Η πλατεία της Τεχνόπολης του δήμου Αθηναίων ήταν γεμάτη. Ενα μικρό ποσοστό πρέπει να ήταν το κοινό που έρχεται σε επαφή με την jazz μόνο το.... καλοκαίρι γιατί πολύ απλά πηγαίνει σχεδόν σε οποιαδήποτε συναυλία πραγματοποιείται σε ανοιχτό χώρο. Οι περισσότεροι εξ αυτών υποθέτω ότι πρέπει να πέρασαν καλά γιατί, αν μη τι άλλο, αυτό που ακουγόταν από τη σκηνή ήταν πολύ δυναμικό, συχνά ακόμα και ξεσηκωτικό. 

 

Το μεγαλύτερο τμήμα όμως σίγουρα ήταν συνειδητοί ακροατές της jazz. Ορισμένοι μάλιστα ίσως και τόσο συστηματικοί ώστε μπορεί να απογοητεύθηκαν, λιγότερο ή περισσότερο. Ο λόγος είναι ότι πιθανόν να περίμεναν να ακούσουν κάτι που να θύμιζε πολύ περισσότερο το «The Epic», το κυριολεκτικά και μεταφορικά επικό όχι ντεμπούτο μεν (είχαν προηγηθεί άλλα τρία που κυκλοφόρησε μόνος του σε περιορισμένα αντίτυπα) αλλά πάντως πρώτο «κανονικό» album το οποίο το 15 όχι απλά έκανε γνωστό τον Kamasi Washington αλλά και τον καθιέρωσε ως ένα από τα ισχυρότερα νέα ταλέντα της jazz, όχι μόνο στην Αμερική αλλά διεθνώς! 

 

Δεν μου συνέβη αυτό γιατί γνώριζα ότι ούτε ο χρόνος (το «The Epic»  είναι τριπλό CD που διαρκεί σχεδόν τρεις ώρες!) ούτε ο αριθμός των μουσικών στον ήδη εμβληματικό δίσκο του Washington, δώδεκα συνολικά μαζί με δύο τραγουδίστριες, θα επέτρεπαν ποτέ σε μια πιο «συμπεπτυγμένη» εκδοχή του να μεταφερθεί στη σκηνή. Σίγουρα πάντως όχι σε μια συναυλία του στην Τεχνόπολη – αν και διοργάνωση της Στέγης Ιδρύματος Ωνάση οι υπεύθυνοι της οποίας όμως ορθώς έκριναν ότι ακόμα και η Μεγάλη Σκηνή της δεν θα επαρκούσε για το κοινό που θα ήθελε να τον παρακολουθήσει και προφανώς το πρόγραμμα του δεν άφηνε δυνατότητα για έστω μια δεύτερη εμφάνιση  – με τους χρονικούς περιορισμούς που θέτουν οι συνθήκες της χώρας μας αλλά και του συγκεκριμένου χώρου και με μιαν οκταμελή μπάντα της οποίας μάλιστα μόνο τα μισά μέλη (ο τρομπονίστας, ο θαυμάσιος κιμπορντίστας, η ερμηνεύτρια Patrice Quinn που στη σκηνή αποδείχθηκε μάλλον αρκετά κατώτερη από όσο στον δίσκο και φυσικά ο ίδιος) παίζουν στο «The Epic».

 

Μοναδική μου ένσταση είναι ότι εξακολουθώ να πιστεύω ότι η μουσική του Kamasi Washington ταιριάζει πολύ περισσότερο σε κλειστούς χώρους και για αυτό η εμπειρία θα ήταν ακόμα καλύτερη αν τον είχαμε παρακολουθήσει σε έναν τέτοιο, όσο μεγάλος και αν ήταν. Πλην τούτου όμως άκουσα αυτό ακριβώς που ανέμενα, μια αναγκαστικά scaled down αλλά και πάρα πολύ δυναμική, κάποιες στιγμές και απρόσμενα πολύ για συναυλία jazz μα ακόμα και τρομερά funky μπορώ να πω, «προσαρμογή» ενός τμήματος του «The Epic». Η ιδιοφυία μάλιστα του Waσhington φάνηκε πριν από όλα από το ότι όχι μόνο δεν πτοήθηκε καθόλου από τις αδυναμίες, ακόμα και τα μειονεκτήματα που δημιουργούσαν οι συνθήκες και το συγκεκριμένο set up του αλλά αντίθετα τα αντέστρεψε μετατρέποντας τα σε....ατού του! 

 

