Μια συζήτηση του ιδρυτή και προέδρου του Ελληνικού Σχεδίου Δημήτρη Παπαδημαητρίου με την διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Μαρίνα ΛαμπράκηΠλάκα ήταν η αφορμή για ένα ιδιαίτερο πρωτότυπο – ειδικά για τα ελληνικά δεδομένα – project. Η υλοποίηση του ήταν δύο συναυλίες με τίτλο «Τρεις συνθέτες σε μια έκθεση» (που παραπέμπει στην σουίτα για πιάνο του Μόδεστου Μουσόρσγκι «Εικόνες Σε Μια Έκθεση η οποία κατέστη διάσημη στην μετέπειτα μετεγγραφή της για ορχήστρα από τον Μορίς Ραβέλ) στις οποίες τρεις Έλληνες δημιουργοί παρουσίασαν ισάριθμα έργα εμπνευσμένα από ζωγραφικούς πίνακες.

 

Το έργο του Τάσου Ρωσόπουλου έχει τον τίτλο «Η Επίσκεψη, Μουσική σε Τέσσερις Λεπτομέρειες και Τέσσερις Λέξεις» και πηγή έμπνευσης του είναι ο πίνακας του Γιώργου Ρόρρη «Η Επίσκεψη». Το εξαιρετικά λιτό, επικεντρωμένο στις λεπτομέρειες, στιλ του νατουραλιστή ζωγράφου συνάδει απόλυτα με το μινιμαλιστικό, όχι τόσο ως προς την τεχνοτροπία όσο ως προς την οικονομία των μέσων, ύφος του συνθέτη και έτσι προφανώς επικοινώνησε απόλυτα με τον συγκεκριμένο πίνακα.

 

Ακόμα και όταν γράφει για ορχήστρα ο Τ. Ρωσόπουλος διατηρεί τα γνωρίσματα  των συνθέσεων του για πολύ μικρότερα σύνολα. Έτσι το έργο του περιλαμβάνει τέσσερα σύντομα μέρη εμπνευσμένα από ισάριθμες λεπτομερείς του πίνακα, τέσσερα απλά αλλά και πολύ μελωδικά θέματα δηλαδή που στην πλειοψηφία τους αναπτύσσονται από μια από τις δύο βασικότερες κατηγορίες οργάνων της ορχήστρας, τα έγχορδα ή τα πνευστά. Κορύφωση αναμφίβολα το τελευταίο και αυτό χάρη σε ένα εύρημα του.

 

Το Σονέτο Αριθμός 8 του Ουίλιαμ Σεξπιρ έχει ως θέμα σχεδόν τα ίδια ακριβώς με όσα κωδικοποιεί οπτικά ο πίνακας του Ρόρρη. Ο δημιουργός το ενέταξε στο έργο – στην μετάφραση του Διονύση Καψάλη – και έγραψε το τελευταίο μέρος που φέρει τον τίτλο «Μοναξιά» υπό την μορφή μιας άριας της οποίας είναι το λιμπρέτο. Η μέτζο σοπράνο Θεοδώρα Μπάκα το απέδωσε θαυμάσια δίνοντας έτσι σε ένα αναπόφευκτα μελαγχολικό έργο μια υπαινικτικά αισιόδοξη καταληκτική λύση.

 

 

Ο Μιχάλης Οικονόμου είναι διακεκριμένος διεθνώς διευθυντής ορχήστρας (και επίσης χορωδίας) αλλά πολύ λιγότερο γνωστός ως συνθέτης. Το έργο του «Ελεγείες στα Οράματα Επτά Αγγέλων» είναι το τελευταίο μέρος ενός τριπτύχου που τα δύο προηγούμενα του είχαν παρουσιαστεί αντίστοιχα το 2000  και το ΄10.  Στην συγκεκριμένη περίπτωση όμως έχει ως πηγή έμπνευσης τον πίνακα «Η μεγάλη μέρα της οργής Του» του Άγγλου ζωγράφου της εποχής του ρομαντισμού Τζον Μάρτιν.

Η φόρμα του παραμένει ίδια με τα προηγούμενα, επτά μέρη, όσα και τα οράματα των αγγέλων της Αποκάλυψης, αυτά ακριβώς δηλαδή που απεικονίζει και ο πίνακας του Μάρτιν. Ο συνθέτης αποφάσισε όμως αυτή τη φορά να τους δώσει την μορφή σκηνικής καντάτας, παραθέτοντας σε τέσσερα από αυτά  ως άριες αποσπάσματα αρχαίων κειμένων του Ομήρου, της Σαπφούς και του Σιμωνίδη (μεταφρασμένων μάλιστα από τον ίδιο) τις οποίες ερμήνευσε άψογα η μέτζο σοπράνο Μαργαρίτα Συγγενιώτου.

