Πήγα στην πρεμιέρα του νέου έργου του Γιώργου Κουρουπού με μεγάλο ενδιαφέρον και με ομολογουμένως υψηλές προσδοκίες καθώς η έμπνευση του για αυτό και η διαδικασία που ακολούθησε για την σύνθεση του είναι ιδιαίτερα πρωτότυπες, όχι μόνο για τα δικά του αλλά γενικότερα για τα εγχώρια δεδομένα. Και το πρώτο μέρος της συναυλίας συνέβαλλε στο να γίνουν οι προσδοκίες μου για το δεύτερο ακόμα υψηλότερες. 

 

Στο πρώτο μέρος παίχτηκε ένα παλαιότερο έργο του συνθέτη, το «Οδύσσεια» του 1995 αλλά σε νέα επεξεργασία. Παρότι είχε αρχικά γραφτεί για μπαλέτο του John Neumeier και προφανώς το θέμα του είναι από τα πλέον πολυχρησιμοποιημένα η προσέγγιση του Γ. Κουρουπού σε αυτό είναι αξιοσημείωτα ανανεωτική αλλά, πριν από όλα, αναμφίβολα είναι από τις πιο εμπνευσμένες στιγμές του. Το «ξανακοίταγμα» μάλιστα που του έκανε κατέστησε ακόμα πιο ορατές τις αρετές του.

 

 

Με τον βαρύτονο Τάσο Αποστόλου σε ρόλο αφηγητή, να διαβάζει εμβόλιμα αποσπάσματα από τις ραψωδίες της Οδύσσειας, εκείνα από τα οποία αντλεί έμπνευση κάθε μέρος του έργου καθώς εξελίσσεται έτσι ώστε ο θεατής να παρακολουθεί την «συνομιλία» της μουσικής με το κείμενο, η μεγάλης διάρκειας αυτή σύνθεση είναι απρόσμενα ατμοσφαιρική, κάποτε ακόμα και μυστηριακή και στο μεγαλύτερο τμήμα της εξαιρετικά υποβλητική. Ο Κουρουπός δεν μένει στην επιφάνεια, δηλαδή στην περιγραφή της δράσης αλλά επικεντρώνεται στην ψυχοσύνθεση και στα συναισθήματα του Οδυσσέα μα και μερικών από τους δεύτερους χαρακτήρες του ομηρικού έπους τα οποία κατορθώνει να αποδώσει μουσικά με αξιοσημείωτη επιτυχία.

 

 

Από τα σημαντικότερα χαρίσματα του έργου είναι η ενορχήστρωση η οποία αξιοποιεί τον ήχο μα κυρίως τον όγκο μιας συμφωνικής ορχήστρας με τρόπο που διαφέρει αρκετά από την όποια πεπατημένη. Ιδιαίτερα ευρηματική η χρήση των κρουστών που, σε όλη την γκάμα τους, έχουν πρωταγωνιστικό «ρόλο» με πιο χαρακτηριστικό ένα θαυμάσιο θέμα του βιμπράφωνου το οποί επανέρχεται συχνά, σχεδόν όπως ένα leitmotif στην όπερα. Τέλος η σύντομη φωνητική «παρέμβαση» της σοπράνο Αρτέμιδος Μπόγρη (στον ρόλο της Ναυσικάς) σε ένα κατά τα άλλα εξολοκλήρου ορχηστρικό έργο ήταν σωστά τοποθετημένη, έτσι ώστε να  μην διασπά την προσοχή του θεατή αλλά αντίθετα να προσθέτει περαιτέρω ποικιλία σε μιαν εξαιρετική σύνθεση.

 

Αν και όμως  το «Φωνή Δρυός» είχε όλες τις προϋποθέσεις για να είναι ακόμα καλύτερο με άφησε με μιαν αίσθηση ανικανοποίητου, για να μην πω και με μια μικρή απογοήτευση, κυρίως όμως με πολλές απορίες. Οπως φαίνεται και από τον τίτλο πηγή έμπνευσης του είναι ένα από τα αρχαιότερα και το σημαντικότερο μετά από των Δελφών μαντείο της αρχαίας Ελλάδας, αυτό της Δωδώνης και, πιο συγκεκριμένα, η ιερή βελανιδιά του Δία που «μεταφράζοντας» το θρόισμα των φύλλων της η ιέρεια  έδινε τους χρησμούς. Συμπληρωματική έμπνευση άντλησε ο Κουρουπός από τις πινακίδες με τα ερωτήματα στα οποία οι άνθρωποι της εποχής ζητούσαν εναγωνίως μιαν απάντηση, μαζί και κατεύθυνση, από τον θεό.

