Να πω εξαρχής ότι, προσωπικά τουλάχιστον, δεν μπορώ να μην είμαι ευνοϊκά προκατειλημμένος απέναντι σε ένα φεστιβάλ που οι υπεύθυνοι του δήλωναν εκ των προτέρων ότι μέσα στις προβλέψεις τους ήταν ότι δεν θα έκαναν απόσβεση, κοινώς θα «έμπαιναν μέσα». Αυτό δείχνει την αληθινή αγάπη τους για την μουσική, την σωστή σχέση τους με το χρήμα, σαφώς δηλαδή και ενδιαφέρονται να κερδίσουν αλλά όχι και να κερδοσκοπήσουν ασύστολα από αυτό που κάνουν και, σημαντικότερο ίσως όλων, φανερώνει μια ρεαλιστική αντίληψη και εκτίμηση των πραγμάτων στην συναυλιακή «βιομηχανία».

 

Ακριβώς για αυτό λοιπόν θα μου επιτρέψουν να κάνω μερικές φιλικές παρατηρήσεις για την διοργάνωση ως σύνολο πριν αρχίσω την αποτίμηση αυτών που παρακολούθησα. Πιστεύω καταρχήν ότι τέσσερις (αν συμπεριλάβουμε και την «προκαταρκτική» στο «Temple», έναν νέο συναυλιακό χώρο στο Γκάζι, στην θέση του πρώην «Koοkoo Bar», που ακόμα δεν έχει κάνει τα επίσημα εγκαίνια του και τον διαχειρίζεται η εταιρεία η οποία διοργάνωσε και το φεστιβάλ) ημέρες είναι πάρα πολλές, ειδικά για φεστιβάλ κλειστού χώρου. Ο κόσμος δεν έχει ούτε την αντοχή αλλά ούτε και το χρόνο να παρακολουθήσει τόσες ακόμα και αν το θέλει, παίρνοντας παράδειγμα από τον εαυτό μου και την «εισαγωγική» ημέρα για την οποία είχα ανειλημμένη υποχρέωση αλλού τουλάχιστον δύο εβδομάδες πριν. Οσο θελκτική και αν γίνει η τιμή του κοινού για όλες τις ημέρες εισιτηρίου δεν μπορεί να αντιστρέψει αυτόν τον παράγοντα.


Όσον αφορά τώρα σε κάθε μεμονωμένη ημέρα είναι πεποίθηση μου εδώ και πολλά χρόνια ότι, ειδικά σε κλειστό χώρο και πάλι, το όριο των ονομάτων που εμφανίζονται πρέπει να είναι τα τέσσερα. Έστω και ένα παραπάνω αυξάνει τόσο την συνολική διάρκεια ώστε, μαζί με τις υπόλοιπες συνθήκες όπως η ορθοστασία κ.λπ. ακόμα και σε έναν αληθινά άριστο συναυλιακό χώρο όπως το «Fuzz», δοκιμάζει τις σωματικές πριν από όλα αντοχές του κοινού. Η σημαντικότερη όμως παρατήρηση μου έχει να κάνει με το line up κάθε ημέρας. Όσο δηλαδή και αν κατανοώ απόλυτα το concept που εκφράζει και υποδηλώνει ο τίτλος «Η αδελφότητα του ήχου» και προσωπικά δεν θα μπορούσα να συμφωνώ περισσότερο μαζί του γνωρίζω πολύ καλά ότι ο τόσος πλουραλισμός και σε τόσο σύντομη μάλιστα εναλλαγή δεν ελκύει καθόλου την πλειοψηφία. Είδα κόσμο να έρχεται πολύ αργά ή αντίθετα να φεύγει πρόωρα, χωρίς να δει ένα όνομα που ήθελε, ακριβώς γιατί μεσολαβούσε ένα άλλο το οποίο δεν τον ενδιέφερε. Για αυτό και θεωρώ πιο επιτυχημένη ημέρα την δεύτερη που είχε το πλέον ομοιογενές πρόγραμμα – ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα ονόματα εμένα δεν με αφορούν, τόσο πολύ ώστε ειλικρινά ούτε μου πέρασε από να πάω! – και η απόδειξη είναι ότι είχε τον περισσότερο κόσμο από όλες τις υπόλοιπες.


Στο διά ταύτα οι πρώτοι που παρακολούθησα την πρώτη ημέρα, οι Φινλανδοί Circle, αυτή η μπάντα – χαμαιλέοντας που μάλλον αρέσκεται στο να έκπλήσσει και τον ίδιο τον εαυτό της με τις συνέχεις εναλλαγές της προς κάθε πιθανή κατεύθυνση του ευρύτατα εννοούμενου rock, κέρδισαν τον κόσμο με την ευρηματικότητα αλλά και το πηγαίο χιούμορ (και όχι «πλακίτσα») τους.


