Το κοινό σε πρώτο επίπεδο ετερόκλητο, ειδικά για το Μέγαρο Μουσικής. Ένα μεγάλο τμήμα της goth κοινότητας της Αθήνας – «το «Fuzz» κατέλαβε το Μέγαρο», όπως είπε χιουμοριστικά ένας συνάδελφος – που ανάμεσα του βρίσκονταν και αρκετοί μουσικοί των rock εκδοχών του «κινήματος», λίγοι κλασικοί μουσικοί αλλά και ο «τυπικός» κόσμος του Μέγαρου, ακόμα και κάποιοι πανεπιστημιακοί. Το πρώτο πράγμα που πρόσεξα ήταν ότι το πιάνο ήταν τοποθετημένο στην συνηθισμένη του θέση στη σκηνή, κάθετα ως προς το ακροατήριο. Αφού επρόκειτο για συναυλία μιας πρώτιστα ερμηνεύτριας δεν θα έπρεπε να έχει τοποθετηθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να βλέπει το πρόσωπο της το κοινό αλλά αντίστοιχα να βλέπει και εκείνη το τελευταίο; 

 

 

Μόλις όμως η κόρη ενός Μικρασιάτη και μιας Μανιάτισσας που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνια, μετά από μια ηλικία άρχισε να ζει στη Νέα Υόρκη και τα τελευταία χρόνια μοιράζει τον χρόνο της ανάμεσα στην τελευταία και την Ευρώπη βγήκε στην σκηνή – με ακρίβεια δευτερολέπτου την, λίγο αργότερα από την προγραμματισμένη, ώρα, όπως είχε ανακοινωθεί το πρωί εκείνης της ημέρας – κατάλαβα αμέσως ότι πιθανότατα είχε ζητήσει η ίδια να τοποθετηθεί έτσι το πιάνο. Το ζήτημα δεν ήταν να μην την βλέπει το ακροατήριο και όχι φυσικά επειδή το περιφρονούσε στο ελάχιστο. Αντίθετα ήταν η ίδια που δεν ήθελε, δεν έπρεπε να το βλέπει ώστε να ήταν απόλυτα συγκεντρωμένη σε αυτό που έκανε.

 

Δεν ήταν από εκείνες τις συναυλίες που οι επί σκηνής ανοίγουν διάλογο ή, πολύ περισσότερο, χαριεντίζονται με τον κόσμο. Δεν απευθύνθηκε ούτε μια φορά στο κοινό, η μοναδική στιγμή όση ώρα έπαιζε που έδειξε να αντιλαμβάνεται την παρουσία του ήταν όταν διάβασε με τα «σπαστά» ελληνικά της ένα πάρα πολύ σύντομο κείμενο στο οποίο εξέφραζε την χαρά της για το ότι βρισκόταν ξανά και έπαιζε πάλι στην Αθήνα.

 

Δεν είναι λόγοι οικονομίας ή έστω ευκολίας που την κάνουν, στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, να εμφανίζεται σόλο, δίχως την συνοδεία άλλων μουσικών. Δεν χρειάζεται άλλα όργανα, αν υπήρχαν μάλιστα ίσως να την δυσκόλευαν και να αφαιρούσαν από το αποτέλεσμα αντί να του προσέδιδαν το παραμικρό. Η δική της ορχήστρα είναι ένα πιάνο με εκτελεστή και μαέστρο ταυτόχρονα την ίδια και δεν έχει ανάγκη από οτιδήποτε άλλο. Και όσο και αν επίκεντρο αυτού που κάνει είναι φυσικά η φωνή της το παίξιμο της στο πιάνο είναι αλληλένδετο μαζί του στο έπακρο. Χωρίς αυτό απλό η ερμηνεία της δεν θα ήταν αυτή που είναι.

 

Αμφότερα μαζί συναποτελούν την μοναδική εμπειρία που είναι κάθε παράσταση της Diamanda Galas.

