Εχοντας συμμετάσχει αμέσως πριν ως απλός εκτελεστής  στο «Burdocks» ο εμπνευστής και ιδρυτής του Tectonics Festival, Ilan Volkon, βγήκε στην ώρα του στη σκηνή και ήδη από τα πρώτα μέτρα του εναρκτήριου έργου έγινε φανερό ότι είχε καταφέρει να κάνει την ΚΟΑ, την έστω και κατά τεκμήριο καλύτερη ορχήστρα της χώρας, να παίζει και κυρίως να ακούγεται έτσι όπως σχεδόν ποτέ δεν έχω ακούσει ελληνική ορχήστρα να το κάνει. Ο  κορυφαίος Ισραηλινός μαέστρος όχι μόνο δικαιολόγησε και με το παραπάνω την φήμη που τον συνοδεύει αλλά και εξήγησε στην πράξη γιατί συμβαίνει αυτό.

 

To «Der Komponist,» του Κύπριου Γιάννη Κυριακίδη, βασισμένο σε ένα επεξεργασμένο σε υπολογιστή sample της φωνής του ογδονταδυάχρονου σήμερα Γερμανού συνθέτη  Helmut Lachenmann., είναι ένα έργο που εξελίσσεται αργά,. Ξεκινάει με μικρές φράσεις επιμέρους ομάδων των οργάνων που προοδευτικά γίνονται μεγαλύτερες όλης της ορχήστρας. Αργεί να δείξει τις αρετές του και έχω την αίσθηση ότι χρειάζεται μερικές ακροάσεις για να γίνει αυτό. Ο Volkov, εμφυσώντας του την δική του «πνοή», τις ανέδειξε και με το παραπάνω, κατορθώνοντας εντέλει να αποκαλύψει και αρκετή από την «κρυμμένη» εσωτερική του ομορφιά.

 

Το «The Turfan Fragments» του Morton Feldman είναι σαφώς ένα δύσκολο έργο. Χρησιμοποιεί την μισή ακριβώς ορχήστρα, απουσιάζει δηλαδή το σημαντικότερο για τους περισσότερους συμφωνιστές τμήμα της, όλα τα βιολιά αλλά όχι και τα υπόλοιπα έγχορδα και χαρακτηρίζεται από μικρές, «ιδιότροπες» και στην πλειοψηφία τους ανολοκλήρωτες φράσεις. Ο Volkov όμως αγαπάει πάρα πολύ τον Αμερικανό συνθέτη και κατέχει σε βάθος το έργο του και έτσι μπόρεσε να δείξει ότι η αποσπασματικότητα δεν είναι αδυναμία αλλά δομικό στοιχείο της γραφής του σε αυτή την περίπτωση.

 

Η κορύφωση όμως της συναυλίας της ήταν το δεύτερο μέρος της, μετά το διάλειμμα. Πρώτα με το αριστουργηματικό «Ενατιοδρομία» του μέγιστου Γιάννη Χρήστου, μια σειρά από αδιάκοπα, χωρίς ανάσα σχεδόν, κρεσέντο διαφορετικών ομάδων οργάνων που στο τέλος συμπλέκονται μεταξύ τους και συναποτελούν ένα μεγαλύτερο  του συνόλου της ορχήστρας, μια συνεχής άσκηση στην ολοένα και μεγαλύτερη ένταση που η ΚΟΑ υπό την μπαγκέτα του Volkov απέδωσε περισσότερο και από υποδειγματικά.

 

Το tour de force όμως ήταν το φινάλε, το «Topophony» του Βρετανού  Christopher Fox, έργο που χρησιμοποιεί με αυτοπεποίθηση και φαντασία όλη την οργανική και ηχοχρωματική γκάμα της ορχήστρας από έναν αληθινό γνώστη της γραφής για αυτήν. Καθοριστικότατη φυσικά η συμβολή του Άγγλου Fred Frith στον οποίο είχε ανατεθεί αυτή τη φορά το αυτοσχεδιαστικό τμήμα του έργου. Η τεράστια αυτή φυσιογνωμία όχι απλά της μουσικής αλλά ευρύτερα της ηχητικής/ακουστικής πράξης που επί μισόν αιώνα σχεδόν, από όταν σχημάτισε τους Henry Cow στα δέκα εννέα του, καινοτομώντας ο ίδιος ανανεώνει αβίαστα ιδιώματα και ρεύματα έδειξε το μέγεθος του κάνοντας τα ελάχιστα. Παίζοντας μόνο πολύ λίγες στιγμές την ηλεκτρική του κιθάρα ως τέτοια και έχοντας την στο μεγαλύτερο μέρος της διάρκειας του έργου ξαπλωμένη στα πόδια του και περνώντας πάνω ή τρίβοντας στις χορδές της διάφορα αντικείμενα (από δοξάρια και σίδερα μέχρι ένα μεταλλικό κουτί, στο οποίο ενίοτε έριχνε μέσα μία αλυσίδα και... πινέλα!) προσέθεσε ακριβώς τους απρόβλεπτους ήχους και συμβάντα που συμπληρώνουν και ολοκληρώνουν το έργο έτσι όπως το οραματίστηκε ο συνθέτης του, διαφορετικό κάθε φορά ανάλογα με το ποιος είναι ο αυτοσχεδiαστής σολίστ και επίσης φυσικά ποιο είναι το όργανο του.

