. Ήταν καταπληκτικός  χορευτής στο ροκ εν ρολ, ενώ στα κρητικά γλέντια τραγουδούσε το αγαπημένο του ριζίτικο «Σε ψηλό βουνό». Αγαπούσε το καλό κρασί, την καλή παρέα και τιμούσε την φιλία. Ο μπαμπάς ήταν τρυφερός  με τα παιδιά του.  Όταν δεν ήταν στην εφημερίδα και δεν έτρεχε για ρεπορτάζ, έπαιζε μαζί μας και το χαιρόταν. Ήταν βιβλιοφάγος και φρόντιζε τα καλοκαίρια μας στον Γαλατά να έχουμε  προμηθευτεί με διάφορα βιβλία. Τον θυμάμαι συχνά να τον παίρνει ο ύπνος με ένα βιβλίο στο χέρι. Διάβαζε ιστορικά βιβλία και αστυνομικά μυθιστορήματα.  Αλλά είχε  εξίσου μεγάλη αγάπη στους έλληνες και ξένους ποιητές, όπως ο Ελυάρ κι ο Λόρκα. Επίσης είχε μανία  με τις εγκυκλοπαίδειες. Τότε , είχαν κυκλοφορήσει  οι πρώτες εγκυκλοπαίδειες και ήθελε να τις έχουμε όλες στο σπίτι!   
 
Ο μπαμπάς είχε ευαισθησίες οι οποίες αποτυπώθηκαν απόλυτα στα ποιήματά του. Συχνά τα ποιήματά του καθρεφτίζουν μια λύτρωση και έναν λυρισμό που προσωπικά με συγκινούν. Η ποίηση του έχει μια ξεχωριστή αισθητική.  Οραματιζόταν έναν καλύτερο κόσμο, αλλά την ίδια ώρα μελαγχολούσε μέσα στις σκέψεις του. Σιχαινόταν κάθε μορφή εξουσίας που συχνά σκόπευε στην εξόντωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ήταν ευγενής κι ήθελε να είναι όλοι ευγενικοί γύρω του. Να έχουν μπέσα και φιλότιμο. Δεν τοποθετούσε ταμπέλες στους ανθρώπους. Δεν έκανε παρέα τους ανθρώπους σύμφωνα με την κοινωνική τους τάξη ή την κοινωνική τους καταξίωση.  Τα στοιχεία της αγάπης και της δικαιοσύνης αποτελούσαν βασικές αρχές στη ζωή του τις οποίες φρόντισε να μας τις περάσει.
 
Είχε λατρεία στον αδερφό του, τον Μίκη και τον θαύμαζε πάντα.  Τα δυο αδέλφια είχαν βαθιά αγάπη. Αύτη η αγάπη μετουσιώθηκε σε δημιουργικότητα και πολλά από τα ποιήματά του ντύθηκαν με την υπέροχη μουσική του Μίκη.  Οι «Λιποτάκτες» , τα πρώτα τραγούδια που όλοι ξέρουμε,  ακόμα και σήμερα γοητεύουν το κοινό τους. Προσωπικά με την «Όμορφη Πόλη» έχω μια ξεχωριστή σύνδεση αφού αμέσως, με την πρώτη νότα, με τον πρώτο στίχο, τα Χανιά και το παλιό λιμάνι, έρχονται κατευθείαν στο μυαλό μου. Ο μπαμπάς αγαπούσε πολύ τις βόλτες στο παλιό λιμάνι. Το μυθικό, βενετσιάνικο λιμάνι στα Χανιά. Το «Χάθηκα»  αναφέρεται σε αυτό. Εκεί υπήρχε – και ευτυχώς υπάρχει ακόμα- το «Φαγκότο» . Το καλαίσθητο, ατμοσφαιρικό τζαζ μπαρ, που έχει αφήσει εποχή και που ο μπαμπάς είχε για στέκι του.  Είναι το πρώτο μπαρ που επισκέφτηκα σαν έφηβη με συνοδό τον καλύτερο καβαλιέρο της εποχής. Τον πατέρα μου.
 
Ο μπαμπάς μυήθηκε στην δημοσιογραφία όταν τον κάλεσε ο Μίμης Δεσποτίδης, το 1960, για να γράψει στους «Δρόμους της Ειρήνης».  Θαύμαζα τα άρθρα του. Η γραφομηχανή δεν σταματούσε λεπτό στο σπίτι μας. Κι όταν έγραφε, έγραφε με τόσο πάθος που δεν ήθελε να τον διακόπτει κανείς! Αυτή η εικόνα του με ακολουθεί ακόμα και σήμερα. Το τσιγάρο στο χέρι, ο καφές δίπλα κι η γραφομηχανή να μην προλαβαίνει να ανασάνει. Δραστήριος δημοσιογράφος, δίκαιος και γενναιόδωρος με τους νέους συναδέλφους του. Δεν ήταν φιλόδοξος και δεν κυνήγησε ποτέ την καριέρα παρόλο που του προτάθηκαν σημαντικές δημοσιογραφικές θέσεις. Προτιμούσε να προχωράει με όχημα την δυνατή πένα του και τα αξιόλογα άρθρα του που άφησε παρακαταθήκη στον χώρο της δημοσιογραφίας. Δεν κουβέντιαζε συχνά μαζί μας για πολιτική. Ούτε μας καθοδήγησε ποτέ πολιτικά. Δεν ήταν δογματικός. Ξέρω όμως ότι η Αριστερά ήταν για εκείνον κάτι παραπάνω από μια ιδέα. Κι αυτή η παραπάνω ιδέα θα είχε τα συστατικά της δικαιοσύνης, της αλήθειας, του ανθρωπισμού, της συμπόρευσης.
 
Μόνιμη επιθυμία του πατέρα μου ήταν να δραπετεύσει στον Γαλατά. Τον τόπο που τον καθόρισε σαν έφηβο και που τον ακολούθησε σε όλη την ενήλικη ζωή του. Αυτό έγινε όταν πια μας άφησε, πολύ νωρίς , στα 64 του χρόνια . Θα τον κουβαλάμε μέσα μας. Άλλωστε είναι πάντα εδώ. Στη όμορφη πόλη της καρδιάς μας, στα μενεξεδένια βουνά της Κρήτης, σε μια νύχτα μαγικιά… στα όνειρά μας… στον φάρο… εκεί .
 
 
Η αφήγηση δημοσιεύτηκε στο τριμηνιαίο μουσικό περιοδικό Μετρονόμος, τ.χ. 69-70