Πόσο κοστίζει μια ρομαντική εφηβεία, δυο αμετανόητοι ροκάδες και 6500 κόσμος να τους αποθεώνει; Η απάντηση σ’ αυτήν την "μουσική πράξη" είναι ο απολογισμός της χθεσινοβραδινής sold out συναυλίας του Γιάννη Αγγελάκα και του Παύλου Παυλίδη στην Τεχνόπολη. H θερμοκρασία ήταν στα ύψη πριν ακόμα φτάσουν οι 100οC επί σκηνής.

 


γράφει η Μαρίτα Αλημίση


 

O Παύλος Παυλίδης άνοιξε τη βραδιά με πάθος και πρωτόγνωρη διάθεση. Είπε Ξύλινα Σπαθιά, είπε ποιήματα, είπε και μερικά καινούργια τραγούδια που μας έφεραν τόσο κοντά, εκ νέου.... Το κοινό, έχοντας συνηθίσει έναν πιο εσωστρεφή Παυλίδη, καλωσόρισε τον παλιό (ή τον καινούριο) εαυτό του με έκπληξη και τελικά αποθέωση. «Αντικαταπλητικά», «Μαίρη», «Ατλαντίς», «Ρόδες», «Ο βασιλιάς της σκόνης». Ποιος αλλάζει αυτή την εκδοχή του με οποιαδήποτε άλλη όσο καλή κι αν είναι;

 

Ο Έλληνας «ποιητής του ροκ» έχει καταφέρει όσο λίγοι τραγουδοποιοί να επανεφευρίσκει μέσα στα χρόνια τον εαυτό του και  παράλληλα να κρατάει άσβεστο τον εφηβικό μας έρωτα για εκείνον. Και χθες το βράδυ αυτό επισφραγίστηκε με τον καλύτερο τρόπο αφού χόρευε σαν παιδί που βρισκόταν κάτω απ’ τη σκηνή κι ο κόσμος τραγουδούσε σαν να βρισκόταν επάνω. Ένα συναυλιακό αλισβερίσι που από δεδομένο, τα τελευταία χρόνια, έχει γίνει περιζήτητο.


Και μετά τον έρωτα, ήρθε η αγάπη. Ο Γιάννης Αγγελάκας βγήκε αιρετικός και ατρόμητος όπως πάντα, μ’ αυτήν τη μοναδική σχέση με το κοινό να σείει τα θεμέλια της μουσικής μας παιδείας. Οι αριστουργηματικοί στίχοι των κομματιών παρέα με την παραληρηματική μουσική του ξεκίνησαν μια γιορτή δίχως τέλος, μα με σαφή αρχή:  Την κουλτούρα και το ήθος του καλλιτέχνη μέσα κι έξω από τα τραγούδια του. Μάλλον είναι αυτό που βάζει τα κομμάτια του παζλ στη σωστή θέση και λύνει πολλές απορίες σχετικά με την επιτυχία στις μέρες μας. Ο κόσμος, ένα ανήμερο θεριό τραγουδούσε και χόρευε όχι μόνο μπροστά στο κάγκελο αλλά σε όλη την Τεχνόπολη ακόμα κι εκεί που η εικόνα δεν φαινόταν μα ο ήχος έφτανε ζωντανός, και αυτό είναι πραγματικά δύσκολο να συμβεί αν η συναυλία δεν είναι πραγματικά σπουδαία.


Η σύμπραξη των δύο μεγάλων στο τέλος υπήρξε στ’ αλήθεια εκρηκτική. Ο ένας έδινε χώρο στον άλλο αυτόματα και φυσικά, κάτι που οφείλει κάθε σημαντικός να κάνει εκεί πάνω στον συμπρωταγωνιστή του. Τραγουδούσαν άλλοτε αγκαλιασμένοι και άλλοτε αντίκρυ, μ’ έναν σεβασμό που αντηχεί την αξία τους μα και με την ζεστασιά των παλιόφιλων που ξανασμίγουν για τσίπουρα μετά από χρόνια.

 

Κανείς δεν καπέλωσε κανέναν, οι ήχοι δεν «μπερδεύτηκαν» ποτέ αδέξια και η συναυλία που όλοι περιμέναμε υπήρξε πράγματι ιστορική. Στο ανκόρ της βραδιάς, θυμηθήκαμε εκστασιασμένοι έναν προς έναν τους λόγους που αυτοί οι δύο τύποι -ασυμβίβαστοι φύσει και θέσει- έγραψαν τις ιστορίες του ελληνικού ροκ. Μαζί με μερικούς ακόμα που κατεβαίνουν μόνο αν θέλουν να γελάσουν.

 

Και χθες ήταν σίγουρα όλοι κάπου εκεί, μαζί μας.