 

Ο συνεπιμελητής με τον Volkov του ελληνικού Tectonics Μιχάλης Μοσχούτης και η Δανάη Στεφάνου παρουσίασαν ένα σύντομο αλλά και άκρως επιτυχημένο αυτοσχεδιαστικό σετ. Επίκεντρο του η κλασική – αν και με ηλεκτρική ενίσχυση – κλασική κιθάρα του πρώτου που την αξιοποίησε εν πολλοίς όπως ο Fred Frith είχε κάνει λίγο πριν την ηλεκτρική, τόσο όταν έπαιζε κανονικά όσο και όταν την είχε ξαπλωμένη στα πόδια του, έστω και με διαφορετικό τρόπο από τον Άγγλο μετρ και χρησιμοποιούσε κάποια δοξάρια. Η Στεφάνου συνόδευε αποτελεσματικότατα, παίζοντας σχεδόν αποκλειστικά στο εσωτερικά του πιάνου – είναι ζήτημα αν άγγιξε το κλαβιέ περισσότερες από δέκα φορές – είτε με τα δάκτυλα της είτε χρησιμοποιώντας διάφορα αντικείμενα πάνω στις χορδές. Το σύνολο ήταν ένα απελευθερωτικό για εκτελεστές και κοινό ατονικό και πολύ δυναμικό οργανικό ξέσπασμα.

 

Τέλος ο Γάλλος Ghédalia Tazartès είναι μια αληθινά όλως ιδιάζουσα φυσιογνωμία. Με μόνη συνοδεία ένα ηλεκτρονικό drone χαμηλών συχνοτήτων και, από ένα σημείο και μετά, έναν ντράμερ (που όμως ο τρόπος που προσέγγιζε το σετ των κρουστών του μόνον ο συνηθισμένος δεν ήταν!) βασίζεται πριν και πάνω από όλα στην φωνή του η οποία όμως προφανώς δεν «τραγουδάει». Χωρίς καμία διακοπή, μονότονη σε πρώτο επίπεδο αφού οι όποιες διαφοροποιήσεις της ερμηνείας του συμβαίνουν πολύ αργά και σχεδόν «υπόγεια», η παράσταση του κατέληγε να είναι μια εξώκοσμη μάντρα, ένας θρήνος για όλα τα πολύτιμα που έχουν απωλεσθεί και ταυτόχρονα μια απειλή – ή μήπως προειδοποίηση; - για τα δεινά τα οποία εγκυμονεί το μέλλον αν ο άνθρωπος δεν προσέξει. Ο Tazartes είναι μια όντως μοναδική περίπτωση, ένας μουσικός που ομολογουμένως δύσκολα θα ήθελες να τον παρακολουθήσεις δεύτερη φορά αλλά την πρώτη ο μαγνητισμός και μόνον της παρουσίας του αρκεί για να σου κρατήσει το ενδιαφέρον μέχρι και την τελευταία στιγμή.

 

Οπως και αν έχει το Tectonics Festival ήταν ένα από τα πιο αξιοπρόσεκτα και συναρπαστικά πράγματα που παρακολουθήσαμε εφέτος, αληθινά σύγχρονη, ανανεωτική μουσική παρουσιασμένη με σχεδόν ιδανικό τρόπο. Η πρωτοβουλία του Ilan Volkov και της Στέγης να είναι η Αθήνα ή έβδομη κατά σειρά πόλη του κόσμου που το φιλοξένησε είναι  άξια συγχαρητηρίων και προσωπικά ελπίζω να επαναληφθεί κάποια στιγμή τα επόμενα χρόνια.