Συναυλίες-αφιερώματα. Αφιερώματα σε έναν άνθρωπο της μουσικής. Από ένα πρόσωπο ή από περισσότερα. Από πρόσωπα που τον γνώρισαν ή τον πρωτοτραγούδησαν ή υπήρξαν συνάδελφοί του, αλλά και από νεώτερα πρόσωπα που καλούνται να καταθέσουν τη δική τους άποψη για τις δημιουργίες ή τις ερμηνείες του.

Τα εν λόγω αφιερώματα τα τελευταία χρόνια έχουν πληθύνει. Αφιερώματα με αναμενόμενες ή με απρόσμενες επανεκτελέσεις, με αναμενόμενες ή με απρόσμενες συμμετοχές, αλλά και με ιστορικές συναντήσεις επί σκηνής. Το ζητούμενο για μένα είναι πάντα η απήχησή τους στον κόσμο. Όχι μόνο με την εξωστρέφεια της τραγουδιστικής συμμετοχής του κοινού, αλλά και με αυτό που θα μείνει μετά χαραγμένο στη μνήμη του (μια και οι δισκογραφικές εκδόσεις γίνονται όλο και πιο δύσκολες για τέτοια γεγονότα).

 

Ο Μάνος Λοΐζος πρόλαβε να ζήσει την αποδοχή των τραγουδιών του στην εποχή τους, αλλά όχι την αλματώδη διείσδυσή τους στους ανθρώπους όλων των επόμενων γενιών μετά τη δική του, από τις νεαρές κιόλας ηλικίες. Κατά τη γνώμη μου αυτό έγινε γιατί τα τραγούδια του Λοΐζου – όπως και πολλών άλλων δημιουργών φυσικά – είναι τραγούδια που όχι μόνο ακούγονται, αλλά και τραγουδιούνται (δεν είναι πάντα αλληλένδετα αυτά τα δύο). Εξυπακούεται πως ισόποσο μερίδιο επιτυχίας ανήκει και στους στιχουργούς με τους οποίους συνεργάστηκε. Τραγούδια ερωτικά, κοινωνικά, λαϊκά, πολιτικά, ελαφρά, παιδικά... το έντεχνο ελληνικό τραγούδι δηλαδή σε όλες του σχεδόν τις εκφάνσεις.

 

Με βάση τα παραπάνω λοιπόν, ένα αφιέρωμα στον Μάνο Λοΐζο που θέλει να είναι ουσιαστικά διαφορετικό βαδίζει λίγο «στην κόψη του ξυραφιού». Ποντάρει μεν εκ του ασφαλούς σε διαχρονικά αγαπημένα τραγούδια, η διασκευή τους όμως ενέχει τον κίνδυνο να αφήσει το κοινό αδιάφορο και ενίοτε θυμωμένο. Πιστεύω πως το παρατεταμένο χειροκρότημα του κοινού το σαββατιάτικο βράδυ της 8ης Σεπτεμβρίου στο Ηρώδειο απέδειξε το αντίθετο.

 

Το εγχείρημα ήταν δύσκολο και ριψοκίνδυνο: μελωδίες του Μάνου Λοΐζου παιγμένες συμφωνικά από μεγάλη ορχήστρα. Ομολογώ πως δεν έχω τις γνώσεις και την εμπειρία στο να κρίνω συναυλίες με συμφωνικό ήχο. Αυτό όμως που άκουσα με έτερψε. Και όχι επειδή σπάνια έχω ακούσει κάτι αντίστοιχο, οπότε δεν έχω μέτρο σύγκρισης. Αλλά γιατί κατάλαβα πως οι διασκευές και οι ενορχηστρώσεις του Αντώνη Σουσάμογλου και του Λάζαρου Τσαβδαρίδη στα τραγούδια του Μάνου Λοΐζου έγιναν με γνώση, έμπνευση και σεβασμό. Εκτελέσθηκαν δε άριστα από την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης υπό τη διεύθυνση του σπουδαίου Μίλτου Λογιάδη, ενώ η Δήμητρα Γαλάνη, ο Φοίβος Δεληβοριάς και η Γιώτα Νέγκα ερμήνευσαν τα τραγούδια θέτοντας τις φωνές τους στην υπηρεσία της συμφωνικής ορχήστρας, κρατώντας ωστόσο τη μουσική τους ταυτότητα και προσωπικότητα.

 

Από τις ξεχωριστές στιγμές της βραδιάς το σμίξιμο της Δήμητρας Γαλάνη και της Γιώτας Νέγκα στο «Παλιό ρολόι», οι εκτός ορχήστρας εκτελέσεις της Δήμητρας Γαλάνη στην «Κουτσή κιθάρα» (με την κιθάρα της), του Φοίβου Δεληβοριά στο «Σ’ ακολουθώ» και των τριών στο «Ακορντεόν», τα δύο τελευταία με τη συνοδεία από σολίστ της ορχήστρας σε πιάνο και ακορντεόν αντίστοιχα.

 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον και πρωτοτυπία είχαν οι ενότητες της συμφωνικής σουίτας “Loizos recomposed” του Αντώνη Σουσάμογλου – παρών ως πρώτο βιολί στην ορχήστρα – με μικρά ή μεγάλα μέρη από μελωδίες του Μάνου Λοΐζου από όλο σχεδόν το φάσμα της μουσικής του, ακόμα και από λαϊκά τραγούδια που δεν αποτελούσαν τον κύριο κορμό του αφιερώματος. Εδώ ωστόσο υπάρχει και η μόνη μου ένσταση. Σε αυτά τα σημεία ακούστηκαν ολόκληρα οργανικά μέρη (κουπλέ – ρεφραίν) από τραγούδια που σε άλλο σημείο της συναυλίας ερμηνεύτηκαν και από τους τραγουδιστές. Θα προτιμούσα να ακουστούν ή με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, δίνοντας χώρο σε τραγούδια που μοιραία έμειναν εκτός.

 

Τέλος, χαριτολογώντας, ας μου επιτραπεί να παρατηρήσω πως δεν ήταν η πρώτη φορά που συνθέσεις του Μάνου Λοΐζου παρουσιάστηκαν τόσο διαφορετικά. Είχε συμβεί κάτι ανάλογο και στην αρχή της πορείας του στο ελληνικό τραγούδι, το 1965. Εδώ, από μικτή χορωδία για τις ανάγκες της ταινίας του Ορέστη Λάσκου «Μπετόβεν και μπουζούκι» στην οποία ο Μάνος Λοΐζος είχε γράψει μουσική και τραγούδια, όπως φαίνεται και στο παρακάτω βίντεο από το φινάλε της.

 

 


 * O Σιδερής Πρίντεζης είναι ραδιοφωνικός παραγωγός στο Δεύτερο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Το κείμενο αναδημοσιεύεται από τη σελίδα του στο facebook