Η θέση μου ήταν στην πρώτη σειρά και έτσι είχα την ευκαιρία να παρατηρώ πολύ καλά πως παίζει. Πριν από όλα δεν έχουμε να κάνουμε με μια τραγουδίστρια που επίσης παίζει  πιάνο. Από τον τρόπο και μόνο που κάθεται διακρίνεις αμέσως την κλασική πιανίστρια με τις λαμπρές σπουδές η οποία μάλιστα δεν ρισκάρει να παίζει prima vista ακόμα και τραγούδια που έχει παίξει εκατοντάδες φορές αλλά διαβάζει, για την ακρίβεια τα μάτια της δεν παύουν ούτε δευτερόλεπτο να είναι καρφωμένα στις παρτιτούρες της. Η τρομερή δεξιοτεχνία της όμως επιτρέπει στα δάκτυλα της να χορεύουν κυριολεκτικά πάνω στο κλαβιέ δίχως ούτε ένα απειροελάχιστο σφάλμα.

 

Αν όμως η κλασική παιδεία της έδωσε την τεχνική το πως αξιοποιεί την τελευταία και ο τρόπος που διαμόρφωσε το παίξιμο της οφείλονται μόνο στην ίδια. Τα μισά τουλάχιστον από τα τραγούδια που ερμηνεύει είναι άλλων και το πως τα μεταγράφει, όχι απλά διασκευάζοντας τα αλλά μεταλλάσσοντας τα σε κάτι ολότελα διαφορετικό και τελικά δικό της όσο και οι συνθέσεις της, ξεκινάει πριν από όλα από το πως παίζει.

 

Λυρική την μια στιγμή, κοφτή και δυναμική την επόμενη, στο ίδιο εννοείται κομμάτι. Μια blues εισαγωγή ακολουθείται από ένα κλασικό πέρασμα με το βασικό θέμα να είναι και πάλι σε blues κλίμακα αλλά να αναπτύσσεται με κλασικό τρόπο πριν περάσει ξαφνικά σε μερικές jazz συγχορδίες για να ξαναγίνει blues χωρίς όμως να αποκλείεται καθόλου και ένα ατονικό ξέσπασμα ανάμεσα. Θυμωμένα σχεδόν clusters που τα διαδέχονται περίτεχνοι δακτυλισμοί, μετά πάλι clusters και για χιουμοριστικό (;) φινάλε μια και μόνη νότα στην υψηλότερη οκτάβα του πιάνου. Ενα – δυο τραγούδια τα έπαιξε αποκλειστικά  στην χαμηλότερη περιοχή του οργάνου, εκεί που κατά κανόνα κινείται μόνο το αριστερό χέρι του εκτελεστή. Με την κατάλληλη και συνεχή χρήση του πεντάλ μετά από λίγα δευτερόλεπτα αυτό το μπαράζ από μπάσες νότες είχε μεταμορφωθεί σε ένα υπόκωφο βουητό, έναν απόκοσμο βόμβο που τόσο σαν ήχος όσο και ακόμα περισσότερο ως αίσθηση μόνο πιάνο δεν θύμιζε.

 

Σε ένα άλλο χρησιμοποίησε το επάνω μέρος του πιάνου ως κρουστό, πάντα μη σταματώντας να κοιτάζει την παρτιτούρα αφού ακόμα και αυτά τα σημεία ήταν καταγεγραμμένα με απόλυτη ακρίβεια. Κοιτάζοντας όμως προσεχτικά έβλεπες ότι όχι μόνο κάθε χέρι της χτυπούσε το ίδιο ακριβώς σημείο αλλά και ότι κάθε φορά τα δάκτυλα της είχαν ακριβώς την ίδια και καθόλου εύκολη τοποθέτηση. Δακτυλισμούς ουσιαστικά έπαιζε και τότε, όπως και όταν τα χέρια της ήταν επάνω στο κλαβιέ.

 

Όλα αυτά ήταν το υπόβαθρο και η συνοδεία συνάμα για την υπεράνω περιγραφών φωνή της. Άλλοτε μια εκπληκτική σοπράνο που μπορεί να ανταποκριθεί στις πλέον απαιτητικές κλασικές όπερες στις καλύτερες λυρικές σκηνές του κόσμου. Άλλοτε ένα ανατριχιαστικό ουρλιαχτό πληγωμένου παράξενου άγριου θηρίου - που υποψιάζεσαι ότι υπάρχει σε κάποια ζούγκλα αν και κανείς δεν έχει επιβεβαιώσει την ύπαρξη του - και το οποίο τρυπάει τα αυτιά αλλά και σκίζει την καρδιά με τον πόνο που κρύβει μέσα του. 

