Με ενδιέφερε πάντα η ματιά των καλλιτεχνών σε τραγούδια συναδέλφων τους. Είτε ως πειραγμένη διασκευή, είτε ως απλή επανεκτέλεση. Νομίζω πως ακόμα και η επιλογή αυτών των τραγουδιών και η κατανομή τους μέσα στο πρόγραμμα κάτι δείχνει. Πολύ περισσότερο λοιπόν όταν ένα ολόκληρο πρόγραμμα βασίζεται στα «τραγούδια των άλλων», όπως αυτό που επιμελήθηκε και παρουσιάζει ο Διονύσης Σαββόπουλος Δευτέρες του Ιουλίου στην «Ταράτσα του Φοίβου» με τραγούδια Ελλήνων συναδέλφων του. Τραγούδια που μαρτυρούν τις μουσικές του επιρροές από τους προηγούμενους, μαζί με αντίστοιχα μεταγενέστερα από καλλιτέχνες που βαδίζουν στα δικά του μονοπάτια ή απλά του άρεσαν.

 

Ήταν σαν να έβλεπα μπροστά μου να εξελίσσεται μια ραδιοφωνική εκπομπή από αυτές που προτιμώ. Αυτές δηλαδή τις πολυσυλλεκτικές που συνδυάζουν ετερόκλητα μεταξύ τους τραγούδια με συνδετικό κρίκο τον λόγο του παραγωγού. Και όταν στην συγκεκριμένη θέση βρίσκεται ο Διονύσης Σαββόπουλος με την επικοινωνιακή του αμεσότητα – χωρίς ωστόσο να εκμηδενίζει την απόσταση που τον χωρίζει από το κοινό - τότε το αποτέλεσμα είναι διπλά ελκυστικό. Όπως είπε και ο ίδιος είναι όλα κομμάτια της ψυχής του και η ανάγκη του συνδυασμού τους τον έκανε συνθέτη. Κάτι ανάλογο είχε κάνει σε πολύ μικρότερη κλίμακα πριν από λίγα χρόνια, στο δεύτερο μέρος μιας σειράς σποραδικών εμφανίσεων μαζί με τον Λουκιανό Κηλαηδόνη (ο οποίος μου έλειψε στο τωρινό πρόγραμμα, τουλάχιστον  τη βραδιά που το είδα).

 

Έτσι, μέσα σ’ ένα βράδυ πέρασε από τη σκηνή της «Ταράτσας» μία μικρογραφία της παλιότερης και πολύ πετυχημένης τηλεοπτικής εκπομπής του στην ΕΡΤ «Ζήτω το ελληνικό τραγούδι».

 

Με τη διάθεση, αλλά όχι και το άγχος, της εκπροσώπησης όσο γίνεται περισσότερων τάσεων από όλες σχεδόν τις γειτονιές της ελληνικής μουσικής του χθες και του σήμερα. Θα ήταν άδικο να μην αναφέρουμε τους εξαιρετικούς μουσικούς που συνδράμουν τα μέγιστα στο εγχείρημα : Γιώτης Κιουρτσόγλου (μπάσο), Βασίλης Χατζηνικολάου (πιάνο), Δημήτρης  Ρέππας (μπουζούκι), Καλλίστρατος Δρακόπουλος (ντραμς), Βαγγέλης Τούντας (βιολί), Εύη Μάζη (φλάουτο-φωνητικά). Με αυτό το σκεπτικό λοιπόν έσμιξαν οι μελωδίες  του Βασίλη Τσιτσάνη και του Μάνου Χατζιδάκι, του Αττίκ και του Νίκου Παπάζογλου, του Μάρκου Βαμβακάρη και του Μάνου Λοΐζου, του Γιώργου Ζαμπέτα και του Θανάση Παπακωνσταντίνου, του Γιάννη Παπαϊωάννου και του Σταμάτη Κραουνάκη, του Γρηγόρη Μπιθικώτση και του Σωκράτη Μάλαμα, του Γιώργου Μπάτη και του Φοίβου Δεληβοριά και πολλών ακόμα χωρίς να λείψουν παραδοσιακά αλλά και σύγχρονα ακούσματα, όπως και λίγα τραγούδια του Διονύση Σαββόπουλου σοφά τοποθετημένα σε συγκεκριμένα σημεία του προγράμματος που έκαναν ακόμα πιο ενδιαφέρουσα  τη ροή της βραδιάς και τις αφηγήσεις του.  