Το κυριότερο από αυτά τα μειονεκτήματα ήταν ότι η frontline όχι απλά δεν είχε καμία σχέση με την αντίστοιχη του «The Epic» αλλά επί της ουσίας δεν υπήρχε. Όσο παράδοξο και αν φαίνεται αυτό είναι αλήθεια, ο τρομπονίστας Ryan Porter είναι φυσικά καλός αλλά δεν έχει το «κάτι παραπάνω», τουλάχιστον επί σκηνής,  το οποίο απαιτεί η μουσική του Washington και η Patrice Quinn, όπως προανέφερα, εντέλει δεν είναι η jazz/soul φωνάρα που θα έπρεπε να είναι. Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα ήταν η απουσία του δεύτερου βασικού πνευστού οργάνου, μαζί με το δικό του τενόρο σαξόφωνο, του «The Epic», δηλαδή της τρομπέτας. Είχε προσπαθήσει να την υποκαταστήσει βέβαια με σοπράνο σαξόφωνο ή φλάουτο που όμως αμφότερα – και ειδικά το δεύτερο – δεν μπορούν να συγκριθούν με τις δυναμικές και την ηχοχρωματική γκάμα της τρομπέτας. Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν τα έπαιζε ο...πατέρας του Rickey Washington ο οποίος, είτε επειδή δεν παίζει τόσο συχνά και αρκετά με την μπάντα του γιου του είτε πολύ απλά για λόγους....ηλικίας, κατάφερε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων αλλά τίποτα περισσότερο από αυτό. Η κίνηση του Washington να τιμήσει έτσι τον πατέρα του που, όπως είπε, «του δίδαξε τα πάντα» μπορεί να είναι πολύ ανθρώπινη, στοργική, ακόμα και συγκινητική αλλά από μουσικής πλευράς σίγουρα δεν είναι η πλέον ενδεδειγμένη.

 

Συνειδητοποιώντας λοιπόν ότι δεν είχε άλλη επιλογή ο Kamasi Washington «πήρε πάνω» του το όλο πράγμα. Εχοντας δηλαδή ως στήριγμα την γρανιτένια rhythm section των δύο ντράμερ και του super funky μπασίστα και με τον καταπληκτικό Brandon Coleman να θυμίζει πολύ περισσότερο τον... Stevie Wonder στην ακμή του της δεκαετίας του ’70 παρά jazz μουσικό, παίζοντας δηλαδή ηλεκτρικό πιάνο, Hammond organ και αρκετά synthesizers να «γεμίζει», να τον συμπληρώνει σολιστικά και σε κάποιες στιγμές αμφότερα ταυτόχρονα, πόνταρε πριν και πάνω από όλα στο δικό του παίξιμο. Και κέρδισε σχεδόν μόνος του, με μικρή βοήθεια τεσσάρων από την μπάντα του, το παιχνίδι αποδεικνύοντας ότι ίσως να μην είναι ο κορυφαίος στον κόσμο αυτή την στιγμή όπως ισχυρίζονται πολλοί αλλά αναμφίβολα είναι ένας μεγάλος, πολύ μεγάλος σαξοφωνίστας ο οποίος κατορθώνει να συνδυάζει στον ήχο του όλη την ένταση και την ορμή του bebop με τον λυρισμό της πιο γλυκιάς soul. 

 

Και όταν θυμόσουν ότι ήταν το βράδυ της τετάρτης Ιουλίου, δηλαδή της Ημέρας Της Ανεξαρτησίας, της εθνικής γιορτής των Αμερικανών και o Kamasi Washington, αντί την τιμά μαζί με όλους τους ομοεθνείς του, ήταν εκεί και έπαιζε μπροστά μας κάποιου άλλου είδους μηνύματα άρχιζαν να απορρέουν από αυτή την συναυλία, έστω και ερήμην του ιδίου.  Στην όλο και πιο σκοτεινή Αμερική του Τραμπ ο Kamasi Washington επιμένει να παίζει αυτή την τόσο φωτεινή και διαφωτιστική συνάμα μουσική. Η σχέση του με το Δημοκρατικό Κόμμα είναι φυσικά γνωστή, το υποστηρίζει και υποστηρίζεται από αυτό και στην ουσία δεν είναι παρά ένας από τους λεγόμενους young black liberals. 

 

Δεν γίνεται όμως να τσουβαλιάζουμε τα πάντα και κάποια στιγμή υποχρεωτικά πρέπει να πάρεις θέση.  Δεν μπορείς να μην δεις ότι ήταν η Αμερική των Δημοκρατικών και όχι των Ρεπουμπλικανών, πολύ περισσότερο βέβαια του Τραμπ, αυτή που έδωσε στον κόσμο τα λίγα έστω πράγματα τα οποία μπορούσε και άξιζαν αληθινά, με πρώτο και καλύτερο την jazz. Η ίδια Αμερική που εξακολουθεί να δίνει μουσικούς αλλά και ανθρώπους σαν αυτόν τον τριανταεξάχρονο μαύρο από το Λος Αντζελες. 

 

Η ίδια επίσης Αμερική που, πρώτη από όλες τις χώρες, έδωσε στον κόσμο το πολίτευμα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας όπως το γνωρίζουμε σήμερα. Και στην Ελλάδα του 2017, όπου δεν λειτουργεί τίποτα και  αν δεν είχες για οποιοδήποτε λόγο δικό σου μεταφορικό μέσο, οι επιλογές σου ήταν ή να φύγεις από την Τεχνόπολη πριν το τέλος της συναυλίας ή να πληρώσεις διπλή ταρίφα στο ταξί, είναι πολύ δύσκολο να μην παραδεχθείς ότι το πολίτευμα αυτό, με όλα τα ελαττώματα  του, εξακολουθεί να είναι το καλύτερο δυνατό για τον σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο μας. Οπως ακριβώς η μουσική του Kamasi Washington μπορεί να μην είναι τέλεια ή ιδανική αλλά δεν παύει να είναι η καλύτερη jazz που μπορούμε να έχουμε σήμερα.