Η εξέλιξη του project «Χειμωνιάτικο Ταξίδι» εντός του κύκλου Μετασχηματισμοί του Ελληνικού Σχεδίου έχει συνοπτικά ως εξής: Καταρχήν ο ιδρυτής του Ελληνικού Σχεδίου Δημήτρης Παπαδημητρίου και η καλλιτεχνική διευθύντρια του Ραλλού Βογιατζή αποδέχονται την πρόκληση να υιοθετήσουν το παιχνίδι/πείραμα του Διονύση Καψάλη να αποδώσει στα ελληνικά το ποιητικό έργο του Βίλχελμ Μίλερ επάνω στο οποίο γράφτηκε το εμβληματικό για την ρομαντική περίοδο της κλασικής μουσικής «Χειμωνιάτικο Ταξίδι» του Φραντς Σούμπερτ. Το αποτέλεσμα, πιθανότατα δηλαδή η πρώτη φορά διεθνώς που το «Χειμωνιάτικο Ταξίδι» ακούγεται σε άλλη γλώσσα από την γερμανική, παρουσιάζεται στην Στέγη Ιδρύματος Ωνάση τον Νοέμβριο του ’15. Λίγους μήνες αργότερα, τον Μάρτιο του ’16, οι Δημήτρης Παπαδημητρίου, Τάσος Ρωσόπουλος και Νίκος Ξυδάκης μελοποιούν, καθένας με τον δικό του τρόπο και εντελώς ανεξάρτητα από αυτόν του Σούμπερτ, αποσπάσματα της μετάφρασης του Δ. Καψάλη και τα παρουσιάζουν σε μια δεύτερη συναυλία.

 

 

Αφού λοιπόν μεσολάβησε η ίδια διαδικασία με το ανάλογο έργο του Ρόμπερτ Σούμαν σε ποίηση Χάινριχ Χαίνε «Ο Ερωτας Του Ποιητή» ενάμιυσυ χρόνο περίπου αργότερα το Ελληνικό Σχέδιο επέστρεψε στο «Χειμωνιάτικο Ταξίδι», τουλάχιστον στην ελληνική απόδοση του κειμένου του και ασχολήθηκε για τρίτη και υποθέτω τελευταία φορά μαζί του. Αυτή παρουσιάστηκαν και πάλι οι «τρεις πορείες», οι μελοποιήσεις δηλαδή των ισάριθμων συνθετών της προηγούμενης, αλλά σε εκδοχή για φωνή και πιάνο. Θα μπορούσε να τις αποκαλέσει κανείς και σύγχρονο lied και, υπό μιαν έννοια, το project έτσι επανήλθε θεωρητικά εκεί από όπου ξεκίνησε, στην φόρμα δηλαδή με την οποία είχε συνθέσει ο Σούμπερτ το έργο του.

 

Σε πρακτικό επίπεδο δημιουργούσε μερικές φορές μια σύγχυση η δομή του προγράμματος, το ότι δηλαδή ακουγόταν διαδοχικά το ίδιο απόσπασμα του ποιήματος και στις τρεις προσεγγίσεις του χωρίς ο ακροατής να γνωρίζει σε ποιον από τους συνθέτες ανήκε κάθε μια (μερικοί υπέρτιτλοι θα έλυναν το πρόβλημα πολύ εύκολα). Πάντως – και χωρίς να υποκύπτουμε σε αξιολογική σύγκριση, αυτή άλλωστε είχε αυθόρμητα γίνει στην πρώτη παρουσίαση τους – οι διαφορές ύφους των τριών δημιουργών ήταν φανερές και εύλογες, με βάση την δεδομένη τεχνοτροπία καθενός. Περισσότερο από όλους βασισμένος στην κλασική μουσική ο Δ. Παπαδημητρίου ο οποίος ανέκαθεν «πατούσε» σε αυτήν όσο ελάχιστοι άλλοι Έλληνες συνθέτες του είδους του και με τα συμφωνικά έργα του τα τελευταία χρόνια έχει εμβαθύνει ακόμα περισσότερο ώστε να την κατέχει πληρέστερα από ποτέ, επίσης με αφετηρία την κλασική αλλά με πολλές νεωτερικές παρεμβάσεις που φτάνουν ως και ατονικά περάσματα ο Τ. Ρώσόπουλος και τέλος με την γνωστή από όλο το έργο του ευρύτερα - και όχι μόνον ελληνική - ανατολίτικη και λιτή μελωδική του προσέγγιση ο Ν. Ξυδάκης..