 

Ο Σαββόπουλος είναι ένας σπουδαίος μουσικός παραμυθάς ή όπως το λένε στον κινηματογράφο “storyteller”. Με τις ιστορίες εντός και πέριξ της μουσικής μπλέκει, χωρίς να μπερδεύει, ανθρώπους και εποχές του δικού του μουσικού σύμπαντος που είναι αναπόφευκτα οικουμενικό. Πάντα με τα τραγούδια του καθρέφτιζε την εκάστοτε εποχή, ενώ κάποιες φορές υπήρξε και προφητικός. Άλλωστε εκείνος είναι που κατάφερε να συγκεράσει τον παραδοσιακό ήχο με την ψυχεδέλεια, τη νεοκυματική ατμόσφαιρα με τον ηλεκτρισμό και την ποπ με το λαϊκό τραγούδι… σύμφωνα με τον αστεϊσμό (;) της Σωτηρίας Μπέλλου όταν την έβαλε να τραγουδήσει το «Ζεϊμπέκικο» που τώρα αποδίδει με τον οικοδεσπότη του Φοίβο Δεληβοριά.

 

Ανάλογο ενδιαφέρον με τον μουσικοστιχουργικό του λόγο, έχει και ο προφορικός λόγος του Σαββόπουλου. Επικριτικός και αυτοκριτικός, ενίοτε διδακτικός αλλά και στοχαστικός, φανερά ή κεκαλυμμένα πάντα πολιτικός. Νοσταλγικός  όταν θυμάται τα παιδικά του χρόνια και τα πρώτα του ακούσματα, αποκαλυπτικός όταν αναφέρεται στη μουσική σχολή της Θεσσαλονίκης  - που τόσο βοήθησε ο ίδιος στη διάδοσή της – τολμηρός όταν αλλάζει τα τελευταία λόγια στον «Κεμάλ», αλλά και  ευγνώμων όταν μιλά για τον Μάνο Χατζιδάκι και το πώς τον προστάτεψε όταν ήταν διευθυντής στο Τρίτο Πρόγραμμα και του ζήτησαν να κοπεί το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο» και ο Χατζιδάκις αντίθετα επανέλαβε τη μετάδοσή του. 

 

Τα λόγια του δε χαϊδεύουν αυτιά. Δρουν κάπως σαν το «το καρότο και το μαστίγιο». Κι ας το έχει πληρώσει στο παρελθόν (βλέπε «Κωλοέλληνες»). Κι ας έχουν υπάρξει φορές που θέλεις να του φωνάξεις «Δάσκαλε που δίδασκες…». Στο συγκεκριμένο πρόγραμμα, οι σκέψεις και οι ιστορίες ανάμεσα στα τραγούδια δεν τηρούν απλά τη «σαββοπουλική» συναυλιακή παράδοση. Δημιουργούν και μια εικόνα, μια τοιχογραφία της ελληνικής μουσικής δημιουργίας, έτσι όπως τη βλέπει ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της που πρωτοεμφανίστηκε τη δεκαετία του ’60, τότε που όλα άλλαξαν στο ελληνικό τραγούδι. Σε αυτό άλλωστε συνέβαλε κι ο ίδιος.

 

Κι έρχεται τώρα και κάνει κάτι όχι ως χρονικό (δεν ακολουθεί άλλωστε χρονολογική σειρά) ή ως απολογισμό, αλλά ως σχόλιο για την πορεία της ελληνικής κοινωνίας παράλληλα με το τραγούδι, αν και η παρακάτω δική του φράση δε σχετίζεται με την καλλιτεχνική δημιουργία στη χώρα αυτή : «Υπήρξαν εποχές που μας έλειπαν πολλά και δε μας έλειπε τίποτα και ήρθαν άλλες εποχές που είχαμε πολλά αλλά δεν είχαμε τίποτα».

 


* O Σιδερής Πρίντεζης είναι ραδιοφωνικός παραγωγός στο Δεύτερο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Το κείμενο αναδημοσιεύεται από τη σελίδα του στο facebook