Ο Εσθονός Arvo Pärt (γεννήθηκε το 1935) είναι μια πολύ σημαντική αλλά και εξίσου ιδιαίτερη περίπτωση σύγχρονου συνθέτη. Κλασικιστής που όμως κάποιες φορές δεν διστάζει να διαρρηγνύει αυθόρμητα τα όρια της κλασικής φόρμας φτάνοντας ή και μπαίνοντας μέσα στην ατονική περιοχή, μινιμαλιστής εκ φύσεως και για αυτό μην ακολουθώντας τους κανόνες του ομώνυμου ρεύματος, βαθιά λυρικός και επίσης...πιστός χριστιανός, κάτι που, πέραν από τα πολλά θρησκευτικά έργα τα οποία έχει συνθέσει, δίνει και στα υπόλοιπα μιαν ελεγειακή, σχεδόν κατανυκτική ατμόσφαιρα.

 

Παράδοξα όμως, ακόμα και τα πλέον θρησκευτικά έργα του με τα οποία ο ίδιος συνδιαλέγεται με τον χριστιανικό Θεό, αφήνουν στον ακροατή μιαν αίσθηση που υπερβαίνει οποιαδήποτε θρησκευτική τελετουργία ή και διδαχή. Ακόμα και δίχως να το επιδιώκει, ούτε καν να το συνειδητοποιεί, η μουσική του Arvo Pärt αγγίζει την βαθύτερη μεταφυσική, δηλαδή υπαρξιακή, αγωνία του ανθρώπου προσφέροντας του ίσως όχι απαντήσεις - ή ελπίδα, αν δεν συμμερίζεται την πίστη του δημιουργού - αλλά σίγουρα παραμυθία. Και όλα αυτά από έναν βαθιά λυρικό αληθινό «μάστορα» της σύνθεσης ο οποίος κινείται με άνεση σε μια πολύ μεγάλη γκάμα έργων, ορχηστρικά για δύο ή τρία όργανα μέχρι πολυμελή σύνολα και φωνητικά που επίσης ξεκινούν από μονωδίες και φτάνουν μέχρι χορωδιακά.

 

 

Δεδομένου ότι η συναυλία ανήκε στον κύκλο των πασχαλινών του Μεγάρου εύλογα το Ergon Ensemble επικεντρώθηκε στην θρησκευτική διάσταση της μουσική του Pärt, με ανάλογα έργα ή και μη. Αντικειμενικά είναι το σύνολο μουσικής δωματίου που κατέχει καλύτερα και μπορεί να ανταποκριθεί περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα στις απαιτήσεις της αληθινά σύγχρονης ή ακόμα και avant garde μουσικής δημιουργίας. Τα πέντε μόνο μέλη του που συμμετείχαν το απέδειξαν περίτρανα για άλλη μια φορά με τις εξαιρετικά «διαβασμένες» και άψογες εκτελέσεις τους.

 

 

Το «Mozart-Adagio» για βιολί, βιολοντσέλο και πιάνο είναι μια σύντομη και περίτεχνη σύνθεση, ένα πολύ υψηλών απαιτήσεων για τους εκτελεστές τους «παιχνίδι» ανάμεσα στα δύο έγχορδα με το πιάνο να τα συνοδεύει λιγότερο και από υπαινικτικά μεν αλλά και άκρως καθοριστικά δε. Το «Spiegel im Spiegel» για βιόλα και πιάνο είναι ένα από τα έργα που δείχνουν ότι μέσα στον Pärt κρύβεται ένας εικονοκλάστης, ένας «αθόρυβος» πρωτοπόρος ο οποίος στην περίπτωση αυτή εκδηλώνεται με τις πολύ ανορθόδοξες αρμονικά «παρεμβάσεις» της βιόλας που, υπονομεύοντας το γλυκό θέμα του πιάνου, κατορθώνουν να το αναδείξουν ακόμα περισσότερο.

Το «Summa» για κουαρτέτο εγχόρδων θα μπορούσε να πει κανείς ότι δίνει την εκδοχή του συνθέτη για την ρομαντική περίοδο της μουσικής δίχως όμως να απουσιάζουν καθόλου οι απολύτως σύγχρονες μελωδικές, ενορχηστρωτικές ή ακόμα και εκτελεστικές λεπτομέρειες.

 

Αντίστοιχα το «My Heart's In The Highlands» μπορεί να θεωρηθεί ένα σύγχρονο, ως και μετα – μοντέρνο ακόμα lied. Ο κόντρα τενόρος Νίκος Σπανάτης απέδωσε άριστα την τρομερά ιδιάζουσα φωνητική μελωδία με την  – εκτάκτως συμμετέχουσα στο Ergon  - Ελένη Κεβεντζίδου να τον συνοδεύει επάξια στο εκκλησιαστικό όργανο του οποίου το μέρος εκμεταλλεύεται πλήρως τις παρατεταμένες παρηχήσεις και συνηχήσεις και σχεδόν καθόλου τον τελετουργικό χαρακτήρα του ήχου του.

