Ο συνθέτης, ενορχηστρωτής, μαέστρος και σολίστ της κλασικής κιθάρας Απόλλων Κουσκουμβεκάκης έχει ήδη ετοιμάσει τον τρίτο δίσκο του «Αλατοπίπερο» του οποίου όλα τα τραγούδια ερμηνεύει η – ούτως ή άλλως κυριότερη συνεργάτιδα του από το ’14 που ξεκίνησε την προσωπική δημιουργική διαδρομή του – Ειρήνη Τουμπάκη. Οπως ήταν φυσικό λοιπόν τα τραγούδια αυτού του δίσκου αποτέλεσαν τον κορμό της συναυλίας χωρίς όμως να λείπουν και αρκετά από τους δύο προηγούμενους του αλλά και οι διασκευές που τόσο αγαπά. Για αυτό άλλωστε, εκτός από την Ε. Τουμπάκη, συμμετείχε και η επίσης τακτική συνεργάτιδα του τον τελευταίο καιρό Άννα Ματσούκα αλλά και μια πολύ νέα ερμηνεύτρια, μαθήτρια του στο τμήμα αισθητικής του τραγουδιού στο ωδείο όπου διδάσκει, η Κατερίνα Τσιτουρίδου που έκανε την πρώτη μόλις εμφάνιση της σε κοινό!

 

 

Το σχήμα που τις συνόδευε ήταν το ίδιο με την εμφάνιση του Α. Κουσκουμβεκάκη στο «Holy Wood Stage» και πάλι τον Μάιο το οποίο, κατά τα φαινόμενα, έχει πλέον καθιερώσει για τις συναυλίες του σε σχετικά μικρούς χώρους. Ο ίδιος στην κλασική κιθάρα και άλλοι τρεις εκλεκτοί σολίστ, η Μαρία Σπυράτου στο πιάνο, η Ροδούλα Χαντζή στο φλάουτο και ο Μιχάλης Σουλάκης στο κοντραμπάσο, ένα ολιγομελές και για αυτό ευέλικτο σύνολο και απολύτως κατάλληλο όχι μόνο για το συνθετικό αλλά και για το ιδιαίτερα προσωπικό – και βασισμένο πρώτιστα στην κλασική παιδεία του – ενορχηστρωτικό ύφος του δημιουργού.

 

Τα νέα τραγούδια παρουσιάζουν πολύ πληρέστερα και τελειότερα την εξαρχής απολύτως συγκροτημένη συνθετική τεχνοτροπία του Α, Κουσκουμβεκακη αλλά με αυτά θα ασχοληθώ εκτενέστερα και διεξοδικότερα όταν κυκλοφορήσει ο δίσκος. Μια συναυλία κρίνεται επί της βάσης των απόδοσης των συντελεστών στη σκηνή και του τι προσφέρει στο κοινό της. Όσον αφορά στο πρώτο σκέλος η ανέκαθεν πολύ καλή Ειρήνη Τουμπάκη έχει ωριμάσει κατά πολύ, τόσο ως προς την βαθύτητα των ερμηνειών της όσο και στην τεχνική της. Αν και εκ φύσεως και επίσης μεγάλης – αντίστροφα με την ηλικία της – εμπειρίας αυθεντικά λαϊκή φωνή έχει εξελιχθεί τόσο ώστε να μπορεί να αποδώσει άνετα και επιπλέον δίνοντας τους το δικό της στίγμα τραγούδια που κινούνται στις απώτατες παρυφές του ιδιώματος της ή ακόμα και ανήκουν στην περιοχή του λόγιου.

 

Η ακόμα νεότερη – και ήδη δημοφιλέστατη, όπως έδειξαν οι ενθουσιώδεις αντιδράσεις του κοινού - Άννα Ματσούκα έχει εξελιχθεί το ίδιο ίσως μεν αλλά ακόμα πιο σύντομα. Με βάση την jazz παιδεία της κινείται σε ένα πολύ ευρύτερο ελληνικό μα και διεθνές ρεπερτόριο, από όλες τις εκφάνσεις – εκτός από την βαρύτερη – του λαϊκού και του λόγιου τραγουδιού μας μέχρι μάμπο και άλλες πλευρές του latin με έμφαση στις λεπτομέρειες κάθε τραγουδιού και υποδειγματική τονική ακρίβεια ακόμα και στα δυσκολότερα περάσματα. Τέλος η νεότερη όλων Κατερίνα Τσιτουρίδου πέρασε μεθ’επαίνων τις «εξετάσεις» της ενώπιον κοινού καθώς αναμφίβολα έχει ταλέντο, ολοφάνερα εργάζεται σκληρά πάνω στην τεχνική της και επιπλέον διαθέτει φρεσκάδα μα και αυθορμητισμό και κέφι επάνω στη σκηνή όπως φαίνεται και από την επιλογή της να ερμηνεύσει το «Ρίκο, Ρίκο, Ρίκοκο» του Τάκη Μωράκη που, ως γνωστόν, είχε πει η αείμνηστη Αλίκη Βουγιουκλάκη στην ταινία του 1959 «Η Μουσίτσα»!

