Το σκηνικό τελείως λιτό. Ένα μεγάλο πιάνο με ουρά, δύο toy πιάνο μπροστά μπροστά, ένα βιολί στο δάπεδο λίγο πιο πλάι πάνω στη θήκη του με ένα μικρόφωνο και 4-5 μεγάλες λάμπες χωρίς πολύ φως. Το σκηνικό στημένο περίμενε τον αγαπημένο συνθέτη και μουσικό.

 

 

Η αναμονή και η προσδοκία του ελληνικού κοινού ήταν μεγάλη καθώς έμπαινε ευδιάθετο στις κερκίδες του Ηρωδείου και τα εισιτήρια είχαν εξαντληθεί αρκετές μέρες νωρίτερα (λογικό). Η λέξη που ακούστηκε τις περισσότερες φορές ήταν «Αμελί», αλλά όποιος παρακολουθεί λίγο παραπάνω τον καλλιτέχνη μάλλον ξέρει ότι δεν παίζει στα live του μουσική από αυτήν την ταινία και είναι σαφώς άδικο και μη αντιπροσωπευτικό να τον κυνηγάει σε όλη του τη ζωή…

 

Αυτή τη φορά, δεν γνωρίζαμε τι θα δούμε ή τι θα ακούσουμε. Το concept της περιοδείας είναι άλλο. Ο Yann Tiersen περιοδεύει ανά τον κόσμο μόνος του. Φαίνεται να περνάει κι αυτός την «μπλέ» περίοδό του και να θέλει ακόμα και στη σκηνή λίγη απομόνωση. Η εσωστρέφεια αυτή φαίνεται και στον τελευταίο του δίσκο “EUSA”, αλλά και στον τρόπο που έχει επιλέξει να ζει.

 

Η συναυλία ξεκίνησε με τον ίδιο να μπαίνει στα σκοτεινά και να κάθεται στο πιάνο. Για περίπου 40 λεπτά δεν σηκώθηκε από αυτό και σταμάτησε 2 ή 3 φορές παίρνοντας ένα ζεστό χειροκρότημα. Το solo project του είναι ό,τι πιο εσωστρεφές έχει κάνει μέχρι τώρα σε επίπεδο ζωντανών εμφανίσεων. Δεν μπορώ να πω ότι ενθουσίασε τόσο το κοινό. Κάποια στιγμή δε, πριν σηκωθεί για να παίξει κάτι στο βιολί (το έκανε συνολικά τρεις φορές) μάλλον είχε γίνει λίγο κουραστικό. Περίμενες μια εξέλιξη που δεν ερχόταν. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι αυτό που ακούγαμε δεν ήταν καλό, ή δεν μπορούσε να σε παρασύρει και να σου δημιουργήσει συναισθήματα. Ξέρουμε καλά ότι ο Yann Tiersen θέλει και μπορεί να ξυπνήσει τις αισθήσεις μας.

 

Καθόλη τη διάρκεια της συναυλίας ένα μπομπινόφωνο γύριζε αργά πάνω στη σκηνή ως σκηνογραφική πινελιά που έμοιαζε όμως μια μικρή λεπτομέρεια στο επιβλητικό background του Ηρωδείου. Καθώς αυτό γύριζε ακουγόταν φυσικοί ήχοι (αέρας, πουλία κλπ) κάτω από τις νότες του πράγμα που δημιουργούσε μια ατμόσφαιρα φύσης, την οποία έχει αγαπήσει ιδιαίτερα τελευταία, όπως βλέπετε και στο παρακάτω βίντεο:


 

Κάποια στιγμή λοιπόν σηκώθηκε από το πιάνο και πήγε λίγο πιο πέρα στη θέση που ήταν για το βιολί, ύστερα έκατσε στο δάπεδο για να παίξει τα toy πιάνο (ένα στο κάθε χέρι) και μετά πάλι πίσω στο πιάνο. Αυτό έγινε άλλες δύο φορές και έσπασε κάπως τη μονοτονία του πιάνου, αλλά και της εικόνας. Εκεί, στα toy πιάνο ακούστηκε και ένα μουσικό θέμα από την «Αμελί» τελικά… ο Yann Tiersen παραμένει μελωδικός και ατμοσφαιρικός με τη δική του ηχητική ταυτότητα. Είναι γενικά κινηματογραφικός, ακόμα και όταν δεν παίζει μουσικές από ταινίες. Άλλωστε, τα σάουντρακ που έχει κάνει δεν είναι πολλά (3 ή 4 αν δεν κάνω λάθος).

 

Η βασική απογοήτευση του κόσμου όμως ήταν ο χρόνος της εμφάνισής του. Έφυγε από τη σκηνή πριν το ανκόρ ενώ είχε παίξει μόνο μία ώρα και δέκα λεπτά. Το ανκόρ κράτησε κάτι λιγότερο από ένα δεκάλεπτο. Αν είχα δώσει ένα 50ευρω για να βλέπω καλά θα το έκλαιγα λίγο.

Και δεν είναι ο «ελληνικός επαρχιωτισμός». Μία ώρα και δέκα λεπτά συν άλλα δέκα ανκόρ είναι αντικειμενικά πολύ λίγος χρόνος εμφάνισης για μία τέτοια τιμή εισιτηρίου. Αναπόφευκτα κάποιοι τον συνέκριναν αμέσως με την εμφάνιση του Ludovico Einaudi που ήταν αρκετά μεγαλύτερη.

 

Δεν ήταν κακή συναυλία, αλλά δεν είχε το κάτι παραπάνω, ούτε κάποια μεγάλη έκπληξη. Ήταν μία συμβατική εμφάνιση και σίγουρα όχι για μεγάλες προσδοκίες.

 

Τελικά, νομίζω πως είναι καλύτερα να τον βλέπει κανείς με μπάντα και ας μην παίζει τίποτα από το σάουντρακ της Αμελί…