 

Ανάμεσα στα υπόλοιπα τραγούδια και ένα που απορώ πως το γνώριζε, προσωπικά ομολογώ ότι έπρεπε να ψάξω στη συνέχεια για να μάθω περί τίνος επρόκειτο. Ηταν το «Ο Πρόσφυγας», ένα τραγούδι που ισορροπεί ανάμεσα στο λαϊκό και το παραδοσιακό ιδίωμα και είχε ερμηνεύσει το 1977 ο Μανώλης Αγγελόπουλος – και πιο πρόσφατα η Αρετή Κετιμέ – σε μια συγκλονιστική εκτέλεση η οποία σίγουρα θα έκανε τον αείμνηστο τσιγγάνο τραγουδιστή να αισθανθεί στην κυριολεξία δέος. Και ίσως όχι τόσο για την ποιότητα και την αξία της αλλά για το πόσο αγνώριστο είχε καταστήσει το τραγούδι του...

 

Παρατηρούσα τις συσπάσεις του πρόσωπου της, όσο διακρίνονταν αυτές κάτω από το βαρύ μακιγιάζ – σήμα κατατεθέν της. Σαν μάσκα αρχαίας τραγωδίας όπως άλλωστε και αυτές οι συσπάσεις και όλα τα άλλα στοιχεία της παρουσίας της, της σκηνικής περσόνας της που βγαίνουν και παραπέμπουν επίσης στην αρχαιοελληνική τραγωδία, το αγαπημένο της είδος ανθρώπινης έκφρασης. Ταυτόχρονα έφερνα στο νου μου και έκανα συγκρίσεις με την πρώτη και πολύ διαφορετική εμφάνιση της στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Μια συναυλία γεμάτη ένταση που είχε ξεσηκώσει το κατάμεστο θέατρο του Λυκαβηττού.

 

Θυμόμουν όμως και την μία και μοναδική αποκλειστική συνέντευξη που της είχα πάρει την προηγούμενη ημέρα τότε, συγκεκριμένα για το Ε της Ελευθεροτυπίας. Την είχα ρωτήσει ποια ήταν η κινητήρια δύναμη για την λεγόμενη «τριλογία της πανώλης», τρεις δίσκους με θέμα τους το AIDS, την  ασθένεια και τον αγώνα εναντίον της και οι οποίοι - υπό τον γενικό τίτλο «The Masque Of The Red Death» - αποτελούσαν το υλικό εκείνης της παράστασης της. Μου είχε απαντήσει αδίστακτα με τα μάτια της να λάμπουν «η οργή. Η οργή εναντίον όλων, ακόμα και του ίδιου του Θεού, για αυτή την μάστιγα. Η οργή εκ μέρους του αδελφού μου και όλων των άλλων που αρρώστησαν από αυτήν χωρίς να φταίνε σε τίποτα, χωρίς να έχουν κάνει κανένα κακό». Ο θεατρικός συγγραφέας αδελφός της είχε πεθάνει λίγο πριν την ολοκλήρωση της τριλογίας...

 

Κοιτάζοντας την διαπίστωνα ότι εκείνη η οργή είναι ακόμα εκεί μόνο που τόσα χρόνια μετά έχει πλέον μετασχηματιστεί σε κάτι άλλο. Σε μια δύναμη ενάντια στις δυσκολίες, τα προβλήματα, ακόμα και την δυστυχία της ζωής που βοηθάει τον άνθρωπο να σταθεί όρθιος και να συνεχίσει. Την ίδια δύναμη που κάνει την μικρόσωμη αυτή γυναίκα να ψηλώνει θαρρείς, σχεδόν να αγγίζει τον ουρανό όταν κάθεται μπροστά στο πιάνο της και, μόλις αρχίζει να τραγουδάει, πραγματικά αναβλύζει από μέσα της.

