«Ἀνοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιοῦ σπιτιοῦ. Μιά ἡλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στά μαῦρα, μιλάει σ' ἕναν νέο. Δέν ἔχουν ἀνάψει φῶς. Ἀπ' τά δυό παράθυρα μπαίνει ἕνα ἀμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα νά πῶ ὅτι ἡ Γυναίκα μέ τά Μαῦρα ἔχει ἐκδώσει δυό-τρεῖς ἐνδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικῆς πνοῆς. Λοιπόν, ἡ Γυναίκα μέ τά Μαῦρα μιλάει στόν Νέο:»

 

Αυτός είναι ο πρόλογος – σήμα κατατεθέν- του σπουδαίου ποιήματος του Γιάννη Ρίτσου που διδάσκεται και στα σχολεία και δημοσιεύτηκε το 1956 σηματοδοτώντας μία νέα δημιουργική περίοδο για τον ποιητή. Αυτές οι γραμμές αρκούν για να μπει κανείς στο κλίμα και να κατατοπίσει κάποιον για το περιεχόμενο της παράστασης.

 

Αν γνωρίζεις την απαγγελία του Γιάννη Ρίτσου στο συγκεκριμένο ποίημα (αξίζει να την ακούσετε εδώ), που -όσο να ‘ναι- έχει δώσει την εικόνα και το αισθητικό περιβάλλον του ποιήματός του, είναι εξαιρετικά δύσκολο να ξεφύγεις από αυτή και να φτιάξεις ένα δικό σου αισθητικό σύμπαν.

 


sonata xeirografo

Η πρώτη σελίδα από το χειρόγραφο του ποιήματος "Η σονάτα του σεληνόφωτος", του Γιάννη Ρίτσου


 

Αυτό το εξαιρετικά δύσκολο όμως, ο Σταύρος Ξαρχάκος το καταφέρνει και μάλιστα με έναν από τους πιο «ιδιότυπους» ερμηνευτές με ταυτότητα αδιαπραγμάτευτη, τον Γιάννη Παλαμίδα. Και όχι μόνο το καταφέρνει ο ίδιος καλλιτεχνικά, με τη σκηνοθεσία και τη μουσική του πάνω στα λόγια του μεγάλου ποιητή, αλλά πετυχαίνει και την είσοδο του ακροατή σε αυτόν το δικό του αισθητικό κόσμο.

Δεν αποδημεί τη «Σονάτα του σεληνόφωτος». Το «αναδομεί» είναι σαφώς καλύτερη λέξη για να περιγράψει κανείς το αποτέλεσμα της εργασίας του Ξαρχάκου, που με το νέο ερμηνευτή (είχε παρουσιαστεί προ διετίας με τη Μαρινέλλα) αναδεικνύεται πολύ περισσότερο.

 

Τό ξέρω πώς καθένας μονάχος πορεύεται στόν ἔρωτα,

μονάχος στή δόξα καί στό θάνατο.

Τό ξέρω. Τό δοκίμασα. Δέν ὠφελεῖ.

Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

 

Το σκηνικό λιτό. Ένα πιάνο, ένας καλόγερος όπου θα κρεμάσει το σακάκι του και ένα γραφείο με λίγα βιβλία και κάτι χαρτιά… Η σκηνή σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του έργου (κρατάει περίπου μία ώρα) στο ημίφως. Δεν έχεις περιθώριο να μην συγκεντρωθείς σε αυτό που βλέπεις.

 

Το ποίημα βγαίνει από το χαρτί και γίνεται επί της ουσίας ένας μουσικός μονόλογος με τον Νεοκλή Νεοφυτίδη όχι μόνο να συνοδεύει απλώς με το πιάνο του, αλλά να συμμετέχει αλληλοεπιδρώντας πάνω σε μία μουσική δύσκολη χωρίς συγκεκριμένες τραγουδιστικές νόρμες, αλλά τις περισσότερες φορές ακολουθώντας συλλαβή προς συλλαβή το κείμενο.

