Η βασισμένη στην ομότιτλη τραγωδία του Ευρυπίδη όπερα «Βάκχαι» του μέγιστου πρωτοπόρου της μουσικής του εικοστού αιώνα Ιάννη Ξενάκη δεν ηχογραφήθηκε ποτέ και παρουσιάστηκε ζωντανά μία και μοναδική φορά, στο Λονδίνο το 1993. Η δεύτερη φορά που παρουσιάστηκε διεθνώς ήταν στο πλαίσιο του κύκλου Ημέρες Μουσικού Θεάτρου της Εναλλακτικής Σκηνής της ΕΛΣ σε δύο παραστάσεις οι οποίες εύλογα ήταν sold out αρκετές ημέρες πριν.

Υπάρχουν πάρα πολλά που μπορούν να ειπωθούν για αυτό το ανέβασμα της όπερας «Βάκχαι» αλλά θα συνοψίσω την άποψη μου σε δύο πολύ βασικές διαπιστώσεις. Πρώτον, αυτή ήταν μια πολύ παράξενη παράσταση. Δεύτερον, ο Γιάννος Περλέγκας, εκτός φυσικά από εξαίρετος ηθοποιός, είναι ένας χαρισματικός και ευφυέστατος θεατρικός σκηνοθέτης που επιπλέον διαθέτει το – σπάνιο για ομότεχνους του και εξαιρετικά χρήσιμο για την περίσταση – προσόν του να γνωρίζει θεωρία μουσικής.

Στο εκτενές και λίαν αναλυτικό κείμενο του για την παράσταση ο Γιάννος Περλέγκας γράφει ότι προσπάθησε να αναπαραστήσει τρεις κόσμους, αυτόν της πίστης στον Διόνυσο, που επιστρέφει μαζί του στον τόπο όπου γεννήθηκε, εκείνον του βασιλιά Πενθέα και του ανακτόρου του και έναν τρίτο που επινόησε ο ίδιος και υλοποιείται από δύο γυναίκες οι οποίες σχηματικά είναι η μητέρα του Διονύσου Σεμέλη και η μητέρα του Πενθέα  Αγαύη και, αν και «βουβά πρόσωπα», παίζουν κομβικό ρόλο στο έργο και καθορίζουν την εξέλιξη του. Δηλώνω κατηγορηματικά ότι όχι μόνον παρέμεινε απόλυτα συνεπής σε αυτό το όραμα του αλλά και κατόρθωσε να το πραγματοποιήσει στο έπακρο. Το θέμα όμως είναι τι σήμαινε αυτή η πραγματοποίηση...

Σήμαινε πάρα πολλά, όχι πάντα σε συμφωνία μεταξύ τους, αρκετές φορές αντιφατικά και κάποιες άλλες εντελώς ετερόκλητα πράγματα. Ένα ενδυματολογικό περιβάλλον που παρέπεμπε κυρίως στο μπαρόκ, αλλά με δάνεια και από την αισθητική πολλών άλλων εποχών και ρευμάτων. Ένα σκηνικό που θα μπορούσε να θεωρηθεί μια φουτουριστική εκδοχή της αρχαίας/μυθολογικής Ελλάδας με πολλά επιπλέον στοιχεία από την επιστημονική φαντασία, ακόμα και από τα... κόμικ. Ανάμεσα στα άλλα αυτό περιλάμβανε και μια γιγαντιαία σφαίρα η οποία μετατράπηκε σε μπάλα με την οποία παίχτηκε ένα χορογραφημένο «παιχνίδι», δίκην ενός γκροτέσκου λούνα παρκ.

Υπήρχε ακόμα ένας Διόνυσος κάπου ανάμεσα σε χίπι και Ιησού Χριστό, αν όχι τομή αυτών των δύο. Δύο γυναίκες, οι προαναφερθείσες Σεμέλη και Αγαύη, που δεν έδειχναν τόσο να έχουν καταληφθεί από την ιερή μανία της διονυσιακής λατρείας ως Μαινάδες αλλά σε διαφορετικές στιγμές να είναι απλά δαιμονισμένες, ξωτικά αλλά και άγγελοι με τα γνωστά ανάλογα φτερά (!) και όλα αυτά ενώ αμφότερες έκαναν αρκετά χιλιόμετρα καθώς σε ένα μεγάλο μέρος της παράστασης έτρεχαν ασταμάτητα διαγράφοντας τον περίγυρο στης σκηνής (αν είχε κάνει το ίδιο και ο Μέσι ίσως η Αργεντινή να είχε άλλη τύχη στο Μουντιάλ!). Πάρα πολλοί συμβολισμοί με κόκκινο κρασί, αίμα ή μήπως και τα δύο ταυτόχρονα;

Τέλος, πιθανότατα αυτή πρέπει να είναι η πρώτη φορά διεθνώς που ένας μαέστρος στο μεγαλύτερο μέρος μιας παράστασης δεν διεύθυνε ένα ορχηστρικό σχήμα αλλά λειτουργούσε ως... ηθοποιός και με ουκ ολίγη μάλιστα σωματική ταλαιπωρία, από σπρωξίματα που τον έριχναν κάτω μέχρι χτυπήματα και – προσομοιώσεις φυσικά – δαγκωμάτων! Το ότι υπό αυτές τις συνθήκες κατόρθωσε να ανταποκριθεί άψογα, ιδανικά θα έλεγα, στις απαιτήσεις της αληθινής ιδιότητας του θα το χαρακτήριζα άθλο...

