Το πενθήμερο φεστιβάλ Equivalences – Ισοδυναμίες ήταν μια ιδέα του ποιητή αλλά και multimedia δημιουργού Δημοσθένη Αγραφιώτη - ο οποίος και το διοργάνωσε σε συνεργασία με την Camerata Europea - και είχε ως θέμα του την σχέση της μουσικής με την κινούμενη ή ακίνητη εικόνα. Περιλάμβανε εκθέσεις, συζητήσεις και φυσικά συναυλίες και καθώς αυτή του Δημήτρη Καμαρωτού ήταν η τελευταία του σχετικού διήμερου θα μπορούσαμε να πούμε ότι, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ήταν η κορύφωση του Equivalences όσον αφορά στο μουσικό του σκέλος.


Ο Δημήτρης Καμαρωτός εμπνεύστηκε από τα βίντεο και τις φωτογραφίες του Δημοσθένη Αγραφιώτη για να γράψει ένα έργο για κουαρτέτο εγχόρδων σε δύο μέρη, τα «Provision Green» και «Provision Multicolor» (προφανώς γιατί στο οπτικό υλικό από το οποίο εκκινούσε τα πρώτα κυριαρχούσε το πράσινο ενώ αντίστοιχα σε εκείνο του δεύτερου μια πολύ ευρύτερη χρωματική γκάμα). Την εκτέλεση του ανέλαβε ένα από τα πλέον έμπειρα αλλά και αντικειμενικά καλύτερα κουαρτέτα που διαθέτουμε, οι L’Anima (Στέλλα Τσάνη και Μπρουνίλντα - Ευγενία Μαλό βιολιά, Ηλίας Σδούκος βιόλα και Λευκή Κολοβού βιολοντσέλο). Η μέθοδος που ακολούθησε ο δημιουργός για την σύνθεση του, όπως λέει ο ίδιος, ήταν «η τεχνική μεταγραφής των γραφιστικών στοιχείων μιας εικόνας σε μουσική».

 

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο Δ. Καμαρωτός σάρωσε πολλαπλά τις εικόνες του Δ. Αγραφιώτη και στη συνέχεια συνδύασε και διαμόρφωσε τις αριθμητικές ακολουθίες που προέκυψαν σύμφωνα με την έμπνευση, την φαντασία και βέβαια τον τόσο προσωπικό τρόπο γραφής του. Το πάρα πολύ ενδιαφέρον ήταν ότι χρησιμοποίησε το κουαρτέτο ως σύνολο αλλά και (ταυτόχρονα σε πολλές περιπτώσεις!) κάθε μία από τις εκτελέστριες - αφού αυτές υπερτερούν αριθμητικά - ως αυτόνομη μονάδα, δίνοντας στο όργανο της την δική του διακριτή «φωνή».

 

Οπως το συνηθίζει η μουσική του κινείτο κατά μήκος, δηλαδή στις χρονικές περιόδους - και μάλιστα αμφίδρομα - και κατά πλάτος, σε πλείστα ιδιώματα, εντελώς ελεύθερα. Τονικά και ατονικά μέρη συνυπήρχαν, κάποιες φορές ακόμα και την ίδια χρονική στιγμή, εντελώς αβίαστα, όπως επίσης και τα pizzicati με τα μέρη με δοξάρια, είτε μεταξύ των βιολιών και των άλλων δύο οργάνων είτε ανάμεσα στα βιολιά. Παρατεταμένα ουνίσονα που κατέληγαν να είναι πολύ κοντά στο noise τα διαδέχονταν έντονα μελωδικά, ακόμα και λυρικά περάσματα ενώ άλλες φορές το αποτέλεσμα το οποίο παρήγαγε ο τρόπος που τα δοξάρια άγγιζαν τις χορδές και η ταχύτατη κίνηση τους δεν θα μπορούσε να αποκληθεί τίποτα άλλο παρά drones.

 

Στην εξέλιξη της σύνθεσης το προσεχτικό αυτί δεν μπορούσε να μην αναγνωρίσει, ακόμα και στα πιο ακραία δομικά και εκτελεστικά σημεία, μιαν υπόρρητη νοσταλγική διάθεση. Ηταν φανερό ότι στοιχεία από τις εικόνες του Αγραφιώτη ανακαλούσαν συναισθηματικές μετα - μνήμες του Καμαρωτού οι οποίες έβρισκαν διέξοδο και εκφράζονταν στην μουσική που έγραφε. Παράλληλα, αυτό συνέβαινε και σε ένα άλλο επίπεδο, η ίδια η γραφή του δηλαδή ανακαλούσε επίσης συναισθηματικές αλλά και βιωματικές, ακουστικές δηλαδή, μετα - μνήμες από ιδιώματα που αγαπάει ιδιαίτερα όπως τον γαλλικό ιμπρεσιονισμό ο οποίος προφανώς επί της ουσίας ακολουθούσε μια μεθοδολογία πολύ ανάλογη με το συγκεκριμένο έργο, τον σειραϊσμό, την αρχική ομάδα των ατονικών συνθετών της σχολής του Ντάρμστατ αλλά και την musique concrete.

 

Με τον τρόπο αυτό ο ψυχισμός του εισέβαλλε – δίχως ίσως καν να το συνειδητοποιεί ο ίδιος – σε μια καταρχήν εντελώς εγκεφαλική διαδικασία «χρωματίζοντας» συναισθηματικά την γραφή του, κάποιες φορές ακόμα και με σχεδόν συγκινητική ειλικρίνεια ως προς την προσωπικότητα του. Ίσως αυτός είναι και ο ιδανικός τρόπος για να πραγματωθεί αυτό που ο ίδιος δίνει σαν όνομα σε αυτή την μετα -προγραμματική μουσική, δηλαδή «συγκροτημένα τυχαία». Αν και βέβαια τελικά κάθε άλλο παρά τυχαία είναι, αντίθετα είναι μελετημένη σε εξαντλητικό βαθμό ακόμα και στην παραμικρή λεπτομέρεια της! Οι L’ Anima όχι μόνον εκτέλεσαν άψογα το σύνολο αλλά και απέδωσαν και ανέδειξαν με υποδειγματική ακρίβεια όλες αυτές τις λεπτομέρειες αποδεικνύοντας ότι επιπλέον είναι ένα από τα ελάχιστα ελληνικά κουαρτέτα εγχόρδων με τόσο μεγάλη μουσική «ευελιξία».

 

Είτε επενδύει θεατρικές παραστάσεις, είτε γράφει μουσική για δικά του προσωπικά projects είτε συνθέτει «κατά ανάθεση» όπως σε αυτή την περίπτωση το σταθερό χαρακτηριστικό του έργου του Δημήτρη Καμαρωτού είναι η συνεχής έρευνα για νέες και καινοτόμες δημιουργικές μα και εκφραστικές οδούς. Αν και όμως αυτό τον απασχολεί πριν και πάνω από όλα το ταλέντο, η ευρύτατη συνολική και όχι μόνο μουσική παιδεία του αλλά και ο πλούσιος συναισθηματικός του κόσμος τον κάνουν, δίχως καν να το προσπαθεί, να μην απευθύνεται μόνο στους μουσικολόγους ή σους κάθε λογής ειδήμονες αλλά σε οποιονδήποτε θεωρεί ότι ένα από τα πιο σημαντικά μα και σαγηνευτικά στοιχεία της μουσικής είναι ότι εξελίσσεται διαρκώς και εντέλει δεν σταματά ποτέ να αλλάζει.