 

Η σοπράνο Μυρσίνη Μαργαρίτη δεν χρειάζεται βέβαια πλέον να αποδείξει τις πολύ μεγάλες δυνατότητες της αλλά στη συγκεκριμένη περίσταση ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακή καθώς ερμήνευε στίχους γραμμένους από έναν άνδρα για το πως βιώνει το ερωτικό συναίσθημα και προορισμένους φυσικά να ερμηνεύονται επίσης από άνδρα. Άψογος και επαρκέστατος ο βαρύτονος Διονύσης Σούρμπης. Και τέλος υποδειγματική φυσικά η συνοδεία στο πιάνο του πολύ έμπειρου εξειδικευμένου accompanier Δημήτρη Γιάκα.

 

Από μουσικής και γενικότερα αισθητικής πλευράς λοιπόν το αποτέλεσμα ήταν άριστο, όπως μας έχει συνηθίσει σε όλες τις εκδηλώσεις του το Ελληνικό Σχέδιο, απομένει όμως το «διά ταύτα». Ποιος δηλαδή ήταν ο λόγος πραγματοποίησης αυτής της συναυλίας όταν τα ίδια ακριβώς έργα είχαν ήδη παρουσιαστεί με απλά διαφορετική ενορχήστρωση; Αν ο λόγος ήταν ακριβώς η τελευταία δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι η φόρμα του lied δεν είναι καθόλου θελκτική στον μέσο ακροατή και ιδιαίτερα αυτόν που δεν είναι έστω κάπως εξοικειωμένος με την κλασική μουσική. Μπορεί να δεχτεί το σχήμα φωνή – πιάνο μόνον όταν πρόκειται για υλικό που γνωρίζει πολύ καλά και όχι για νέες και επιπλέον όχι και απλούστατες (ειδικά στις περιπτώσεις των Παπαδημητρίου και Ρωσόπουλου) συνθέσεις. Αν λοιπόν η ιδέα ήταν ότι έτσι θα προσελκυόταν κοινό που δεν τις είχε ακούσει την πρώτη φορά δεν λειτούργησε καθόλου. Η πληρότητα της μεγάλης σκηνής της Στέγης ήταν κατά πολύ μικρότερη της χωρητικότητας της, κάτι που παρατήρησα για πρώτη φορά σε όσες συναυλίες του Ελληνικού Σχεδίου έχουν πραγματοποιηθεί εκεί.

 

Ακόμα όμως και αν έτσι οδηγηθούμε υποχρεωτικά στο συμπέρασμα ότι η συναυλία απευθυνόταν στο «μυημένο» και συνειδητοποιημένο μουσικόφιλο κοινό που ενδιαφέρεται για το πρωτότυπο και διαφορετικό παραμένει το ερώτημα του τι του προσέφερε αν είχε παρακολουθήσει την πρώτη παρουσίαση των ιδίων έργων. Κρίνοντας από τον εαυτό μου τίποτα, δεν απεκόμισα μεγαλύτερη αισθητική απόλαυση από την πρώτη φορά, ούτε φυσικά άλλαξε στο παραμικρό η άποψη μου για την προσέγγιση καθενός από τους τρεις δημιουργούς και ούτε καν είδα να «φωτίζονται» κάποιες σκοτεινές ως τότε για εμένα πλευρές των έργων.

 

Όσον αφορά λοιπόν εμένα η συναυλία αυτή θα μπορούσε πολύ ωραία να μην έχει πραγματοποιηθεί. Απέχει αυτό και, αν ναι, κατά πόσον από το να χαρακτηριστεί περιττή; Αυτή όμως είναι μια ερώτηση που μπορεί να απαντήσει μόνον καθένας/ία για τον εαυτό του/της καθώς έχει να κάνει με το τι περιμένει να εισπράξει από την εμπειρία της ζωντανής μουσικής πράξης. Για αυτό και θα τελειώσω μόνο θέτοντας την και δίχως να την απαντήσω καθώς θεωρώ ότι αν το έπραττα θα υπερέβαινα το όριο μεταξύ της κατά το μέγιστο δυνατόν αντικειμενικής κριτικής και της υποκειμενικής προσωπικής άποψης.