 

Μια μουσικός που το εκφραστικό της μέσο δεν είναι μόνον οι φωνητικές χορδές της αλλά ολόκληρο το σώμα της. Το σώμα που, χάρη σε αυτή την δύναμη, το έχει φέρει πλέον σε υπέρτατο σημείο τελειότητας και απόλυτης απόδοσης. Με ατέλειωτες ώρες δουλειάς, εξαντλητική μελέτη και απεριόριστη συγκέντρωση. Τόση πολλή που δεν είναι δυνατόν να την διατηρήσει πέραν από ένα χρονικό όριο...

 

Μια ώρα ακριβώς από τότε που  κάθισε στο σκαμπό σηκώθηκε πάλι. Ηταν η πρώτη φορά που κοίταξε προς το μέρος του κοινού αλλά επίμονα, σαν να ήθελε να συναντήσει το βλέμμα κάθε θεατή χωριστά, ακόμα και αυτών οι οποίοι ήταν ψηλά στον εξώστη. Μια υποψία χαμόγελου φάνηκε στο πάντα αυστηρό και όχι βλοσυρό πρόσωπο της, ψιθύρισε ένα «thank you» και έφυγε από την σκηνή με ολόκληρη την αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη» να την χειροκροτά. Και για αυτό  φυσικά ακολούθησαν πέντε, αν μέτρησα σωστά, encores, με ένα τραγούδι σε καθένα.

 

Το σύνθημα για το ποιο ήταν οριστικά το τελευταίο το έδωσε η ίδια. Στάθηκε και πάλι στο κέντρο της σκηνής κοιτάζοντας, όπως και πριν, προς κάθε κατεύθυνση αλλά ακόμα πιο διαπεραστικά. Το χαμόγελο στο πρόσωπο της ήταν  πιο πλατύ, όχι αυταρέσκειας αλλά δικαιολογημένης ικανοποίησης για το ότι είχε μόλις προσφέρει στο ακροατήριο. Δεν ψιθύρισε καν αλλά μόνο σχημάτισε με τα χείλη πάρα πολλές φορές, συνεχώς, τις λέξεις «thank you» και «ευχαριστώ», μια σεμνότητα ή και ταπεινοφροσύνη ακόμα που πολύ σπάνια βλέπουμε πια σε οποιοδήποτε μουσικό ιδίωμα.

 

Τέλος σήκωσε το δεξί της χέρι και το έφερε στο σημείο της καρδιάς της, όχι όμως με την παλάμη απλωμένη ως είθισται αλλά σφιγμένο σε γροθιά. Γιατί, πολύ περισσότερο από μιαν ακόμα ευχαριστία, ήταν μια υπερήφανη ανταλλαγή δύναμης. Μιας ανταλλαγής δύναμης ανάμεσα σε μια μεγάλη δημιουργό και, πολύ περισσότερο, μια από τις δέκα κορυφαίες performers διεθνώς και ένα κοινό που είχε εισπράξει εκείνο ακριβώς για το οποίο είχε έρθει και για αυτό την αποθέωνε όρθιο, κάτι που είχα πάρα πολύ καιρό να δω να συμβαίνει σε συναυλία.

 

Φυσικά πάντα υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Άκουσα μετά κάνα – δυο να παραπονιούνται γιατί δεν ερμήνευσε κάποια από τα παλαιότερα τραγούδια της ή επειδή η διάρκεια της εμφάνισης της ήταν μικρή.

 

Προφανώς δεν ήξεραν ποια και τι ακριβώς είχαν έρθει να παρακολουθήσουν ή δεν ήταν προετοιμασμένοι για αυτό. Γιατί σε ορισμένες περιπτώσεις δεν έχει σημασία το τι ή ακόμα και το για πόσο χρόνο αλλά μόνο το ποιος και κυρίως το πως. Και τρεις μήνες περίπου πριν συμπληρώσει τα εξήντα δύο χρόνια της η Αδαμαντία Γκαλά παραμένει αυτό ακριβώς που λέει το όνομα της, ένα και μοναδικό, ακατέργαστο και υπερ-πολύτιμο μουσικό διαμάντι!