 

 

Στον αντίποδα ακριβώς το «Fratres» για κουαρτέτο εγχόρδων αποτίει φόρο τιμής στο μπαρόκ, με σαφείς απόηχους από την γραφή για έγχορδα του μέγιστου Μπαχ. Ενα σοβαρό, σε αργό τέμπο που το κάνει ακόμα πιο υποβλητικό και με στιγμές σπάνιας ομορφιάς στο φινάλε του έργο.

 

 

Η κορύφωση της συναυλίας όμως ήταν αναμφίβολα το δεύτερο μέρος της το οποίο κατέλαβε εξολοκλήρου το «Stabat Mater» για βιολί, βιόλα και βιολοντσέλο και τρεις διαφορετικές μεταξύ τους φωνές.  Πρόκειται για ένα «ορατόριο τσέπης» με πάρα πολύ αντισυμβατική όμως δομή.  Ο Νίκος Τσούχλος, σε μιαν από τις όχι πολύ συχνές περιπτώσεις που οι υποχρεώσεις του ως προέδρου του Ωδείου Αθηνών του επιτρέπουν να θυμάται την ιδιότητα του μαέστρου, διηύθυνε υποδειγματικά, με πλήρη νηφαλιότητα και ακρίβεια, το μικρό μεν αλλά καθόλου συνηθισμένο στην σύνθεση του σύνολο. 

 

 

Το πρώτο μέρος του έργου είναι καθαρά ορχηστρικό με τα τρία έγχορδα να παίζουν ένα θλιμμένο μεν αλλά και γεμάτο από οξείες διατονικότητες θέμα. Αντίθετα το δεύτερο είναι σχεδόν μόνο φωνητικό και εννοώ acappella με περιστασιακές και πολύ σύντομες παρεμβάσεις ενός εκ των οργάνων οι οποίες κινούνται πολύ κοντά στον θόρυβο επιτείνοντας έτσι την οδύνη που κυριαρχεί σε αυτό το τμήμα του έργου. Αυτήν ανέλαβαν να αποδώσουν και το έπραξαν και με το παραπάνω ο προαναφερθείς Νίκος Σπανάτης, ο τενόρος Βασίλης Καβάγιας και η σοπράνο Άρτεμις Μπόγρη (η δεύτερη φορά, μετά την πρεμιέρα του νέου έργου του Γιώργου Κουρουπού, που την παρακολούθησα μέσα σε λίγες εβδομάδες και σε ένα έργο που αναδείκνυε πολύ περισσότερο τις πάρα πολύ μεγάλες δυνατότητες της) με σολιστικά κυρίως μέρη και ελάχιστες διφωνίες ή τριφωνίες.

 

 

Με τις εναλλαγές των τριών ανθρωπίνων φωνών που φτάνουν στο μεγαλύτερο δυνατό ύψος (το σπάνιο είδος του κόντρα τενόρου εκτείνεται μέχρι αυτό της μέτζο σοπράνο, κάτι που υπό φυσιολογικές συνθήκες είναι αδύνατο για ανδρική φωνή) ο Pärt δημιουργεί εδώ κάτι πολύ περισσότερο από ελεγεία, έναν αληθινό και σπαρακτικό στην απροκάλυπτη έκθεση του θρήνο. Ο θρήνος της  Παναγίας μπροστά στο παιδί της, τον Χριστό που πεθαίνει επάνω στον Σταυρό, πλησιάζει έτσι πάρα πολύ, αν δεν ταυτίζεται με τον θρήνο κάθε ανθρώπου. Τον θρήνο όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με την οποιαδήποτε είδους απώλεια, το απόλυτο πένθος που όμως μέσα του ενυπάρχει, έστω και υποσυνείδητα, η ελπίδα μιας Ανάστασης.

 

 

Ατή η Ανάσταση δεν  είναι παρά μια συνέχεια η οποία με την σειρά της μπορεί πολύ ωραία να είναι και μια νέα αρχή, έστω και σε ένα άλλο, διαφορετικό επίπεδο, της ύπαρξης ή οτιδήποτε άλλου. Έτσι μέσα από τον δυσβάστακτο ψυχικό πόνο προκύπτει η λύτρωση, το συναίσθημα δηλαδή ακριβώς που σου αφήνει μετά το πέρας του αυτό το τόσο συγκινησιακά φορτισμένο αλλά ταυτόχρονα και βαθυστόχαστο, φιλοσοφημένο και τόσο ανθρώπινο έργο του μεγάλου δημιουργού.

 

 

Συνολικά λοιπόν μια συναυλία απολύτως κατάλληλη για την Μεγάλη Δευτέρα και η οποία, πέραν από το να επιβεβαιώσει για άλλη μια φορά την αξία του Ergon Ensemble, έδειξε πόσο θετική είναι η πολιτική της νέας καλλιτεχνικής διεύθυνσης του Μεγάρου στο να προωθεί και πιο σύγχρονα ρεύματα και όχι μόνον αποκλειστικά την κλασική μουσική αναπληρώνοντας έτσι μιαν έντονη έλλειψης του, ειδικά στα τελευταία χρόνια της λειτουργίας του.