Το έργο του Δημήτρη Μαραμή, μετά το ήδη επιτυχημένο ξεκίνημα του στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ στο ΚΠΙΣΝ τον Μάιο και αφού μεσολάβησε μια διαδρομή του σε αρκετές περιοχές της Ελλάδας με συναυλιακή (concertante) μορφή, έκλεισε τον κύκλο του με μια πανηγυρική παράσταση στο Ηρώδειο. Καθώς όμως το musical είναι ένα ιδιαίτερο σύνθετο ιδίωμα (πόσο μάλλον ένα βασισμένο στο εμβληματικό κείμενο της κρητικής Αναγέννησης «Ερωτόκριτος» του Βιτσέντζου Κορνάρου που, όπως είχε σημειώσει και ο αείμνηστος Σπύρος Ευαγγελάτος όταν το είχε ανεβάσει με το «Αμφιθέατρο» του, αν και διαλογικό δεν είναι θεατρικό!) θεωρώ σωστό η κριτική αποτίμηση του να γίνει χωριστά ως προς τα σκέλη τα οποία το συναποτελούν και όχι συνολικά.

 

Καταρχήν πιστεύω ότι τόσο ο Δημήτρης Μαραμής που, μένοντας μεν απόλυτα πιστός σε αυτό, προσάρμοσε ελεύθερα το κείμενο για τις ανάγκες της μουσικής του όσο και ακόμα περισσότερο ο Κωνσταντίνος Ρήγος ο οποίος σκηνοθέτησε την παράσταση  πολύ διορατικά είδαν μέσα σε αυτό κάτι που πολύ πιθανόν ήταν αθέατο – δηλαδή υποσυνείδητο – ακόμα και για τον ίδιο τον Κορνάρο. Ναι, φυσικά και ο «Ερωτόκριτος» είναι ένα πολύ σημαντικό και εξαιρετικά όμορφο έργο με το πλέον προαιώνιο θέμα, τον έρωτα. Κάποιοι μάλιστα φτάνουν να το συγκρίνουν με το πιο αριστουργηματικό ίσως τέτοιο έργο, το περίπου σύγχρονο του «Ρωμαίος Και Ιουλιέτα» του Σέξπιρ. Κάτω όμως από αυτή την επιφάνεια υπάρχει ένα εξίσου σημαίνον, αν όχι ακόμα περισσότερο, δεύτερο επίπεδο. Ο «Ερωτόκριτος» είναι ένα κείμενο που αμφισβητεί ανοιχτά την εξουσία επισημαίνοντας τα δεινά τα οποία επιφέρει στον άνθρωπο. Κάθε είδους εξουσία, την οικογενειακή/πατρική, την πολιτική – που στην συγκεκριμένη περίπτωση συνενώνονται στο πρόσωπο του Ρήγα – και οποιαδήποτε άλλη.

 

Όταν λοιπόν ο Κωνσταντίνος Ρήγος καταλήγει στο σημείωμα του για την παράσταση με την φράση «ο Ερωτόκριτος είναι ένα επαναστατικό κείμενο για την αγάπη» ίσως να μη συλλαμβάνει και ο ίδιος την βαρύτητα αλλά και το βαθύτερο νόημα της. Ο «Ερωτόκριτος» είναι ένα κείμενο για την επανάσταση ενάντια στην εξουσία, την δυνάστευση του ανθρώπου. Μια επανάσταση με επίμαχο το καλύτερο αντίδοτο στην εξουσία, τον έρωτα που με την λυτρωτική δύναμη του απελευθερώνει τον άνθρωπο και ο οποίος ταυτόχρονα είναι το πιο αποτελεσματικό μέσο, το ισχυρότερο όπλο για αυτή την επανάσταση.

