Με βάση την επικοινωνία της παράστασης περίμενα μια σόλο εμφάνιση του Wim Mertens, μόνο τον ίδιο με το πιάνο και, λιγότερο, τη φωνή του. Αντί για αυτό όμως τον είδα να βγαίνε στη σκηνή μαζί με ένα κουαρτέτο εγχόρδων το οποίο ήταν... διπλά ενισχυμένο, αφενός με κοντραμπάσο (συνολικά  δηλαδή πέντε μουσικοί) και αφετέρου με αληθινή ηλεκτρική ενίσχυση, όπως άλλωστε και το πιάνο και φυσικά και η φωνή του Wim Mertens. Ομολογουμένως όμως μια πλευρά μου χάρηκε με την διαπίστωση αυτού του λάθους καθώς θεώρησα ότι η μουσική εμπειρία που θα ακολουθούσε θα ήταν σίγουρα πιο πλήρης, αν όχι και πλέον ολοκληρωμένη, από μιαν απλή πιανιστική εμφάνιση όπως οι άλλες του Βέλγου δημιουργού στην χώρα μας.

 

 

Σύντομα όμως άρχισα να εκνευρίζομαι για τον ακριβώς αντίθετο λόγο, όχι δηλαδή για την εσφαλμένη αρχική μου εντύπωση αλλά για το ότι δυστυχώς αυτή δεν ήταν σωστή! Και αυτό γιατί πίστεψα – ίσως υπερβολικά, μπορεί και εντελώς άδικα, οφείλω να το παραδεχτώ - ότι η ύπαρξη του πενταμελούς συνόλου που συνόδευε τον Mertens ήταν η μοναδική ή έστω η κυριότερη αιτία για το ότι η συναυλία εξελισσόταν πολύ κατώτερα από ότι την ανέμενα. Το νέο έργο του Wim Mertens «Dust Of Truths», τελευταίο μέρος μιας τριλογίας το οποίο εμπνεύστηκε στην προηγούμενη συναυλία του στην Ελλάδα, στο αρχαίο ανάκτορο του Τιβέριου στη Νικόπολη, στην καλύτερη περίπτωση δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί άνισο.

 

Μια σειρά από ορχηστρικές στην πλειοψηφία τους συνθέσεις αν και η φωνή του (η οποία με το πέρασμα του χρόνου δεν είναι βέβαια εκείνη του κόντρα τενόρου που ήταν κάποτε) ήταν, ευτυχώς ή δυστυχώς, πολύ συχνά παρούσα. Επίσης τα μέρη των υπολοίπων οργάνων λειτουργούν απλά και καθαρά συνοδευτικά στο πιάνο του, σε βαθμό που να υποψιάζεσαι βάσιμα ότι τα έγραψε μετά την σύνθεση του έργου και δεν αποτελούσαν εξαρχής δομικό τμήμα της.  

 

 

Δεν βοηθούσε βέβαια σε αυτό και το γεγονός ότι οι υπόλοιποι μουσικοί, χωρίς φυσικά να είναι κακοί, ολοφάνερα δεν διέθεταν εκείνο το «κάτι περισσότερο» το οποίο θα τους διαφοροποιούσε από τους τόσους άλλους μουσικούς ορχήστρας και θα τους έδιννε δικαιολογημένα τον τίτλο του σολίστ. Μοναδική εξαίρεση η όντως θαυμάσια πρώτη βιολίστρια στην οποία, διόλου συμπτωματικά, ο συνθέτης είχε εμπιστευθεί τα πλέον απαιτητικά μα και εντυπωσιακά μέρη πλην των δικών του, φτάνοντας σε κάποια σημεία περισσότερο να λειτουργεί παρά να παίζει αντιστικτικά ως προς τα θέματα. Τέλος, η ηλεκτρική ενίσχυση του ήχου, καθόλου απαραίτητη για ακουστικά όργανα στο Ηρώδειο, υπονόμευε ακόμα περισσότερο το τελικό αποτέλεσμα καθώς του στερούσε την φυσική ambience του χώρου, ένα ατού για οποιοδήποτε ακρόαμα εκεί.

 

Το κυριότερο όμως πρόβλημα του «Dust of Truths» είναι ότι οι μελωδίες του είναι μάλλον φτωχές και δυστυχώς πολύ μέτριες από πλευράς έμπνευσης και επίσης είναι πολύ επιφανειακό συναισθηματικά. Ακούγοντας το προσπαθούσα να καταλάβω τι είχε απογίνει ο αυθεντικός, πηγαίος λυρικός πλούτος – παρά την απλότητα και την αυστηρότατη οικονομία που πάντα χαρακτήριζε τη γραφή του πλέον άξιου Ευρωπαίου μαθητή της αμερικανικής μινιμαλιστικής σχολής – μα και το συναισθηματικό βάθος του δημιουργού που με είχε μαγέψει με τις πρώτες του δουλειές, όταν ακόμα χρησιμοποιούσε το σχήμα/ψευδώνυμο Soft Verdict και αργότερα με το, εμβληματικό για το νεολασικό ιδίωμα θα μπορούσα να πω, soundtrack του γα την ταινία του Πίτερ Γκριναγουέι «The Belly Of An Architect».