Εγώ θα παρατηρήσω μόνο ότι αν αναγνωρίζουμε στον Ξενάκη το δημιουργικό δικαίωμα να αφαιρέσει τα επεισόδια της τραγωδίας του Ευριπίδη και να κρατήσει μόνο τα χορικά εξαφανίζοντας έτσι τον χαρακτήρα του Πενθέα, γιατί να πρέπει να τον επαναφέρουμε αναθέτοντας μάλιστα στον διευθυντή της ορχήστρας να τον υποδυθεί; Ακόμα περισσότερο όμως θα σταθώ στο ότι είναι τουλάχιστον αδόκιμο να κατακερματίζεται κατά βούληση και για διαστήματα που ποικίλουν από λίγα δευτερόλεπτα μέχρι αρκετά λεπτά οποιοδήποτε σοβαρό μουσικό έργο. Αν μη τι άλλο έτσι χάνεται η όποια αίσθηση χρόνου και συνέχειας ήθελε να του δώσει ο συνθέτης του και δεν ξέρω αν τα οποιαδήποτε όρια της εκτελεστικής ελευθερίας μπορούν να φτάνουν μέχρι αυτού του σημείου.

Θέλοντας να είμαι όσο το δυνατόν περισσότερο αντικειμενικός θα πω ότι η σκηνοθεσία του Γιάννου Περλέγκα, ακόμα και στα σημεία που διαφώνησα κάθετα μαζί της, ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Θα ήθελα πάρα πολύ να τον δω να σκηνοθετεί την ίδια την τραγωδία του Ευριπίδη, θα με ενδιέφερε πολύ να παρακολουθήσω το αποτέλεσμα γιατί θεωρώ ότι ο τρόπος που πριν από όλα προσεγγίζει το ίδιο το κείμενο των «Βακχών» είναι όχι μόνο πρωτότυπος αλλά και από μια κατεύθυνση διαφορετική από των περισσοτέρων άλλων.

Από την άλλη όμως θα ήθελα ακόμα περισσότερο να παρακολουθήσω αυτή την σύντομη σε διάρκεια αλλά εκπληκτική και τόσο πολυσύνθετη «όπερα» του Ιάννη Ξενάκη ως τέτοια και μόνο και όχι μια σκηνική εκδοχή της. Αυτό θα μπορούσε πολύ ωραία να γίνει με τους ίδιους ακριβώς συντελεστές, με την εξαιρετική ερμηνεία των ARTéfacts Ensemble υπό την ακριβέστατη και λεπτομερειακή διεύθυνση του Νίκου Βασιλείου.

Έτσι, θα μπορέσω να εκτιμήσω ακόμα περισσότερο αλλά και να απολαύσω αυτή την μουσική που μετεωρίζεται συνεχώς ανάμεσα στην τονικότητα και την ατονικότητα όπως ακριβώς την έγραψε ο Ξενάκης. Να γοητευθώ ακόμα περισσότερο από το σχεδόν γρηγοριανό μέλος των χορικών που απέδωσε άριστα το δεκαεξαμελές γυναικείο τμήμα της χορωδία της ΕΡΤ. Να θαυμάσω το τόσο σύντομο και, τηρούμενων των αναλογιών, σχεδόν... rock σολιστικό μέρος του βαρύτονου Διονύσου που ερμήνευσε με εντυπωσιακό δυναμισμό ο Αρκάδιος Ρακόπουλος. Και τέλος να διαπιστώσω αν η συνεχής διαπάλη ανάμεσα στα drones – και όχι απλές τενούτες… - των έξι πνευστών και στα σετ όλων των ειδών κρουστών που παίζουν τρεις εκτελεστές και δεν δίνουν μόνο τους τελετουργικούς, κάποτε ακόμα και παγανιστικούς, ρυθμούς αλλά και, λίαν ανορθόδοξα, τα ελάχιστα έστω και ψήγματα μελωδιών, δεν συμβολίζουν τόσο την μάχη τάξης και χάους αλλά μιαν άλλη.

Την ατέρμονα μάχη ανάμεσα στην κάθε μορφής άκαμπτη, στυγνή εξουσία που επιζητεί να καθυποτάξει, αν όχι να εξαφανίσει, την απεριόριστη αλλά βασισμένη σε λογικές δομές ελευθερία του ανθρωπίνου πνεύματος, δηλαδή τον προαιώνιο αγώνα ο οποίος, κατά την γνώμη μου, βρισκόταν μόνιμα στο επίκεντρο της μουσικής αλλά και της φιλοσοφικής σκέψης του Ιάννη Ξενάκη.