 

Αν αυτό ίσχυε μία φορά για την Κρήτη του δεκάτου εβδόμου αιώνα φυσικά ισχύει επί χίλια στην σημερινή διεθνοποιημένη – και όχι παγκοσμιοποιημένη, θα επιμείνω στην λέξη γιατί κάνει πολύ μεγάλη διαφορά – πραγματικότητα κα στην υπό διαρκή κρίση Ελλάδα του 2017. Η απόφαση λοιπόν του Κ. Ρήγου να εκσυγχρονίσει το έργο,  να το φέρει όχι απλά στο σήμερα αλλά σε ένα, ακόμα άδηλο και άχρονο μέλλον, κρίνεται όχι μόνον απόλυτα δικαιολογημένη αλλά και ορθότατη. Από εκεί και πέρα έχω αρκετές ενστάσεις για συγκεκριμένες συνιστώσες αυτού του εκσυγχρονισμού, κυρίως την χορογραφία, μερικά στοιχεία των σκηνικών και κάποια από τα κουστούμια του Γιώργου Σεγρεδάκη. Αυτές όμως είναι θέμα αισθητικής καθενός ή και, ακόμα πιο απλά, του προσωπικού μου γούστου.

 

Στον ερμηνευτικό/υποκριτικό τομέα τα πράγματα ήταν συνολικά σε ένα πολύ υψηλό επίπεδο. Ο οκταμελής ανδρικός χορός – και παρά τις αντιρρήσεις μου για την κίνηση του – ήταν φωνητικά αρτιότατος, τόσον ως μονάδες όσο προφανώς και συνολικά. Από τους πέντε πρωταγωνιστές/ιες θα σταθώ σε τρεις. Πριν από όλους στην έκπληξη της παράστασης, για εμένα τουλάχιστον. Ο αυτοδίδακτος ποπ τραγουδοποιός και ερμηνευτής Γκωτιέ Βελισσάρης με κάποια μαθήματα jazz τραγουδιού έχει μετατραπεί σε έναν άριστο ερμηνευτή του ιδιώματος που στα – όχι και πάρα πολλά – μέρη του ως Πολύδωρος πραγματικά κυριαρχούσε στην σκηνή με τον δυναμισμό αλλά και την αυτοπεποίθηση του.

 

Ο Θοδωρής Βουτσικάκης – που, πέραν φυσικά από το ότι είναι ο ιδανικός εκφραστής της φωνητικής μουσικής του Δημήτρη Μαραμή, έχει αρχίσει να κάνει μια σειρά εκλεκτών συνεργασιών με άλλους συνθέτες – διαθέτει το σπάνιο χάρισμα να βασίζεται στην στερεότατη κλασική παιδεία του και να την αξιοποιεί στο έπακρο αλλά λησμονώντας την όταν αυτό χρειάζεται και ανακαλώντας την ακαριαία όταν είναι απαραίτητο. Ο Ερωτόκριτος του – και εντός φυσικά του μουσικού πλαισίου του έργου – ήταν απλά τέλειος, με μια ευρύτατη φωνητική και συναισθηματική γκάμα, λεπτομερειακός και ακριβέστατος ακόμα και στο τελευταίο γύρισμα της φωνής του. Μια ακόμα λαμπρή παρουσία  από έναν ερμηνευτή ο οποίος ωριμάζει διαρκώς και εξελίσσεται σε έναν από τους καλύτερους και πιθανότατα στον πλέον ολοκληρωμένο της γενεάς του.

 

Εκείνη όμως που κυριολεκτικά έκλεψε την παράσταση ήταν για εμένα η Ιωάννα Φόρτη. Η Νένα της ισορροπούσε άψογα ανάμεσα σε κωμικές στιγμές μιας σχεδόν επιθεωρησιακής σουμπρέτας και σπαρακτικά μέρη μιας μέτζο σοπράνο σε μιαν από τις πλέον απαιτητικές όπερες τους κλασικού ρεπερτορίου. Όλα αυτά με υποδειγματική φωνητική σταθερότητα, ταχύτατες εναλλαγές από ένα μουσικό ύφος σε άλλο, βιωματική αίσθηση και όχι μόνο θεωρητική γνώση της jazz και υποκριτικό μπρίο, ακόμα και αισθησιασμό όταν αυτό ήταν απαραίτητο. Η Ι. Φόρτη είναι μια λυρική ερμηνεύτρια τρομερά μεγάλων δυνατοτήτων και ικανή να αντεπεξέλθει με πλήρη επιτυχία σε ακόμα περισσότερα από τα ήδη αρκετά ιδιώματα με τα οποία έχει ασχοληθεί μέχρι τώρα.