 

ξέρεις, καμμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνᾶς, ὅ,τι θαυμάζεις,
σοῦ φτάνει ὁ θαυμασμός σου.

 

Με τη μουσική του Ξαρχάκου συνυπάρχει και η μουσική «Σονάτα του σεληνόφωτος» του Ludwig van Beethoven, που αγαπούσε ιδιαίτερα και ο ίδιος ο Γιάννης Ρίτσος (όπως είναι γνωστό έπαιζε και ο ίδιος πιάνο) και όπως αναφέρεται στον επίλογο του ποιήματος: "Καί τότε κατάλαβα πώς ὅλη τούτη τή σκηνή τή συνόδευε χαμηλόφωνα ἡ «Σονάτα τοῦ Σεληνόφωτος», μόνο τό πρῶτο μέρος".

 

Η σκηνοθετική συνιστώσα έχει δύο βασικές συνιστάμενες. Η μία είναι ότι ο Παλαμίδας έχει το ρόλο του αφηγητή-ποιητή, παίζει ας πούμε τον Γιάννη Ρίτσο για να το πούμε λιανά και η άλλη είναι ότι ο ίδιος παίρνει το ρόλο της ηρωίδας του ποιητή, της γυναίκας με τα μαύρα που μιλάει στο νέο και μονολογεί.

 

 

Τά χείλη τοῦ ποτηριοῦ γυαλίζουν στό φεγγαρόφωτο
σάν κυκλικό ξυράφι — πῶς νά τό φέρω στά χείλη μου;
ὅσο κι ἄν διψῶ, — πῶς νά τό φέρω; — Βλέπεις;
ἔχω ἀκόμη διάθεση γιά παρομοιώσεις, — αὐτό μοῦ ἀπόμεινε,
αὐτό μέ βεβαιώνει ἀκόμη πώς δέ λείπω.
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

 

Ο Σταύρος Ξαρχάκος κάνει κάτι «επικίνδυνο». Για να σταθείς στο ύψος αυτής της περίστασης και του βάρους του έργου πρέπει να έχεις κι εσύ το δικό σου βάρος. Και φυσικά το έχει. Και αυτό το ειδικό βάρος είναι που λείπει από πολλούς καλλιτέχνες πια. Το δέος που μπορεί να νιώθει κανείς μπροστά στο έργο του και στη διάθεσή του να πειραματιστεί με πράγματα λίγο πριν τα 80 του χρόνια.

 

Έτσι, στην παράσταση δεν είδαμε μόνο το φεγγάρι, αλλά είδαμε και λιγάκι πολιτεία. Αυτήν την πολιτεία που αναζητά τελικά και η ηρωίδα του έργου του Γιάννη Ρίτσου.

 

Ἄ, φεύγεις; Καληνύχτα. Ὄχι, δέ θἄρθω. Καληνύχτα.

Ἐγώ θά βγῶ σέ λίγο. Εὐχαριστῶ. Γιατί, ἐπιτέλους, πρέπει

νά βγῶ ἀπ' αὐτό τό τσακισμένο σπίτι.

Πρέπει νά δῶ λιγάκι πολιτεία, — ὄχι, ὄχι τό φεγγάρι —

τήν πολιτεία μέ τά ροζιασμένα χέρια της, τήν πολιτεία τοῦ μεροκάματου,

τήν πολιτεία πού ὁρκίζεται στό ψωμί καί στή γροθιά της

τήν πολιτεία πού ὅλους μᾶς ἀντέχει στή ράχη της

μέ τίς μικρότητές μας, τίς κακίες, τίς ἔχτρες μας,

μέ τίς φιλοδοξίες, τήν ἄγνοιά μας καί τά γερατειά μας, —

ν' ἀκούσω τά μεγάλα βήματα τῆς πολιτείας,

νά μήν ἀκούω πιά τά βήματά σου

μήτε τά βήματα τοῦ Θεοῦ, μήτε καί τά δικά μου βήματα. Καληνύχτα.