 

 

Πολλά όμως ήταν και τα δικά μου ερωτήματα, απορίες αλλά και αμφιβολίες σχετικά με το έργο. Δεν πείστηκα δηλαδή καταρχήν γιατί έπρεπε να έχει την δομή αρχαίας τραγωδίας με τέσσερα «επεισόδια»/μέρη, μόνο και μόνον επειδή το θέμα του προέρχεται από την ίδια ιστορική περίοδο; Κατά δήλωση του δημιουργού η ενορχήστρωση έγινε προσπαθώντας να αποδώσει τους ήχους της ιεράς δρυός, προσωπικά τουλάχιστον δεν το διέκρινα καθόλου αυτό στο τελικό αποτέλεσμα. Ήταν όντως απαραίτητη η ύπαρξη της οκταμελούς χορωδίας που, μοιρασμένη κατά το  ήμισυ αντίστοιχα στις δύο πλευρές της σκηνής δίπλα στην ορχήστρα, πολύ περισσότερο με recitativo παρά άδοντας παρέθετε αποσπάσματα από τις αναθηματικές πινακίδες αποσπώντας την προσοχή από την μουσική;

 

 

Τόσο ο Τάσος Αποστόλου ως αρχιερέας όσο και, ακόμα περισσότερο μάλιστα, η Άρτεμις Μπόγρη ως ιέρεια ήταν άριστοι, κατά πόσον όμως αξιοποιήθηκαν τόσο και προπαντός όπως έπρεπε; Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την δεύτερη, γιατί δηλαδή έπρεπε να υπάρχει εμβόλιμο σε συμφωνικό έργο ένα τραγούδι και μάλιστα....παραδοσιακού ύφους με μόνη συνοδεία ένα ούτι; Χρείαζεται πραγματικά η «παράβαση» (το μέρος της αρχαίας τραγωδίας που ένας από τους ηθοποιούς διέκοπτε την δράση για να απευθυνθεί άμεσα και εκτός ρόλων στο κοινό) της ποιήτριας Ιουλίτας Ηλιοπούλου με μια συρραφή σπαραγμάτων ποιητικών κειμένων από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα με συνδετικό κρίκο δικές της φράσεις, προσθέτει οτιδήποτε στην μουσική αξία του έργου;

 

 

Γενικότερα υπάρχουν υπερβολικά πολλά μουσικά και μη στοιχεία, στην πλειοψηφία τους ετερόκλητα, που αρκετά από αυτά τα θεωρώ από μη αναγκαία ως και περιττά. Ακόμα περισσότερο δε σε ένα έργο συνθετικά μάλλον αμήχανο και ενορχηστρωτικά όχι ιδιαίτερα ευφάνταστο το οποίο, πέραν από κάποιες επιμέρους όμορφες στιγμές, καταφέρνει να απογειωθεί μόνο στο τελευταίο μέρος του υιοθετώντας την οπερετική φόρμα αν και φυσικά σε πιο σύγχρονο ύφος, με ένα καλογραμμένο θέμα το οποίο αναδεικνύει τα πολύ ωραία και μελωδικότατα φωνητικά μέρη των Μπόγρη και Αποστόλου.

 

 

Η ΚΟΑ πάντως στάθηκε στο συνηθισμένο της υψηλότατο επίπεδο, εκτελώντας άψογα και τα δύο έργα. Αυτό όμως μας φέρνει στον «αφανή ήρωα» της συναυλίας, τον Μίλτο Λογιάδη, ο οποίος όχι μόνο φυσικά διεύθυνε υποδειγματικά την ορχήστρα αλλά στο δεύτερο μέρος μπορώ να πω ακόμα και ότι...θαυματούργησε! Είναι η δική του αγάπη αλλά και εις βάθος γνώση κάθε επιμέρους οργάνου και συνολικά των δυνατοτήτων μιας ορχήστρας που ώθησε τους μουσικούς να εκμαιεύσουν, καθένας μόνος τους και όλοι μαζί, από το «Φωνή Δρυός» περισσότερα ακόμα και από όσα διαθέτει, αναβιβάζοντας το ακρόαμα κατά μία τουλάχιστον βαθμίδα.

 

Και είναι αυτό επίσης που καθιστά τον Μ. Λογιάδη ικανό και κατάλληλο όχι μόνο για το, περισσότερο ή λιγότερο, κλασικό ρεπερτόριο αλλά και για νέα, πρωτότυπα έργα όσο ελάχιστοι άλλοι Έλληνες μαέστροι.