Το jazz μέρος της νέας σεζόν για την ΣΙΩ εγκαινιάστηκε με έναν μουσικό αρκετά διαφορετικό από τους περισσοτέρους άλλους του ιδιώματος. Ο εξηντατριάχρονος σήμερα κιθαρίστας Marc Ribot, ξεκινώντας δίπλα στον Tom Waits, έχε συνεργαστεί ως session μουσικός με έναν εντυπωσιακό μεγάλο αριθμό σημαντικότατων αμερικανικών και όχι μόνον ονομάτων σε ένα ευρύτατο πεδίο που αρχίζει από την jazz και το rock και εκτείνεται μέχρι την σύγχρονη λόγια μουσική, τον αυτοσχεδιασμό αλλά ακόμα και τον καθαρό «θόρυβο» (noise).

 

 

Στην αρχική εκδοχή τους Young Philadelphians συναποτελούσαν ο μπασίστας Jamaaladeen Tacuma και ο ντράμερ Calvin Weston, αμφότεροι όντως γεννημένοι στη Φιλαντέλφια, φίλοι από την παιδική τους ηλικία και στη συνέχεια μέλη του τελευταίου γκρουπ που σχημάτισε ο μέγιστος της free jazz Ornette Coleman – και με τους οποίους ο Ribot είχε συνυπάρξει αρκετές φορές στο παρελθόν, σε διάφορες ηχογραφήσεις ή επί σκηνής - και η κιθαρίστρια Mary Halvorson («μαθήτρια» ενός άλλου σπουδαίου της free jazz, του Anthony Braxton) συν ένα τρίο εγχόρδων, δύο βιολιά και βιολοντσέλο. Η μόνη αλλαγή που έχει συμβεί από τότε είναι ότι την θέση της Halvorson έχει πάρει ο μπασίστας Al MacDowell κάνοντας τους Young Philadelphians ένα από τα ελάχιστα συγκροτήματα οποιουδήποτε ιδιώματος με...δύο μπασίστες στη σύνθεση τους.

 

Το τι θα έπαιζαν οι Young Philadelphians ήταν δεδομένο εξαρχής και από αυτό άλλωστε πήραν και το όνομα τους, κυρίως διασκευές τραγουδιών αλλά και ορχηστρικών συνθέσεων της Philly soul, δηλαδή της έκφανσης της soul που άνθησε στη Φιλαντέλφια – και ήταν πολύ διαφορετική από εκείνη της εταιρείας Motown του Ντιτρόιτ αλλά και της Stax του Μέμφις – και της σε μεγάλο βαθμό μετεξέλιξης αυτού του ιδιώματος, δηλαδή της πρώιμης disco. Όταν πρόκειται όμως για μουσικούς αυτού του τύπου δεν έχει τόση σημασία το τι είδους και φύσης πρωτογενές υλικό επιλέγουν αλλά ο τρόπος που το προσεγγίζουν. Η προσέγγιση των Young Philadelphians στο δικό τους διαθέτει αστείρευτη φαντασία αλλά κυρίως άφθονο χιούμορ, τόσο ώστε να σταματάει ακριβώς στο σημείο που μια συναυλία παραμένει τέτοια και πριν μετατραπεί σε – όντως αστεία πάντως – κωμωδία!

 

Γνωρίζοντας αυτά πήγα στην εμφάνιση τους με αρκετά υψηλές προσδοκίες και οφείλω να πω ότι αρκετές παράμετροι της με απογοήτευσαν στην αρχή. Τα έγχορδα στην καλύτερη περίπτωση υποχρησιμοποιούνταν και στην χειρότερη ήταν ανύπαρκτα ενώ η προσπάθεια του Marc Ribot να διευθύνει τόσο αυτά όσο και την υπόλοιπη μπάντα ενώ ταυτόχρονα έπαιζε ήταν τουλάχιστον ατυχής. Δεν μπόρεσα επίσης – και εξακολουθώ να μην μπορώ – να καταλάβω γιατί έπρεπε και να, ας πούμε, «τραγουδάει» με την φωνή του που είναι πολύ κάτω του μετρίου, αντίθετα με εκείνη του ντράμερ Calvin Weston που, αν και τον συνόδευε, είναι τουλάχιστον επαρκής ως ερμηνευτής.