 

 

Το έργο του Μ. Οικονόμου είναι όχι μόνον υψηλοτάτων προδιαγραφών, φιλόδοξο με την καλύτερη έννοια  της λέξης αλλά και σπάνιου φιλοσοφικού βάθους. To διαπνέει η ίδια εσωτερική διαπάλη του πίνακα του Μάρτιν, υφολογικά κινείται από τον ρομαντισμό φυσικά, μέχρι το μπαρόκ αλλά και τον γαλλικό ιμπρεσιονισμό, αξιοποιεί πλήρως ακόμα και το τελευταίο διαθέσιμο ηχόχρωμα μιας ορχήστρας και διαθέτει αρκετά τολμηρά ευρήματα. Πάνω από όλα όμως, παρά το λυπηρό θέμα και την μεταφυσική του διάσταση, κατορθώνει κυριολεκτικά να πάλλεται από τη δύναμη, ακόμα και τη χαρά της ζωής

 

 

Το έργο του Δημήτρη Παπαδημητρίου έχει τον τίτλο «Τρία ζωγραφικά soundtracks» υπενθυμίζοντας έτσι μια άλλη πλευρά της δημιουργικής του δραστηριότητας εκτός από τα τραγούδια, αυτή της σύνθεσης soundtracks. Ήταν το περισσότερο σύνθετο από όλα  έργο της βραδιάς, ως σύλληψη, δομή, ακόμα και μορφή, με τρία ανεξάρτητα μεταξύ τους μέρη τα οποία συνέδεε μόνο η ίδια κεντρική ιδέα, η απόδοση σχημάτων και χρωμάτων με ήχους.

 

 

Στο πρώτο μέρος μια απλή και όμορφη μελωδία απέδιδε, με τις «φωτοσκιάσεις» των ηχοχρωμάτων διαφορετικών συνδυασμών οργάνων, τις ανακλάσεις του φωτός στο νερό που κυριαρχούν στις θαλασσογραφίες του ιμπρεσιονιστή Κλοντ Μονέ. Στο δεύτερο ο πίνακας του Γιώργου Ιακωβίδη «Παιδική Συναυλία» δίνει έμπνευση σε ένα θέμα τόσο γνήσιων και ουσιωδών ελληνικών καταβολών ώστε δεν υπάρχει καμία ανάγκη να το «διαλαλήσει». Αντίθετα ξεδιπλώνεται αργά, σχεδόν ηδονικά, σε μια μακροσκελή ανάπτυξη με όχημα μια πλούσια κλασικότροπη ενορχήστρωση.

 

 

Στο τελευταίο μέρος του έργου ο  Δ. Παπαδημητρίου επιλέγει να αναμετρηθεί με κάτι πραγματικά πολύ δύσκολο, το να «μεταφράσει» σε ήχο την περισσότερο και από πρωτοποριακή, όχι μόνο για τα μέσα του εικοστού αιώνα αλλά ακόμα και σήμερα, τεχνοτροπία του Τζέισον Πόλοκ. Σύγχρονες έρευνες με την βοήθεια υπολογιστών απέδειξαν ότι οι επιφανειακά «αφηρημένοι» πίνακες του Αμερικανού ζωγράφου στην πραγματικότητα αποτελούνται από fractals πριν ακόμα γίνει γνωστή η ύπαρξη τους! Η λύση που βρήκε ο συνθέτης για να τα αποδώσει ήταν μια σειρά από ηχητικά blocks, ελάχιστα κανονικών δηλαδή μουσικών «μαζών», μικρών αρμονικών περισσότερο παρά μελωδικών πυρήνων που καθένας τους αναπτύσσεται σύντομα, σχεδόν ελεύθερα, με ταχείες και ξαφνικές ρυθμικές εναλλαγές και από διαφορετικούς συνδυασμούς οργάνων πριν δώσει την θέση του στον επόμενο.

 

 

Αυτό ήταν σίγουρα και το δυσκολότερο σημείο για την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ, που όμως υπό την σίγουρη διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού, το απέδωσε με την ίδια άνεση και επάρκεια τις οποίες επέδειξε και σε όλη την διάρκεια της βραδιάς.