Οφείλω να ομολογήσω ότι το όνομα του φεστιβάλ που περίμενα πιο ανυπόμονα να δω ήταν οι Βρετανοί μέγιστοι πρωτοπόροι του πειραματικού ηλεκτρονικού – και μη – ήχου Nurse With Wound και για αυτό η εμφάνιση τους στάθηκε μια μικρή απογοήτευση προσωπικά για εμένα. Όλα τα γνώριμα στοιχεία τους ήταν εκεί όπως τα ξέραμε, οι χαλαρές δομές που σταματούν ένα βήμα πριν γίνουν τυπική ambient, τα found samples, οι απωανατολίτικοι ρυθμοί, η εντελώς αυθόρμητη επιμειξία τόσων ιδιωμάτων σε ένα ενιαίον όλον, η τόσο έντονη, υποβλητική, κάποτε ακόμα και μυσταγωγική ατμοσφαιρικότητα τους και ίσως αυτό ακριβώς να είναι το πρόβλημα. Ηταν ακριβώς τα ίδια όπως και στο τέλος της δεκαετίας του ’70 που πρωτοεμφανίστηκαν, σχεδόν σαράντα χρόνια μετά ο Steven Stapleton δεν έχει καταφέρει να εξελίξει παρά ελάχιστα το αρχικό ιδιοφυές concept του. Οπως και αν έχει πάντως respect σε έναν true maverick, έναν αληθινό...οραματιστή του ήχου!


Οι headliners της βραδιάς, οι Αμερικανοί Soft Moon, ήταν πολύ δυναμικοί και γενικά αξιοπρεπέστατοι. Αυτό δηλαδή που μπορεί να είναι το κατά βάση στούντιο project ενός και μόνον ανθρώπου (του Luis Vasquez, ουσιαστικά Soft Moon δεν είναι παρά ένα ψευδώνυμο του) όταν πρέπει να παίξει και ζωντανά όπως κάνει κάθε άλλο rock συγκρότημα.


Ο πρώτος που παρακολούθησαν την τελευταία ημέρα ήταν ο Σκότος Drew McDowall και με όλο τον σεβασμό σε κάποιον που έχει διατελέσει μέλος πολλών σημαντικότατων ονομάτων του πειραματισμού ή και της avant garde (Psychic TV, Coil) η εμφάνιση του ήταν η ζωντανή απόδειξη για αυτό που δίδαξε ο θεμελιωτής της ambient, ο μέγιστος Brian Eno, δηλαδή ότι οφείλει να έχει ένα μελωδικό υπόβαθρο, αν δεν είναι τονικό ας είναι πεντατονικό ή και ατονκό ακόμα, οποιοδήποτε αρκεί να υπάρχει. Στα drones του McDowall αυτό απουσίαζε εντελώς με αποτέλεσμα να είναι τρομερά κουραστικά, αν όχι απίστευτα βαρετά.


Το άκρως αντίθετο δηλαδή από τους Αγγλους Zonal που προσεγγίζουν τον industrial ήχο με φαντασία και άποψη αλλά πάνω από όλα με συγκροτημένες δομές και εμφατικούς, ακόμα και χορευτικούς ρυθμούς, όπως όμως και μια menace ορατή ακόμα και στην σκηνική τους παρουσία, ένα thrash metal συγκρότημα που απλά δεν έχει κιθάρες αλλά ηλεκτρονικά! Αυτό ακριβώς δηλαδή που θα ανέμενε κανείς από τους....Techno Animal αφού οι Zonal δεν είναι παρά η συνέχεια στο σήμερα του ιστορικού και τόσο ιδιοσυγκρασιακού διδύμου που εφάρμοσε την μεθοδολογία του πλέον ακραίου metal στην electronica!


O Thurston Moore έχοντας το ίδιο απλό και βασικό σχήμα (δυο κιθάρες, μπάσο και ντραμς) αλλά και ντράμερ με τους Sonic Youth καταφέρνει, δίχως να προσπαθεί ιδιαίτερα και σχεδόν....διακριτικά, να προχωρεί αρκετά αυτό που έκανε επί τόσα χρόνια με τους Αμερικανούς «τρομοκράτες της κιθάρας» ενώ δεν μπορείς να μην εκτιμήσεις και την τόσο θετική διάθεση που αποπνέει στην σκηνή. Τέλος o Αυστραλός αλλά εγκατεστημένος μόνιμα στην...Ισλανδία Ben Frost παρουσιάζει ένα εξαιρετικά εντυπωσιακό φωτιστικά και γενικότερα οπτικά show αλλά ίσως ξεχνάει να επενδύσει στην κατά κύριο λόγο ηλεκτρονική μουσική του όσα και στην ζωντανή «εικόνα» της.


Πάντως ο μουσικός απολογισμός του πρώτου και αναμφίβολα «trial» The Fraternity Of Sound έχει σαφέστατα θετικό πρόσημο, ειδικά για ένα πολυσυλλεκτικό όσο δεν πάει άλλο φεστιβάλ. Δεν έχω παρά να ευχηθώ στους διοργανωτές του για το επόμενο – και πρώτο «κανονικό» - που ξέρω ότι ήδη το προετοιμάζουν και το περιμένω με ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον...καλή επιτυχία!