 

Αυτό μας φέρνει στο σχεδόν δεύτερο ήμισυ των συναυλιών του Α. Κουσκουμβεκάκη, δηλαδή των διασκευών που κάνει εκτός από τα δικά του τραγούδια. Διασκευών που στο μεγαλύτερο ποσοστό τους είναι τραγουδιών του συνθέτη που τον έχει επηρεάσει πριν και πάνω από όλους, του Μανου Χατζιδάκι αλλά επίσης και των Γιαννίδη, Σπανού, Πλέσσα, Χατζηνάσιου και άλλων εκλεκτών εκπροσώπων της ελληνικής μουσικής του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα. Ο Κουσκουμβεκάκης αντιμετωπίζει τα πρωτότυπα όλων αυτών των τραγουδιών με τον δέοντα σεβασμό αλλά κάθε άλλο παρά επιχειρεί απλά να τα αναπαράγει πιστά, δηλαδή δουλικά. Αντίθετα τα εμπλουτίζει με πολλές λεπτομέρειες και τους δίνει άλλες διαστάσεις, συχνά μην διστάζοντας να αλλάξει δραστικότατα την ρυθμολογία, το τέμπο ή άλλες παραμέτρους τους και εντάσσοντας τα έτσι στην προσωπική του αισθητική και όραμα για το τι είναι τραγούδι.

Καθοριστικό ρόλο στο τελευταίο, τόσο στις διασκευές όσο φυσικά ακόμα περισσότερο στα δικά του τραγούδια, παίζουν οι ενορχηστρώσεις του οι οποίες ομολογουμένως δεν μοιάζουν με κανενός άλλου σημερινού Ελληνα δημιουργού. Δεν θα ήταν υπερβολή αν έλεγα ότι, εφαρμόζοντας με γνώση αλλά και φαντασία την μεθοδολογία της κλασικής μουσικής, αντιμετωπίζει κάθε τραγούδι σχεδόν σαν μια μικρή...,συμφωνία, αξιοποιώντας στο έπακρο ακόμα και την παραμικρή δυνατότητα των – τεσσάρων σε αυτή την περίπτωση – οργάνων που έχει στην διάθεση του. Οπως και κάθε άλλη φορά έτσι και αυτή οι μουσικοί του, όλοι μόνιμοι συνεργάτες του, ήταν άριστοι, ικανοί όχι μόνο να υποστηρίξουν αλλά και να αναδείξουν τις τόσο σύνθετες όσο και όμορφες ενορχηστρώσεις του.

 

Όσον αφορά τώρα στο τι εισέπραξε ο κόσμος το κοινό που είχε γέμισε το «Holy Wood Stage» (η συναυλία ήταν sold out ήδη από την προπώληση) πήρε πάρα πολλά. Στην συντριπτική τους πλειοψηφία γνώριζαν καλά την μουσική του Απόλλωνα Κουσκουμβεκάκη και έτσι απόλαυσαν μια «χορταστική» (διαρκείας πάνω από τριών ωρών χωρίς το διάλειμμα) συναυλία, διασκέδασαν αλλά ταυτόχρονα και ψυχαγωγήθηκαν αληθινά και μοιράστηκαν μαζί του την άποψη του για το τι είναι και κυρίως τι πρέπει να σημαίνει το τραγούδι σήμερα. Μια άποψη η οποία θα μπορούσε πολύ ωραία να συνοψιστεί στην πρόταση της καλαισθησίας και της ομορφιάς ως αντίδοτο όχι μόνο στο παντός είδους κιτς της καθημερινότητας μας αλλά ακόμα και στις τόσες προσωπικές και τις ακόμα περισσότερες οικονομικές, δηλαδή επί της ουσίας κοινωνικές, δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, όλοι και όλες μας.