 

Το «Σκόνη των αληθειών» σε ένα πρώτο επίπεδο – δεδομένων και των συνθηκών υπό τις οποίες εμπνεύστηκε το έργο – σημαίνει την κυριολεκτική και μεταφορική σκόνη του χρόνου η οποία σκεπάζει τα αρχαία μνημεία και πρέπει να την αφαιρέσουμε για να διακρίνουμε λίγη έστω από την πραγματικότητα των παλαιότερων πολιτισμών οι οποίοι τα δημιούργησαν. Μήπως όμως είναι και η αναπόφευκτη τελική κατάρρευση όλων όσων θέλουμε να πιστεύουμε ότι είναι αλήθειες ενώ δεν είναι παρά αυθαίρετες διανοητικές κατασκευές ή και απλές αυταπάτες ώστε να αποκαλυφθούν οι λίγες πραγματικές και ουσιαστικές αλήθειες της ζωής;

 

Προεκτείνοντας όμως αυτόν τον συλλογισμό μήπως εντέλει αφορά και στην αντίληψη ή και ψευδαίσθηση που έχει πλέον ο ίδιος ο Mertens για τον εαυτό του και την μουσική του; Δεν υποστηρίζω ότι πρόκειται για έναν δημιουργό που δεν έχει καλές προθέσεις ή, πολύ χειρότερο, ψεύδεται στο ακροατήριο του για να το αυξήσει, όπως είχε σχολιάσει ο ίδιος κάποτε τιτλοφορώντας με αυτοσαρκασμό ένα κομμάτι του «Maximizing The Audience». Εκείνο που θέλω να πω είναι πως ο κάποτε τόσο προικισμένος μετα-κλασικιστής και avant  garde ακόμα συνθέτης έχει πάψει πια να είναι τόσο συνεπής ή έστω ειλικρινής με την εσωτερική αλήθεια του. Οποια και αν είναι αυτή και αν βέβαια εξακολουθεί να υφίσταται...

 

 

Και ποια θα ήταν η πλέον κατάλληλη χώρα για να εμπνευστεί αλλά και να παίξει ένα εργο στο οποίο συμβαίνει αυτό από εκείνη των συνεχών τεράστιων ψεμάτων που προβάλλονται ως αταλάντευτες αλήθειες, από το «λεφτά υπάρχουν» μέχρι το «θα σκίσουμε τα Μνημόνια»; Την χώρα που φοβάται ή και  καταδικάζει την σοβαρότητα αλλά αποθεώνει την σοβαροφάνεια; Την χώρα στην οποία, τέλος Ιουλίου και με τις διακοπές πολλών να έχουν ήδη αρχίσει, σχεδόν γεμίζει ένα αρκετά μεγάλο αρχαίο θέατρο για να δει τον «πολύ» Wim Mertens δίχως όμως ορισμένοι από τους θεατές να έχουν ακούσει έστω και ένα κομμάτι του με αποτέλεσμα στα είκοσι λεπτά να αρχίσουν οι πρώτες αποχωρήσεις που γίνονταν όλο και πιο μαζικές καθώς περνούσε η ώρα...

 

Και υπήρχε άραγε πιο ταιριαστός χώρος για να συμβεί αυτό από το Ηρώδειο; Είναι φαίνεται νομοτέλεια εφέτος να βλέπουμε εκεί μύθους αν όχι να καταρρέουν πάντως να απογυμνώνονται και τον Wim Mertens να αποτελεί ίσως ακόμα μεγαλύτερη απογοήτευση από τον Yann Tiersen πριν δυο εβδομάδες, αν και λογικά θα ανέμενε κανείς το αντίθετο.

 

Τα πράγματα στο δεύτερο μέρος βελτιώθηκαν αρκετά για τον πολύ απλό λόγο ότι ο εξηνταττετράχρονος δημιουργός έπαιξε μερικά παλαιότερα, πιο γνωστά στο κοινό αλλά και, κακά τα ψέματα, πολύ ανώτερα από το νέο έργο κομμάτια του. Και πάλι όμως το signature tune του, το περίφημο «Struggle For Pleasure», δεν παίχτηκε φυσικά άσχημα αλλά είχε ελάχιστη από την ουσία και ναι, την αλήθεια της αυθεντικής του εκτέλεσης ή ακόμα και έτσι όπως το είχε παίξει μόνος του στο Θέατρο Βράχων πριν πολλά χρόνια.

 

Καθώς τα δάκτυλα του σχημάτιζαν πάνω στο κλαβιέ τις μελαγχολικές αλλά και τρυφερές σαν χάδι συγχορδίες του «Close Cover» εξαντλημένος από την ζέστη αλλά και την τόση ώρα στα πέτρινα καθίσματα του Ηρωδείου πήγαινα ήδη προς την έξοδο και για κάποιο λόγο η σκέψη που κυριαρχούσε στο μυαλό μου ήταν μια όλως αυθαίρετη παραλλαγή του εμβληματικότερου στίχου του ποιήματος του Νίκου Εγγονόπουλου «Μπολιβάρ» που ελπίζω να μου επιτρέπεται να την μεταφέρω και εδώ.

 

Mertens είσαι σοφός σαν Έλληνας διανοούμενος αλλά δυστυχώς όχι σαν αρχαίος φιλόσοφος...