 

Αυτό όμως που με απογοήτευσε περισσότερο ήταν το γεγονός ότι το παίξιμο του ηγέτη της μπάντας υπολειπόταν, αν δεν ήταν αρκετά κατώτερο, των άλλων τριών μελών της. Μετά όμως θυμήθηκα την ομολογία του σε μια συνέντευξη, ότι το γεγονός πως ενώ είναι αριστερόχειρ έμαθε να παίζει με κιθάρα για δεξιόχειρες και έτσι συνέχισε περιόρισε την τεχνική του τόσο ώστε να μην μπορέσει ποτέ να γίνει ένας αυθεντικός jazz μουσικός «ακόμα και αν το ήθελε» και σε πολύ μεγάλο βαθμό δικαιολόγησα γιατί συμβαίνει αυτό.

 

Όσο περνούσε όμως η ώρα τα πράγματα βελτιώνονταν όλο και περισσότερο. Ο Ribot άρχισε να συντονίζεται πιο πολύ με τους υπόλοιπους και αυτό μου επέτρεψε να εκτιμήσω χωρίς τίποτα πια να με εμποδίζει τις απίστευτες αληθινά ικανότητες του γκρουπ. Οι Jamaaladeen Tacuma και Calvin Weston, πέραν από την τεράστια αξία τους ως μονάδες, μετά από τις αναρίθμητες φορές που έχουν παίξει μαζί σε πολλά διαφορετικά projects συναποτελούν μια κυριολεκτικά γρανιτένια rhythm section, κατά την γνώμη μου μιαν από τις δέκα κορυφαίες διεθνώς αυτή την στιγμή. Η αποκάλυψη όμως ήταν ο Al MacDowell. Παίζοντας συνεχώς το μπάσο του διαμέσου του πεντάλ της σουρντίνας ενός ηλεκτρικού πιάνου (!) έβγαζε έναν ήχο κυριολεκτικά wah wah κιθάρας που δεν θύμιζε σχεδόν καθόλου το όργανο του και ο οποίος επιπλέον ήταν...funky as fuck, όπως μάλλον θα έλεγε ένας Αμερικανός.

 

Ο Ribot, αν και ο ίδιος δεν έπαιξε ποτέ με τον Ornette Coleman, τους καθοδηγούσε σε μιαν αρμολωδική προσέγγιση - που πρώτος επινόησε και χρησιμοποίησε σε τέτοια έκταση ο τελευταίος - του υλικού τους η οποία διατηρούσε μόνο την εντονότατη ρυθμική του αίσθηση ενώ κατά τα υπόλοιπα το άλλαζε τρομερά, κάποιες φορές ακόμα και το μεταμόρφωνε πραγματικά. Μαζί και με την ολοφάνερη σκηνική χημεία τους, το μεταδοτικό κέφι απάντων και το χιούμορ τους, όπως κυρίως εκφραζόταν από τα λακωνικά αλλά και (αυτό)σαρκαστικά σχόλια του Ribot ανάμεσα στα κομμάτια, παρήγαγε ένα αποτέλεσμα που δεν μπορούσες να μην θαυμάσεις αλλά και να μην σε ικανοποιήσει αισθητικά απόλυτα. Μπορεί να μην ακούσαμε ακριβώς jazz εκείνο το βράδυ αλλά τελικά ήταν μια θαυμάσια συναυλία, από εκείνες που όχι μόνον απολαμβάνεις αλλά και μετά το φινάλε τους φεύγεις με ένα πολύ πλατύ χαμόγελο!

 

Δεν μπορώ όμως καταλήγοντας να μην προσθέσω κάτι για το φανερά αρκετά πιο ετερόκλητο από άλλες συναυλίες στην ΣΙΩ ακροατήριο. Ορισμένοι/ες φαίνονταν να έχουν την εντύπωση ότι βρίσκονταν σε ένα show αναβίωσης της soul ή ακόμα και της disco της δεκαετίας του’70. Δεν γνωρίζουν μάλλον ότι μόνον αν αγαπάς πάρα πολύ κάτι θέλεις, μπορείς και τολμάς να το σατιρίσεις εκ των έσω τόσο πολύ όσο έκαναν οι κύριοι στην σκηνή!