 

Ο θριαμβευτής όμως της παράστασης ήταν φυσικά αυτός που είχε την ιδέα της και έγραψε την μουσική της, ο Δημήτρης Μαραμής. Δίχως να το προσπαθήσει, ίσως χωρίς καν να το σκεφτεί, ο Δ. Μαραμής με τον «Ερωτόκριτο» ανανεώνει αποφασιστικά και καθοριστικά το musical, ειδικά για τα δεδομένα της χώρας μας στην οποία το ιδίωμα έχει σχεδόν ανύπαρκτη γηγενή παράδοση. Εκκινώντας από αυτό που δεν μπορεί παρά να είναι η απαρχή κάθε musical, την jazz, με την κλασική παιδεία του πάντα στο φόντο και εμπλουτίζοντας τες με στοιχεία από αρκετά ακόμα ιδιώματα έγραψε ένα έργο γεμάτο από πλούσιες, γενναιόδωρες και κάποιες φορές πανέμορφες μελωδίες.

 

Η ενορχηστρωτική επιλογή του για αυτό ήταν ευφυέστατη, καταρχήν ένα κουαρτέτο εγχόρδων στο οποίο αντικατέστησε το δεύτερο βιολί με κοντραμπάσο που, μαζί με τα ντραμς, αποτελούσε μια στιβαρότατη rhythm section, η οποία στήριζε τα τρία πνευστά, σαξόφωνο, τρομπέτα και τρομπόνι. Επί της ουσίας δηλαδή σχημάτισε ένα jazz γκρουπ ενισχυμένο με έγχορδα του οποίου κορωνίδα και πρωταγωνιστής – αναπόφευκτα ίσως – ήταν το πιάνο του. Ως προς αυτό δεν μπόρεσα να μην εκτιμήσω για άλλη μια φορά τον εκτελεστή Δημήτρη Μαραμή, έναν εκπληκτικό σολίστ του πιάνου ο οποίος ούτε που διανοείται να κάνει επίδειξη της δεξιοτεχνίας του αλλά πάντα την βάζει στην υπηρεσία της μουσικής του και μόνο σε αυτήν Στην συγκεκριμένη περίπτωση μάλιστα καταφέρνοντας ταυτόχρονα να διευθύνει αποτελεσματικότατα τους εξαίρετους άλλους οκτώ μουσικούς, ένα ακόμα ταλέντο του θαυμάσιου δημιουργού.

 

Αυτό που δεν ξέρω αν συνειδητοποιεί ο Δημήτρης, όταν λέει ότι αντλεί από δύο μεγάλες δεξαμενές, της κλασικής και της ελληνικής παραδοσακής μουσικής, είναι μιαν ακόμα πλευρά του. Γιατί μέσα του, αναμφίβολα πια, κρύβεται ένας αληθινός jazz μουσκός ο οποίος μάλιστα στην περίπτωση του «Ερωτόκριτου» έπεται μόνον του συνθέτη με καταβολές στην κλασική μουσική και προηγείται κατά πολύ όποιων και όσων επιρροών έχει δεχθεί από την ελληνική!

 

Εν κατακλείδι πάντως και παρά τις όποιες επιμέρους επιφυλάξεις οποιουδήποτε η απόφαση της διεύθυνσης της ΕΛΣ καταρχήν να τον εμπιστευτεί και να του αναθέσει διαμέσου της Εναλλακτικής Σκηνής της την υλοποίηση  της ιδέας, του για τον «Ερωτόκριτο», το πρώτο πρωτότυπο ελληνικό έργο που παραγγέλνει η ΕΛΣ στη νέα αποχή της στο ΚΠΙΣΝ και στη συνέχεια, με την παράσταση στο Ηρώδειο, να το εντάξει στο επίσημο πλέον ρεπερτόριο της δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί απολύτως επιτυχημένη. Ενα πρώτο δείγμα, θέλω να ελπίζω, ότι η σελίδα του επί δεκαετίες απηρχαιωμένου βιβλίου με τίτλο «λυρικό θέατρο στην Ελλάδα» αρχίζει επιτέλους να γυρίζει.